Στην καρδιά της Δαχομέης, η ζωή κυλούσε με τους ρυθμούς των παζαριών. Εκεί ζούσε μια χήρα με τα
δίδυμα παιδιά της, τον Οζόν Ζου και την Τζή. Στην παράδοση πολλών αφρικανικών φυλών, τα δίδυμα θεωρούνται προικισμένα με ιδιαίτερες πνευματικές δυνάμεις. Όταν ο Οζόν Ζου πέθανε πρόωρα, η Τζή έμεινε η μοναδική παρηγοριά και το στήριγμα της μητέρας της, αναλαμβάνοντας όλες τις σκληρές δουλειές του σπιτιού και της αγοράς.
Η Συνάντηση με τον Κυνηγό Μια μέρα στο παζάρι, η Τζή εντόπισε έναν κυνηγό που πουλούσε καπνιστό κρέας σε εξευτελιστική τιμή. Αν και το σπίτι τους είχε προμήθειες, η Τζή το αγόρασε όλο. Στον δρόμο της επιστροφής, μια μυστηριώδης γριά τη σταμάτησε και της ψιθύρισε: «Μην το πας σπίτι. Πήγαινέ το στο Κονόρτας. Εκεί το κρέας είναι σπάνιο και θα το πουλήσεις χρυσάφι». Η Τζή την άκουσε και πράγματι κέρδισε μια περιουσία. Η μητέρα της, βλέποντας τα κέρδη, την ενθάρρυνε να επαναλάβει το εμπόριο.
Ο Θάνατος και ο Γάμος Για τρεις συνεχόμενες μέρες, η Τζή αγόραζε από τον κυνηγό και πουλούσε στο Κονόρτας. Όμως, το βράδυ της τρίτης μέρας, η μοίρα τη χτύπησε σκληρά: βρήκε τη μητέρα της νεκρή στο κρεβάτι της. Με τα χρήματα που είχε μαζέψει, έκανε μια μεγαλοπρεπή κηδεία, προσκαλώντας όλη τη φυλή. Λίγο καιρό μετά, ο κυνηγός
εμφανίστηκε στην πόρτα της. «Είμαι μόνη πια», του είπε η Τζή. «Τότε θα μείνω μαζί σου», αποκρίθηκε εκείνος. Παντρεύτηκαν, και ο κυνηγός φρόντιζε να φέρνει πάντα το καλύτερο κρέας για να το πουλά η Τζή.Το Λάθος Μονοπάτι Μια μέρα, η Τζή πήρε ένα μονοπάτι που δεν είχε ξαναδεί. Χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε σε μια αγορά που έμοιαζε ίδια με τις άλλες, αλλά είχε μια παράξενη, παγωμένη σιωπή. Εκεί είδε τη γιαγιά της, που είχε πεθάνει χρόνια πριν. Μόλις όμως η Τζή φώναξε «Γιαγιά!», η μορφή διαλύθηκε στον αέρα. Την επόμενη φορά, είδε τον αδελφό της, τον Ζίζου, και την τρίτη φορά τη μητέρα της. Οι νεκροί πλέον δεν μπορούσαν να κρυφτούν. Της μίλησαν, αλλά η φωνή τους ήταν σαν θρόισμα φύλλων: «Τζή, ανήκεις στον επάνω κόσμο. Μπορείς να έρχεσαι εδώ, αλλά αν αποκαλύψεις την ύπαρξη αυτού του παζαριού σε άλλον ζωντανό, η τιμωρία θα είναι αιώνια».
Η Προδοσία και η Τιμωρία Η Τζή κράτησε το μυστικό για καιρό, όμως η ανάγκη να μοιραστεί το θαύμα με την καλύτερή της φίλη ήταν μεγαλύτερη από τον φόβο. Της ομολόγησε τα πάντα. Η φίλη της, γεμάτη ζήλια και αμφιβολία, την ανάγκασε να την οδηγήσει εκεί. Όταν έφτασαν στο Παζάρι των Νεκρών, ο ουρανός σκοτείνιασε. Ο Ζίζου εμφανίστηκε μπροστά τους, όχι πια ως αδελφός, αλλά ως τιμωρός.
