Το παραμύθι δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1815 στον δεύτερο τόμο της συλλογής των Γκριμ ("Παιδικά και Οικιακά Παραμύθια"). Αντανακλά τη λαϊκή δυσπιστία της εποχής προς τους κομπασμούς των γιατρών και των χειρουργών, χρησιμοποιώντας το στοιχείο του μακάβριου χιούμορ και της θείας δίκης για την αλαζονεία τους.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ: Τρεις θεραπευτές καυχιούνται για την τέχνη τους και αποφασίζουν να δείξουν τις ικανότητές τους σε έναν πανδοχέα: ο ένας κόβει το χέρι του, ο άλλος βγάζει τα μάτια του και ο τρίτος
την καρδιά του, με την υπόσχεση να τα επανατοποθετήσουν το πρωί χρησιμοποιώντας μια μαγική αλοιφή. Όμως, κατά τη διάρκεια της νύχτας, μια γάτα τρώει τα μέλη τους. Για να μην αποκαλυφθεί η τραγωδία, η υπηρέτρια και ένας στρατιώτης τα αντικαθιστούν με το χέρι ενός κρεμασμένου κλέφτη, τα μάτια μιας γάτας και την καρδιά ενός γουρουνιού. Οι θεραπευτές τα κολλάνε πάνω τους χωρίς να το καταλάβουν, αλλά σύντομα αρχίζουν να αποκτούν τις ιδιότητες των "νέων" τους μελών (τάση για κλοπή, νυχτερινή όραση και λατρεία για τη λάσπηΟΙ ΤΡΕΙΣ ΘΕΡΑΠΕΥΤΕΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ
ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ: ΑΔΕΛΦΟΙ ΓΚΡΙΜ
Μια φορά και έναν καιρό, σε τόπους και χρόνους μακρινούς και περασμένους, ταξίδευαν τρεις φημισμένοι θεραπευτές που είχαν υπηρετήσει στο παλάτι του βασιλιά. Είχαν μάθει την τέχνη τους τόσο καλά, που καυχιόνταν πως μπορούσαν να θεραπεύσουν κάθε πληγή και να γιατρέψουν κάθε αρρώστια. Στα αλήθεια, η τέχνη τους άγγιζε τα όρια της μαγείας, καθώς κατείχαν μυστικά που οι συνηθισμένοι άνθρωποι δεν μπορούσαν ούτε να φανταστούν.
Μια κρύα νύχτα, ο δρόμος τους έφερε σε ένα πανδοχείο στην άκρη ενός δάσους. Ζήτησαν κατάλυμα για τη νύχτα και ο πανδοχέας, ένας περίεργος άνθρωπος με μάτια σαν κάρβουνα και ένα χαμόγελο αινιγματικό, τους καλωσόρισε.
«Από πού έρχεστε και πού πηγαίνετε;» ρώτησε, καθώς τους σέρβιρε ζεστό κρασί με μπαχαρικά για να ζεσταθούν.
«Γυρίζουμε τον κόσμο και εξασκούμε την τέχνη μας», αποκρίθηκαν οι τρεις θεραπευτές με καμάρι.
«Δείξτε μου λοιπόν τι μπορείτε να κάνετε», είπε ο πανδοχέας με τα μάτια του να γυαλίζουν από περιέργεια.
Ο πρώτος θεραπευτής υποσχέθηκε πως θα έκοβε το χέρι του και θα το κολλούσε ξανά το πρωί. Ο δεύτερος είπε πως θα έβγαζε την καρδιά του και θα την έβαζε πίσω στη θέση της στην αυγή. Και ο τρίτος ορκίστηκε πως θα έβγαζε τα μάτια του και θα τα έκανε να βλέπουν ξανά με την πρώτη ηλιαχτίδα του ήλιου.
«Αν μπορείτε να κάνετε τέτοια πράγματα, τότε έχετε μάθει τα πάντα», είπε ο πανδοχέας, κρύβοντας τον θαυμασμό του πίσω από ένα πονηρό χαμόγελο.
Οι τρεις θεραπευτές είχαν στην κατοχή τους ένα μαγικό μύρο σε μορφή αλοιφής. Αυτή η αλοιφή μπορούσε να ενώσει κομμάτια που είχαν χωριστεί και να δώσει ζωή σε ό,τι μαραινόταν. Την κουβαλούσαν πάντα μαζί τους σε ένα μικρό φιαλίδιο ασημένιο, στολισμένο με σύμβολα αρχαία και ξεχασμένα. Με κινήσεις αργές και τελετουργικές, έκοψαν το χέρι, την καρδιά και τα μάτια από τα σώματά τους, όπως είχαν υποσχεθεί. Τα τοποθέτησαν προσεκτικά σε ένα πιάτο αργυρό και το έδωσαν στον πανδοχέα. Εκείνος, με δέος ανάμικτο με φόβο, έδωσε το πιάτο σε μια υπηρέτρια με την εντολή να το φυλάξει καλά στο ντουλάπι της κουζίνας.
