Σελίδες

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΣΑΡΟ ΣΑΛΤΑΝ-ΟΛΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ 1η ΑΠΟΔΟΣΗ ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΠΟΥΣΚΙΝ


Τρεις νιες πίσω απ’ το γρίλι κλώθουνε νωρίς το δείλι. «Αν ήμουν εγώ τσαρίνα» λέει το πρώτο απ’ τα κορίτσια «γλέντι θα ’στρωνα να μείνει σ’ όλη τη χριστιανοσύνη!». «Αν ήμουν εγώ τσαρίνα» μιλά τ’ άλλο απ’ τα κορίτσια «μέσ’ στη γη πρωτόφαντο εγώ θα ’φαινα υφαντό». «Αν ήμουν εγώ τσαρίνα» λέει το τρίτο απ’ τα κορίτσια «για τον τσάρο τον αφέντη θα ’κανα ένα γιο λεβέντη».


Δεν απόσωσε η φωνή σιγοτρίζει η θύρα, ανιεί και στο δώμα ο τσάρος τώρα

κι άρχοντας σ’ όλη τη χώρα. Όσο μίλαγαν – αδράχτι – άκουγε έξω απ’ το φράχτη κι απ’ τα λόγια π’ ακούει, να, πιο τ’ αρέσαν τα στερνά.

«Γεια σου ωραία μου!» της κρένει «θες τσαρίνα; Ε, θα γένει! Να μου κάνεις παλικάρι με του Τρυγητή τη χάρη, κι αδελφούλες της, τρυγόνες, χάι, μαζέψτε τα από μόνες και κοντά μου ακολουθήστε με τα μας κι εσείς να ζήστε: ανυφάντρα η μια σας, κι η άλλη θα ’ν’ μαγείρισσα μεγάλη!»

Στο χιονιά βγαίνει ο ΣΑΛΤΑΝ και για το παλάτι πάν’. Και χωρίς στιγμή να χάνει ίδια μέρα το στεφάνι. Στη γιορτή ο ΣΑΛΤΑΝ γλεντάει με τη νια τσαρίνα πλάι κι οι αυλικοί μετά το κέφι σε κρεβάτι από σεντέφι νύφη και γαμπρό οδηγήσαν και μονάχους τους αφήσαν.

Κλαίει η μαγείρισσα στη σίτα κι η ανυφάντρα στη σαγίτα ζήλεια – ψώρα, πέντε – δέκα για του τσάρου τη γυναίκα. Κι η τσαρίνα η παινεμένη απ’ το λόγο της δε βγαίνει – Απ’ τη νύχτα αυτή καρπίζει… Μα, να! Πόλεμος αρχίζει, φεύγει ο τσάρος, χαιρετά-τη τ’ άξιο του καβάλησε άτι και στο πόδι του, να ορίζει, την αγάπη του διορίζει.

Κι όσο αυτός είναι μακριά κλαίει με δάκρυα η νια πικρά μα το τέρμινο σα φτάνει έναν πήχυ αγόρι κάνει. Πάνω του φυλά η τσαρίνα σαν τ’ αητόπουλο η αητίνα. Στέλνει κράχτη με γραφή ο πατέρας να χαρεί. Μα η μαγείρισσα κι η υφάντρα κι η μεσίτρα η Σουβρικάντρα, θέν’ ν’ αλλάξουν τη γραφή. Ψεύτικη, στο πι και φι, γράφουν άλλη, οι τρεις αντάμα – Να τι λέει αυτό το γράμμα: «Γέννησε τώρα η τσαρίνα μήτε κόρη ούτ’ αγορίνα, μάηδε μπάκακα ή ποντίκι μ’ άγνωστο ένα τέρας, φρίκη».

Σαν ακούει τσάρος-πατέρας τέτοιο μήνυμα για τέρας, του ’ρθε, στης οργής τη βράση τον σταλμένο να κρεμάσει – Το ζυγιάζει, κι ως να φέξει στέλνει γράμμα λέξη-λέξη: «Καρτεράτε να γυρίσω με το νόμο να τα ορίσω».