«Έφερες έναν ξένο στον τόπο της ανάπαυσης», βρόντηξε η φωνή του. Πριν προλάβει η φίλη της να τρέξει, ο Ζίζου την άρπαξε και με μια κίνηση της έκοψε το κεφάλι. Η Τζή, καταρρακωμένη από τις τύψεις και γνωρίζοντας ότι ο κόσμος των ζωντανών δεν θα την δεχόταν ποτέ πίσω μετά από τέτοια προδοσία, επέλεξε να μείνει εκεί.
Η Αιώνια Σιωπή Στον κόσμο των ανθρώπων, ο σύζυγός της και οι συγγενείς άρχισαν να σφυρίζουν —ένα αρχαίο κάλεσμα που τότε ανάγκαζε τους νεκρούς να απαντήσουν. Όμως καμία απάντηση δεν ήρθε. Η Τζή είχε κλείσει την πύλη. Από εκείνη τη μέρα, οι νεκροί έπαψαν να μιλούν στους ζωντανούς, και το Παζάρι των Νεκρών παρέμεινε ένας τόπος που κανένα ανθρώπινο μάτι δεν ξαναείδε.
ΠΙΟ ΠΕΡΙΛΗΠΤΙΚΑ
ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ (ΔΥΤΙΚΗ ΑΦΡΙΚΗ - ΔΑΧΟΜΕΗ)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: ΤΑ ΔΙΔΥΜΑ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ Στο αρχαίο βασίλειο της Δαχομέης, εκεί που η γη έχει το χρώμα της σκουριάς και οι φοίνικες ψιθυρίζουν μυστικά, ζούσε μια χήρα με τα δίδυμα παιδιά της: τον Οζόν Ζου και την Τζή. Στη φυλή τους, τα δίδυμα ήταν ευλογία και κατάρα μαζί, δεμένα με έναν αόρατο δεσμό που ο θάνατος δεν μπορούσε να κόψει. Όταν ο Οζόν Ζου αρρώστησε και η ανάσα του έσβησε σαν κερί στον άνεμο, η Τζή ένιωσε τη μισή της ψυχή να φεύγει. Έμεινε μόνη να φροντίζει τη μητέρα της, κουβαλώντας το βάρος της επιβίωσης στις πλάτες της.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2: Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΥΝΗΓΟ Μια μέρα, στο μεγάλο παζάρι που άνοιγε κάθε τέσσερις αυγές, η Τζή είδε έναν άνδρα με βλέμμα σκληρό και χέρια ροζιασμένα. Ήταν ένας κυνηγός που πουλούσε καπνιστό κρέας σε τιμή που δεν είχε ξαναδεί άνθρωπος. «Πάρε το όλο, κοπέλα μου», της είπε με φωνή που έμοιαζε με τρίξιμο κλαδιών. Η Τζή το αγόρασε, αν και το σπίτι τους ήταν γεμάτο. Καθώς επέστρεφε, μια γριά με πρόσωπο σκαμμένο από τον χρόνο την πλησίασε: «Μην το πας στη μάνα σου. Πήγαινέ το στο Κονόρτας. Εκεί πεινούν για κρέας και θα στο πληρώσουν με χρυσάφι».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3: ΤΟ ΚΕΡΔΟΣ ΚΑΙ Η ΧΑΡΑ Η Τζή άκουσε τη γριά και το κέρδος ήταν απίστευτο. Όταν γύρισε το βράδυ και άπλωσε τα νομίσματα μπροστά στη μητέρα της, τα μάτια της γριάς γυναίκας έλαμψαν. «Παιδί μου, η τύχη σου χτύπησε την πόρτα! Να πηγαίνεις κάθε φορά που ανοίγει το παζάρι», της είπε. Για τρεις συνεχόμενες περιόδους παζαριού, η Τζή επαναλάμβανε το ίδιο δρομολόγιο, μαζεύοντας πλούτη που η οικογένειά τους δεν είχε ονειρευτεί ποτέ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: Ο ΠΕΝΘΙΜΟΣ ΓΥΡΙΣΜΟΣ Την τρίτη μέρα της τελευταίας αγοράς, η Τζή ένιωσε ένα κρύο ρίγος να διαπερνά τη σπονδυλική της στήλη. Μπήκε στο σπίτι φωνάζοντας: «Μάνα, κοίτα τι έφερα!». Μα η απάντηση ήταν η σιωπή. Η μητέρα της είχε αφήσει την τελευταία της πνοή στο κρεβάτι, με ένα χαμόγελο ικανοποίησης στα χείλη. Η Τζή ξόδεψε όλα τα κέρδη της για μια κηδεία βασιλική, με τύμπανα και χορούς, για να συνοδεύσει την ψυχή της μητέρας της στον κόσμο των προγόνων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5: Ο ΞΕΝΟΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ Μετά την κηδεία, ο κυνηγός εμφανίστηκε ξανά. «Τώρα που είσαι μόνη, ποιος θα σε προστατεύει;» τη ρώτησε. Η Τζή, νιώθοντας την ορφάνια να την πνίγει, τον δέχτηκε. Έγινε άντρας της και το σπίτι γέμισε πάλι με το κυνήγι του. Όμως ο κυνηγός ήταν παράξενος· δεν έτρωγε ποτέ μαζί της και έφευγε πάντα πριν το ξημέρωμα, αφήνοντας πίσω του μια μυρωδιά από βρεγμένο χώμα και λιβάνι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6: ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΜΟΝΟΠΑΤΙ Ένα πρωινό, η Τζή πήρε μια στροφή που δεν θυμόταν. Η ομίχλη ήταν πυκνή, παρόλο που ο ήλιος έπρεπε να καίει. Βρέθηκε σε μια αγορά όπου οι πάγκοι ήταν φτιαγμένοι από οστά και τα υφάσματα είχαν το χρώμα της στάχτης. Εκεί, ανάμεσα στις σκιές, είδε μια γυναίκα που έμοιαζε με τη γιαγιά της. «Γιαγιά;» ψιθύρισε. Η μορφή στράφηκε, την κοίταξε με μάτια χωρίς κόρες και χάθηκε σαν καπνός. Η Τζή έτρεξε πίσω στο σπίτι έντρομη. «Πήγες στο Παζάρι των Νεκρών», της είπε ο άντρας της ανέκφραστα. «Πήγαινε ξανά, αν τολμάς».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7: ΟΙ ΦΩΝΕΣ ΤΩΝ ΣΚΙΩΝ Η περιέργεια νίκησε τον φόβο. Η Τζή επέστρεψε και είδε τον Ζίζου, τον αδελφό της. «Γιατί έφυγες;» τον ρώτησε με δάκρυα. Εκείνος την κοίταξε αυστηρά: «Μην μας αγγίζεις, Τζή. Είμαστε ίσκιοι τώρα. Έρχεσαι εδώ γιατί το αίμα μας σε καλεί, αλλά πρόσεξε: αν φέρεις ζωντανό εδώ ή αν μιλήσεις για εμάς, η πύλη θα κλείσει και η τιμωρία θα πέσει πάνω σου». Την τρίτη φορά είδε τη μητέρα της, που της έδωσε μια κολοκύθα γεμάτη σπόρους. «Φύγε και μην ξαναρθείς», της είπε με φωνή που έμοιαζε με κλάμα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8: Η ΜΟΙΡΑΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ Η Τζή είχε μια φίλη, τη Μάνα, που ήταν γεμάτη ζήλια. «Πού βρίσκεις αυτά τα περίεργα κέρδη; Γιατί τα μάτια σου λάμπουν έτσι;» την ρωτούσε συνέχεια. Η Τζή, πάνω στην αδυναμία της, της είπε την αλήθεια. «Είδα τη μάνα μου στο Παζάρι των Νεκρών!». Η Μάνα γέλασε περιπαικτικά: «Ψεύτρα! Κανείς δεν βλέπει τους νεκρούς. Πήγαινέ με εκεί να το δω, αλλιώς θα πω σε όλους ότι είσαι μάγισσα». Φοβισμένη, η Τζή την πήρε μαζί της την επόμενη αυγή.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9: Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΖΙΖΟΥ Μόλις πάτησαν το πόδι τους στην αγορά των ίσκιων, ο αέρας πάγωσε. Ο Ζίζου εμφανίστηκε μπροστά τους, με το πρόσωπό του παραμορφωμένο από οργή. «Παρέβηκες τον όρκο! Έφερες μια ξένη στον ιερό μας τόπο!». Η Μάνα άρχισε να ουρλιάζει, μα η φωνή της πνίγηκε. Ο Ζίζου την άρπαξε από τα μαλλιά και με ένα κοφτερό μαχαίρι από οψιδιανό της έκοψε το κεφάλι. «Αυτή θα μείνει εδώ για πάντα ως δούλη μας», είπε ο αδελφός της. Η Τζή, γονατισμένη στο αίμα της φίλης της, κατάλαβε πως δεν υπήρχε γυρισμός. «Θα μείνω κι εγώ», ψιθύρισε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10: Η ΑΙΩΝΙΑ ΣΙΩΠΗ Στο χωριό, ο κυνηγός και οι συγγενείς περίμεναν. Όταν η νύχτα έπεσε, άρχισαν να σφυρίζουν —το παλιό σύνθημα που έκανε τους νεκρούς να αποκρίνονται. Μα καμία απάντηση δεν ήρθε. Η Τζή είχε γίνει πια ένας ίσκιος ανάμεσα στους ίσκιους, καταδικασμένη να πουλάει αναμνήσεις στο Παζάρι των Νεκρών. Από τότε, η επικοινωνία κόπηκε. Οι νεκροί έπαψαν να μιλούν και οι ζωντανοί έπαψαν να ακούν. Η ιστορία της Τζή έμεινε να θυμίζει πως υπάρχουν μυστικά που η ανθρώπινη γλώσσα δεν πρέπει ποτέ να προφέρει.