Η κοπέλα όμως κρατούσε ένα μυστικό στην καρδιά της. Είχε έναν αγαπητικό, έναν στρατιώτη που ερχόταν κρυφά τις νύχτες και της έφερνε τριαντάφυλλα, ψιθυρίζοντάς της λόγια αγάπης. Όταν ο πανδοχέας, οι τρεις θεραπευτές και όλοι οι άλλοι στο πανδοχείο βυθίστηκαν στον ύπνο, ήρθε ο στρατιώτης ζητώντας κάτι να φάει. Η κοπέλα άνοιξε το ντουλάπι και του έφερε φαγητό, αλλά στην αγκαλιά του αγαπημένου της ξέχασε να κλείσει την πόρτα του ντουλαπιού. Κάθισε δίπλα του και μίλησαν για όνειρα και υποσχέσεις για το μέλλον που ονειρεύονταν μαζί.
Καθώς η νύχτα προχωρούσε και οι δυο τους χάνονταν στον κόσμο της αγάπης τους, μια γάτα μαύρη σαν το σκοτάδι γλίστρησε αθόρυβα. Βρήκε το ντουλάπι ανοιχτό, πήρε το χέρι, την καρδιά και τα μάτια των τριών θεραπευτών και εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα. Όταν ο στρατιώτης αποχαιρέτησε την αγαπημένη του και η κοπέλα πήγε να μαζέψει τα πιάτα, είδε με τρόμο πως το αργυρό πιάτο ήταν άδειο. «Αχ, δύστυχη κοπέλα που είμαι, τι θα κάνω τώρα;» είπε με φωνή που έτρεμε σαν φύλλο στον άνεμο. «Το χέρι χάθηκε, η καρδιά και τα μάτια εξαφανίστηκαν. Τι θα με βρει το πρωί;»
«Μην ανησυχείς. Θα σε βοηθήσω», είπε ο στρατιώτης με φωνή γλυκιά σαν μέλι. «Στην άκρη του χωριού κρέμεται ένας κλέφτης στην αγχόνη. Θα πάω να του κόψω το χέρι. Ποιο χέρι ήταν;» «Το δεξί», ψιθύρισε η κοπέλα. Του έδωσε ένα κοφτερό μαχαίρι και εκείνος, γρήγορος σαν τον άνεμο, πήγε και έκοψε το δεξί χέρι του δύστυχου κλέφτη και το έφερε στην αγαπημένη του. Μετά έπιασε τη γάτα και της έβγαλε τα μάτια. Τώρα έλειπε μόνο η καρδιά. «Δεν σφάξατε γουρούνια σήμερα; Δεν υπάρχουν στο κελάρι;» ρώτησε ο στρατιώτης. «Ναι», είπε η κοπέλα με μάτια που έλαμπαν σαν αστέρια από ευγνωμοσύνη. «Ωραία», είπε ο στρατιώτης και κατέβηκε στο κελάρι, απ' όπου έφερε την καρδιά ενός γουρουνιού. Η κοπέλα τοποθέτησε όλα μαζί τα αντικείμενα στο πιάτο και το έβαλε πίσω στο ντουλάπι. Όταν ο αγαπημένος της την αποχαιρέτησε με ένα φιλί, πήγε ήσυχα στο κρεβάτι της, αλλά ο ύπνος που την τύλιξε ήταν γεμάτος όνειρα ταραγμένα και προαισθήσεις σκοτεινές.
Με την πρώτη ακτίνα του ήλιου, οι τρεις θεραπευτές ξύπνησαν ζητώντας από την κοπέλα το πιάτο. Τα χέρια της έτρεμαν καθώς το έφερνε. Ο πρώτος θεραπευτής πήρε το χέρι του κλέφτη και το στερέωσε στον βραχίονά του. Άλειψε την ένωση με το μαγικό μύρο και, ως δια μαγείας, το χέρι κόλλησε σαν να ήταν πάντα εκεί. Ο δεύτερος πήρε τα μάτια της γάτας και τα έβαλε στις άδειες κόγχες του, και αμέσως μπόρεσε να δει ξανά τον κόσμο. Ο τρίτος στερέωσε την καρδιά του γουρουνιού στη θέση όπου χτυπούσε πριν η δική του. Ο πανδοχέας παρακολουθούσε με δέος και υποσχέθηκε να διαδώσει τη φήμη τους.
