Σελίδες

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

ΤΟ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟ ΣΥΝΝΕΦΟ του ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ,


Σε μια μακρινή χώρα, εκεί που η ανατολή σμίγει με το όνειρο, ζούσε μια κοπέλα που την έλεγαν Αϊσέ. Η Αϊσέ δεν ήταν μια συνηθισμένη κοπέλα. Είχε έναν κήπο, αλλά τι κήπο! Ήταν ένας κήπος γεμάτος από τα πιο σπάνια λουλούδια του κόσμου: τριαντάφυλλα που μοσχοβολούσαν σαν παράδεισος, μενεξέδες που ψιθύριζαν μυστικά στο αέρι και κρίνα λευκά σαν το φεγγάρι. Η Αϊσέ αγαπούσε τα λουλούδια της περισσότερο από καθετί στον κόσμο. Τους μιλούσε, τα χάιδευε και εκείνα της απαντούσαν λυγίζοντας τρυφερά τα κοτσάνια τους. Ψηλά στον καταγάλανο ουρανό, ένα μικρό, λευκό και απαλό Σύννεφο την παρακολουθούσε κάθε μέρα. Το Σύννεφο αυτό είχε μαγευτεί από την ομορφιά και την καλοσύνη της Αϊσέ. Την έβλεπε να ποτίζει τα φυτά της, να τραγουδά στα πουλιά και να γελά με την καρδιά της, και ένιωθε μια πρωτόγνωρη ζεστασιά. Το Σύννεφο ήταν ερωτευμένο. Ο Κακός Καρά Σεϊφί Όμως, η ευτυχία της Αϊσέ δεν κράτησε για πάντα. Στην ίδια περιοχή ζούσε ο Καρά Σεϊφί, ένας άνθρωπος σκοτεινός, άπληστος και ζηλόφθονος. Ο Καρά Σεϊφί είχε χιλιάδες στρέμματα γης, πύργους και παλάτια, αλλά τίποτα δεν του ήταν αρκετό. Ήθελε να κάνει δικό του τον κήπο της Αϊσέ, όχι γιατί αγαπούσε τα λουλούδια, αλλά γιατί δεν άντεχε να βλέπει κάποιον άλλον ευτυχισμένο. Μια μέρα, ο Καρά Σεϊφί παρουσιάστηκε μπροστά στην Αϊσέ. — «Άκουσε, κοπέλα», της είπε με φωνή που έμοιαζε με τρίξιμο σκουριασμένης πόρτας. «Αυτός ο κήπος πρέπει να γίνει δικός μου. Θα χτίσω εδώ έναν μεγάλο τοίχο και θα φυλάω τους θησαυρούς μου. Πες μου την τιμή σου και φύγε.» Η Αϊσέ τον κοίταξε στα μάτια χωρίς φόβο. — «Ο κήπος μου δεν πουλιέται, Καρά Σεϊφί. Τα λουλούδια δεν είναι εμπόρευμα, είναι η ψυχή μου. Φύγε από εδώ και άφησέ μας στην ησυχία μας.» Ο Καρά Σεϊφί έφυγε οργισμένος, ορκισμένος να εκδικηθεί. Άρχισε να σκαρφίζεται τρόπους για να καταστρέψει την ομορφιά που δεν μπορούσε να κατέχει. Η Πολιορκία του Κήπου Ο Καρά Σεϊφί χρησιμοποίησε τη δύναμή του για να κόψει το νερό που έφτανε στον κήπο της Αϊσέ. Οι μέρες περνούσαν και ο ήλιος έκαιγε αλύπητα. Τα λουλούδια άρχισαν να γέρνουν τα κεφάλια τους. Τα τριαντάφυλλα έχασαν το χρώμα τους και οι μενεξέδες άρχισαν να ξεραίνονται. Η Αϊσέ έκλαιγε πάνω από τα φυτά της. — «Μην πεθαίνετε, αγαπημένα μου», ψιθύριζε. «Θα βρω νερό, θα σας σώσω.» Όμως νερό δεν υπήρχε πουθενά. Ο Καρά Σεϊφί στεκόταν στον πύργο του και γελούσε, βλέποντας τον κήπο να αργοπεθαίνει. Η Θυσία του Σύννεφου Το Σύννεφο, από ψηλά, έβλεπε την απόγνωση της Αϊσέ και η καρδιά του ράγιζε. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει, αλλά φοβόταν. Αν ένα σύννεφο δώσει όλη του τη βροχή μαζί, τότε παύει να υπάρχει. Θα χανόταν για πάντα από τον ουρανό. — «Αν μείνω εδώ ψηλά, θα είμαι ελεύθερο να ταξιδεύω στον κόσμο», σκέφτηκε το Σύννεφο. «Αλλά αν μείνω, η Αϊσέ θα μαραζώσει μαζί με τα λουλούδια της. Τι αξίζει η ελευθερία μου μπροστά στη δική της λύπη;» Το Σύννεφο πήρε την απόφασή του. Άρχισε να μεγαλώνει, να σκοτεινιάζει, να γεμίζει με όλη την υγρασία των θαλασσών που είχε συλλέξει στα ταξίδια του. Έγινε βαρύ, γκρίζο και επιβλητικό. Ξαφνικά, πάνω από τον κήπο της Αϊσέ, ξέσπασε μια βροχή που όμοιά της δεν είχε ξαναδεί κανείς. Δεν ήταν μια απλή καταιγίδα· ήταν ένα ξέσπασμα αγάπης. Το Σύννεφο άδειαζε τον εαυτό του πάνω στα διψασμένα χώματα. — «Βρέχει! Βρέχει!» φώναζε η Αϊσέ με δάκρυα χαράς, απλώνοντας τα χέρια της στον ουρανό. Τα λουλούδια ρούφηξαν το νερό λαίμαργα. Τα κοτσάνια τους ίσιωσαν, τα πέταλά τους άνοιξαν ξανά και ο κήπος πλημμύρισε από αρώματα. Αλλά όσο ο κήπος ζωντάνευε, το Σύννεφο γινόταν όλο και πιο μικρό, όλο και πιο διάφανο. Στο τέλος, έμεινε μόνο μια λεπτή καταχνιά που χαϊδεψε το μάγουλο της Αϊσέ και μετά χάθηκε στον καθαρό αέρα. Το Τέλος του Καρά Σεϊφί Ο Καρά Σεϊφί, βλέποντας τη βροχή να σώζει τον κήπο, τρελάθηκε από το κακό του. Έτρεξε μέσα στον κήπο με ένα σπαθί, θέλοντας να κόψει τα λουλούδια που είχαν ξαναγεννηθεί. Όμως, το χώμα ήταν πια τόσο μαλακό και λασπωμένο από τη μεγάλη βροχή, που ο άπληστος άντρας γλίστρησε και έπεσε μέσα σε μια βαθιά γούρνα με λάσπη. Όσο περισσότερο πάλευε να βγει, τόσο περισσότερο η γη —που είχε ποτιστεί με τη θυσία του Σύννεφου— τον ρουφούσε μέσα της, μέχρι που χάθηκε για πάντα. Ο Επίλογος Η Αϊσέ έμεινε μόνη της στον κήπο της. Ήταν ευτυχισμένη που τα λουλούδια της σώθηκαν, αλλά κάθε φορά που κοιτούσε τον ουρανό, ένιωθε μια γλυκιά μελαγχολία. Ήξερε πως το Σύννεφο δεν έφυγε απλώς. Ήξερε πως το Σύννεφο ήταν τώρα μέσα στις ρίζες, μέσα στα πέταλα και μέσα στο άρωμα των λουλουδιών της. Η αγάπη του Σύννεφου είχε γίνει ζωή. Και ο κήπος της Αϊσέ δεν μαράθηκε ποτέ ξανά, γιατί κάθε φορά που φυσούσε το αεράκι, τα λουλούδια ψιθύριζαν το όνομα του Σύννεφου που τα αγάπησε περισσότερο από την ίδια του την ύπαρξη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου