Στην καρδιά της Δαχομέης, η ζωή κυλούσε με τους ρυθμούς των παζαριών. Εκεί ζούσε μια χήρα με τα
δίδυμα παιδιά της, τον
Οζόν Ζου και την
Τζή. Στην παράδοση πολλών αφρικανικών φυλών, τα δίδυμα θεωρούνται προικισμένα με ιδιαίτερες πνευματικές δυνάμεις. Όταν ο Οζόν Ζου πέθανε πρόωρα, η Τζή έμεινε η μοναδική παρηγοριά και το στήριγμα της μητέρας της, αναλαμβάνοντας όλες τις σκληρές δουλειές του σπιτιού και της αγοράς.
Η Συνάντηση με τον Κυνηγό
Μια μέρα στο παζάρι, η Τζή εντόπισε έναν κυνηγό που πουλούσε καπνιστό κρέας σε εξευτελιστική τιμή. Αν και το σπίτι τους είχε προμήθειες, η Τζή το αγόρασε όλο. Στον δρόμο της επιστροφής, μια μυστηριώδης γριά τη σταμάτησε και της ψιθύρισε: «Μην το πας σπίτι. Πήγαινέ το στο Κονόρτας. Εκεί το κρέας είναι σπάνιο και θα το πουλήσεις χρυσάφι». Η Τζή την άκουσε και πράγματι κέρδισε μια περιουσία. Η μητέρα της, βλέποντας τα κέρδη, την ενθάρρυνε να επαναλάβει το εμπόριο.
Ο Θάνατος και ο Γάμος
Για τρεις συνεχόμενες μέρες, η Τζή αγόραζε από τον κυνηγό και πουλούσε στο Κονόρτας. Όμως, το βράδυ της τρίτης μέρας, η μοίρα τη χτύπησε σκληρά: βρήκε τη μητέρα της νεκρή στο κρεβάτι της. Με τα χρήματα που είχε μαζέψει, έκανε μια μεγαλοπρεπή κηδεία, προσκαλώντας όλη τη φυλή. Λίγο καιρό μετά, ο κυνηγός