Οι τρεις θεραπευτές πλήρωσαν και συνέχισαν το ταξίδι τους. Καθώς προχωρούσαν όμως, άρχισαν να παρατηρούν παράξενες αλλαγές. Αυτός με την καρδιά του γουρουνιού δεν έμενε καθόλου κοντά τους. Όπου έβλεπε μια γούρνα, έτρεχε και σκάλιζε με τη μύτη του, όπως κάνουν τα γουρούνια. Οι άλλοι προσπαθούσαν να τον κρατήσουν, αλλά εκείνος ξέφευγε πάντα και έτρεχε όπου η λάσπη ήταν πιο παχιά.
Ο δεύτερος, με τα μάτια της γάτας, συμπεριφερόταν επίσης παράξενα. Έτριβε τα μάτια του και έλεγε: «Σύντροφοι, τι συμβαίνει; Δεν βλέπω καθόλου! Θα με οδηγήσει κάποιος για να μην πέσω;» Μα τα λόγια του έπεφταν στο κενό, καθώς στο σκοτάδι της νύχτας τα μάτια του έλαμπαν με μια παράξενη λάμψη, βλέποντας πράγματα που κανείς άλλος δεν μπορούσε να δει.
Με δυσκολία έφτασαν το βράδυ σε ένα άλλο πανδοχείο. Εκεί, ένας πλούσιος άνδρας μετρούσε χρυσά νομίσματα. Αυτός με το χέρι του κλέφτη έκανε δυο απότομες κινήσεις και, όταν ο ξένος γύρισε από την άλλη, άρπαξε μια χούφτα νομίσματα. «Σύντροφε, τι κάνεις; Δεν πρέπει να κλέβεις, ντροπή σου!» είπε ένας από τους φίλους του. «Μα πώς μπορώ να το σταματήσω;» είπε εκείνος με απόγνωση. «Το χέρι μου τρέμει και με αναγκάζει να αρπάζω πράγματα, είτε το θέλω είτε όχι».
Όταν ξάπλωσαν να κοιμηθούν, το σκοτάδι ήταν πυκνό. Ξαφνικά, αυτός με τα μάτια της γάτας ξύπνησε τους άλλους: «Αδέρφια, κοιτάξτε πάνω! Βλέπετε τα άσπρα ποντίκια που τρέχουν εκεί;» Οι άλλοι δεν έβλεπαν τίποτα. «Κάτι δεν πάει καλά μαζί μας», είπε ο πρώτος. «Δεν πήραμε πίσω αυτό που μας ανήκει. Πρέπει να επιστρέψουμε στον πανδοχέα. Μας εξαπάτησε!»
Επέστρεψαν το επόμενο πρωί και απαίτησαν εξηγήσεις. Ο πανδοχέας έριξε το φταίξιμο στην κοπέλα, αλλά εκείνη, μόλις τους είδε, έφυγε από την πίσω πόρτα και δεν επέστρεψε ποτέ. Τότε οι θεραπευτές ανάγκασαν τον πανδοχέα να τους δώσει όσα χρήματα είχε ως αποζημίωση, αλλιώς θα του έκαιγαν το πανδοχείο. Πήραν τα χρήματα και έφυγαν.
Τα πλούτη αυτά ήταν αρκετά για την υπόλοιπη ζωή τους, αλλά η μοίρα τους είχε πάρει παράξενη τροπή. Ο πρώτος, με το χέρι του κλέφτη, κατέληξε φυλακισμένος σε ένα κάστρο, καθώς δεν μπορούσε να αντισταθεί στην επιθυμία να κλέβει. Ο δεύτερος έχτισε έναν πύργο στην άκρη του δάσους, ζώντας ξύπνιος τις νύχτες και γράφοντας τα μυστικά που του αποκάλυπτε το σκοτάδι. Ο τρίτος μετακόμισε σε ένα αγρόκτημα κοντά στη λάσπη, θρηνώντας τις νύχτες με πανσέλινο για την ανθρώπινη καρδιά που είχε χάσει.
Όσο για την κοπέλα και τον στρατιώτη, κάθε νύχτα προσεύχονταν για συγχώρεση, προσπαθώντας να απαλύνουν την ενοχή για την αμέλειά τους που άλλαξε τρεις ζωές. Κι αν ποτέ συναντήσετε τρεις περιπλανώμενες σκιές με βλέμματα που καίνε σαν αναμμένα κάρβουνα, μη φοβηθείτε. Σταθείτε, κοιτάξτε τους στα μάτια και ψιθυρίστε πως γνωρίζετε την ιστορία τους. Τότε τα μάτια τους θα θολώσουν από δάκρυα αρχαία και θα σας αφήσουν να συνεχίσετε τον δρόμο σας.





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.