ΛΥΡΙΚΟΙ ΣΤΙΧΟΙ
Δέκα φορές ο πόνος γράφτηκε στο χώμα, δέκα φορές η Τζή έχασε το φως, το Παζάρι των Νεκρών δεν έκλεισε ακόμα, μα ο δρόμος του είναι πια σκοτεινός.
Φίλησε τον θάνατο στα κρύα του τα χείλη, πρόδωσε το μυστικό για μια αγκαλιά, τώρα χορεύει με τους ίσκιους, δίχως φίλοι, με μια κολοκύθα άδεια και παλιά.
Το Gemini είπε
Η ιστορία «ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ» αποτελεί μια κλασική λαϊκή αφήγηση από την παράδοση της Δυτικής Αφρικής, και συγκεκριμένα από το αρχαίο βασίλειο της Δαχομέης (το σημερινό Μπενίν).
Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ
Η συγκεκριμένη ιστορία δεν ανήκει σε έναν επώνυμο σύγχρονο συγγραφέα, αλλά αποτελεί μέρος της πλούσιας προφορικής παράδοσης των λαών της Δυτικής Αφρικής. Οι ιστορίες αυτές μεταφέρονταν από γενιά σε γενιά μέσω των παραμυθάδων (Griots). Η καταγραφή της σε μορφή κλασικού διηγήματος τρόμου, όπως παρουσιάζεται στη συλλογή, εκτιμάται ότι πήρε την τελική της μορφή γύρω στον 17ο αιώνα, αντικατοπτρίζοντας τις πεποιθήσεις εκείνης της εποχής για τη λεπτή γραμμή που χωρίζει τον κόσμο των ζωντανών από εκείνον των πνευμάτων.
ΒΟΥΝΤΟΥ
Καθώς η ιστορία «Το Παζάρι των Νεκρών» γεννήθηκε μέσα στην κοιτίδα του Βουντού (Voodoo ή Vodun). Το Βασίλειο της Δαχομέης ήταν το παγκόσμιο κέντρο αυτής της θρησκείας, η οποία δεν είναι απλώς μια πίστη, αλλά ένας ολόκληρος τρόπος ζωής που διαποτίζει την καθημερινότητα.
Η ιστορία συνδέεται με το Βουντού στα εξής 4 θεμελιώδη σημεία:
1. Η Λατρεία των Προγόνων (Ancestors)
Στο Βουντού, οι νεκροί δεν «φεύγουν» ποτέ οριστικά. Γίνονται πνεύματα που συνεχίζουν να ζουν σε μια παράλληλη διάσταση και επηρεάζουν την τύχη των ζωντανών. Στην ιστορία μας, η Τζή συναντά τη γιαγιά και τη μητέρα της ακριβώς επειδή στο Βουντού το φράγμα μεταξύ των δύο κόσμων είναι λεπτό. Οι νεκροί έχουν ανάγκη από προσφορές (όπως το κρέας που τους πηγαίνει η Τζή) για να παραμείνουν «ζωντανοί» στη μνήμη.
2. Το Παζάρι ως "Πύλη"
Στο Βουντού, οι αγορές (παζάρια) θεωρούνται ιεροί και επικίνδυνοι χώροι. Πιστεύεται ότι εκεί συναντιούνται οι άνθρωποι, τα πνεύματα και οι θεότητες. Υπάρχει η πεποίθηση ότι αν κάποιος πάει στο παζάρι πολύ νωρίς το πρωί ή αργά τη νύχτα, μπορεί να δει πνεύματα να ψωνίζουν μεταμφιεσμένα σε ανθρώπους. Η ιστορία της Τζή χρησιμοποιεί αυτό ακριβώς το θρησκευτικό δέος.
3. Η Έννοια των Διδύμων (Hoho)
Η Τζή και ο Οζόν Ζου ήταν δίδυμα. Στο Βουντού της Δαχομέης, τα δίδυμα θεωρούνται ιερά όντα με μία κοινή ψυχή. Όταν το ένα πεθαίνει, το άλλο πρέπει να κουβαλάει ένα ξύλινο ομοίωμα του νεκρού αδελφού για να μην θυμώσει το πνεύμα του. Στην ιστορία, ο θυμός του νεκρού αδελφού (που σκοτώνει τη φίλη της Τζή) αντικατοπτρίζει τη θρησκευτική πεποίθηση ότι οι νεκροί δίδυμοι είναι πανίσχυροι και εκδικητικοί αν δεν τηρηθούν οι ιεροί κανόνες.
4. Η "Σιωπή" και ο Σεβασμός
Το Βουντού βασίζεται σε μυστικά και μυήσεις. Η προειδοποίηση των νεκρών προς την Τζή να μην μιλήσει σε κανέναν είναι μια κλασική αναφορά στους όρκους σιωπής των πιστών του Βουντού. Η τιμωρία (ο θάνατος της φίλης και η αιώνια εξορία της Τζή) είναι το θρησκευτικό δίδαγμα: όποιος αποκαλύπτει τα μυστικά των πνευμάτων στους αμύητους, χάνει τη θέση του στον κόσμο των ζωντανών.
Σύνοψη: Η ιστορία δεν είναι απλώς ένα παραμύθι τρόμου, αλλά μια διδακτική αλληγορία του Βουντού. Μας λέει ότι ο σεβασμός προς τους νεκρούς και η τήρηση των μυστικών είναι οι μόνες εγγυήσεις για την ισορροπία του σύμπαντος.
Στο Βουντού (ή Vodun), οι χώροι όπως τα παζάρια, τα σταυροδρόμια και οι πύλες δεν είναι ποτέ "ορφανά". Προστατεύονται από συγκεκριμένες, πανίσχυρες θεότητες (Lwa ή Orisha) που ελέγχουν το πέρασμα από τον κόσμο των ζωντανών στον κόσμο των πνευμάτων.
Στην ιστορία της Τζή, οι παρακάτω θεότητες είναι οι "αόρατοι πρωταγωνιστές":
1. LEGBA (ΛΕΓΚΜΠΑ): Ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΩΝ ΔΡΟΜΩΝ
Ο Legba είναι η πιο σημαντική θεότητα για την ιστορία μας. Είναι ο Φύλακας του Σταυροδρομιού και της Πύλης.
Ο Ρόλος του: Κανένα πνεύμα δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τους ζωντανούς αν ο Legba δεν "ανοίξει την πόρτα".
Σύνδεση με την Τζή: Όταν η Τζή παίρνει το "λάθος μονοπάτι" και φτάνει στο Παζάρι των Νεκρών, στην ουσία περνάει από την πύλη του Legba. Στο Βουντού, ο Legba εμφανίζεται συχνά ως ένας φτωχός γέρος με μπαστούνι και ψάθινο καπέλο που ζητάει ελεημοσύνη ή πουλάει κάτι στο παζάρι για να δοκιμάσει την καλοσύνη των ανθρώπων.
2. GU (ΓΚΟΥ): Ο ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Ο Gu είναι ο προστάτης των σιδηρουργών, των κυνηγών και των πολεμιστών (συμπεριλαμβανομένων των Αμαζόνων).
Σύνδεση με την ιστορία: Ο σύζυγος της Τζή ήταν κυνηγός. Στην κουλτούρα της Δαχομέης, οι κυνηγοί θεωρούνται άνθρωποι που έχουν "ανοσία" στον θάνατο και στα πνεύματα του δάσους, γιατί τους προστατεύει ο Gu. Γι' αυτό ο σύζυγός της δεν φοβήθηκε όταν εκείνη του είπε για το Παζάρι των Νεκρών—ήξερε πώς να διαχειρίζεται τέτοιες δυνάμεις.
3. ΜΑΜΑ BRIGITTE ΚΑΙ BARON SAMEDI
Αν και οι ονομασίες αυτές έγιναν πιο διάσημες στην Αϊτή, οι ρίζες τους βρίσκονται στα πνεύματα Guede της Δαχομέης.
Ο Ρόλος τους: Είναι οι κύριοι των νεκροταφείων και των νεκρών.
Σύνδεση: Είναι οι "ιδιοκτήτες" του Παζαριού των Νεκρών. Αυτοί ορίζουν τους κανόνες: "Όποιος δει τους νεκρούς, πρέπει να σωπάσει". Η τιμωρία που δέχεται η φίλη της Τζή (ο αποκεφαλισμός) είναι μια τυπική, βίαιη παρέμβαση αυτών των πνευμάτων όταν κάποιος βεβηλώνει τον χώρο τους.
ΤΟ "ΣΗΜΑΔΙ" ΤΟΥ ΒΟΥΝΤΟΥ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
Στο τέλος της ιστορίας, όταν οι ζωντανοί σφυρίζουν και οι νεκροί δεν απαντούν, το Βουντού εξηγεί ότι ο Legba έκλεισε την πύλη. Η προδοσία της Τζή ανάγκασε τους θεούς να αποσύρουν την εύνοιά τους.
Η Μουσική Σύνδεση: Στις τελετές για τον Legba, η μουσική ξεκινά πάντα με έναν συγκεκριμένο ρυθμό στα κουδούνια (Gon). Είναι ο ήχος που "ξελειδώνει" την επικοινωνία. Αν δεν ακουστεί αυτός ο ήχος, τα πνεύματα μένουν στο Παζάρι τους και εμείς στο δικό μας.
ΤΟ ΗΞΕΡΕΣ; Στη Δαχομέη, ακόμα και σήμερα, πολλοί έμποροι στα παζάρια αφήνουν μια μικρή προσφορά (λίγο λάδι ή τροφή) στη γωνία του πάγκου τους. Είναι για τον Legba, ώστε να τους προστατεύει από "κακά πνεύματα" που μπορεί να έρθουν να ψωνίσουν από το Παζάρι των Νεκρών.
Οι θεότητες του Βουντού (Vodun) δεν απεικονίζονται με τη μορφή κλασικών αγαλμάτων όπως οι αρχαιοελληνικοί θεοί, αλλά μέσα από φετίχ, σύμβολα και τελετουργικά αντικείμενα που θεωρείται ότι "φιλοξενούν" την ενέργειά τους.
ΠΩΣ ΕΜΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΘΕΟΙ ΤΟΥ ΠΑΖΑΡΙΟΥ
PAPA LEGBA (Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΗΣ ΠΥΛΗΣ): Συχνά αναπαρίσταται ως μια ξύλινη ή πήλινη μορφή με υπερτονισμένα χαρακτηριστικά, που στέκεται στην είσοδο σπιτιών ή παζαριών. Του προσφέρουν λάδι, φοινικόκρασο και καπνό. Είναι αυτός που επέτρεψε στην Τζή να δει το Παζάρι των Νεκρών, αλλά και αυτός που "κλείδωσε" την επικοινωνία στο τέλος.
GU (Ο ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΥ): Οι βωμοί του Gu είναι γεμάτοι με μεταλλικά αντικείμενα (λεπίδες, καρφιά, αλυσίδες). Ως προστάτης του συζύγου-κυνηγού της Τζή και των Αμαζόνων, ο Gu συμβολίζει τη δύναμη και την προστασία από το κακό.
ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ (GUEDE): Αυτά τα πνεύματα εμφανίζονται συχνά με λευκές μάσκες ή πρόσωπα βαμμένα με λευκή σκόνη (που συμβολίζει τον θάνατο). Στο Παζάρι των Νεκρών, οι μορφές που είδε η Τζή ανήκουν σε αυτή την κατηγορία.
.jpg)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.