Με το γράμμα ετούτο τώρα φτάνει ο κήρυκας στη χώρα, μα η μαγείρισσα κι η υφάντρα κι η μεσίτρα η Σου-βρήκ-άντρα τον ταγίσαν, τον ποτίσαν κλέψαν τη γραφή κι αφήσαν μέσα στ’ άδειο το δισάκι το δικό τους γραμματάκι.

Πάει και δίνει αυτός κεφάτα και πιωμένος τέτοια διάτα: «Ο αφέντης των βογιάρων τους προστάζει άρον άρον μάνα-γέννημα να πνίξουν στα μουντά νερά να ρίξουν».

Οι βογιάροι - τι να πούνε; – τον αφέντη τους ακούνε και στην κάμαρή της πάνε, την τσαρίνα την ξυπνάνε, τη βουλή την τσαρική -μάνα, γιος, μοίρα κακή – δυνατά τους τη διαβάζουν κι ύστερα μου τους αρπάζουν σε βαρέλι τους πάν’ ίσα το πατώνουν, βάζουν πίσσα και στο πέλαο τους πετάν- προσταγή, λέει, του ΣΑΛΤΑΝ.

Τ’ άστρα καιν στον ουρανό στα πελάη κύμα βουνό στα ψηλά τρέχει η νεφέλη πλέει στο κύμα το βαρέλι. Κλαίει η τσαρίνα και χτυπιέται και πικροπαραπονιέται… Μέσα ο γιος τρανεύει μόνο σε μια μέρα –ένα χρόνο!

Φεύγει η μέρα – η μάνα κλάμα! – Κάνει ο γιος στο κύμα τάμα: «Κύμα, διαβατάρικό μου, κύμα λεύτερο, δικό μου, που όπου θέλεις πας μονάχο λιώνεις το θαλασσοβράχο, κάβους και στεριές περνάς και καράβια κυβερνάς, τις ψυχές μας σώσε, κρίμα, στην ακτή βγάλε μας κύμα!»

Κι αυτό ακούει το παρακάλι και τους βγάζει στ’ ακρογιάλι το βαρέλι απαλαφήνει και ξαναγυρνά στη δίνη. Μάνα, γιος στη λευτεριά νιώθουν κάτω τους στεριά. Μ’ από δω τους βγάζει ποιος; Θα τους σπλαχνιστεί ο θεός;

Όρθιο το αγόρι, να το και ποδοβολά τον πάτο. Λίγο μ’ έγνοια μολογά: «Πώς θα φτιάξουμε γοργά παραθύρι και πορτί;» Βγαίνει ο πάτος – έξω αυτοίΠερπατούν στην ερημιά, γύρω βράχια και ελιά. Ο Γκβιντόν, που ανδρειώθηκε, στο κυνήγι ετοιμάστηκε. Τόξο φτιάχνει από κλαδί, για να βρει κάτι φαΐ. Προς την άκρη του γιαλού, ακούει κλάμα πουλιού.

Βλέπει εκεί μια μάχη ορθή: Κύκνος λευκός ψυχορραγεί, κι από πάνω του ένας Γύπας, μαύρος μάγος, κακιάς μοίρας, με τα νύχια τον τρυπάει και το αίμα του ζητάει. Ο Γκβιντόν τεντώνει χέρι, τη σαΐτα του τη στέλνει.

Βρίσκει ο κράτος τον φονιά, πέφτει ο Γύπας στα νερά. Κι ο Κύκνος, ω τι θαύμα! Του μιλάει δίχως κλάμα: «Πρίγκιπά μου, μη λυπάσαι που το βέλος σου θυμάσαι. Δεν σκότωσες απλό πουλί, μα μάγο που ’φερε χολή.

Κι εμένα, που με λύτρωσες, και τη ζωή μού χάρισες, θα στο ξεπληρώσω τώρα, θα ’χεις δόξα κάθε ώρα. Κοιμήσου πλάι στη μητέρα, θα ’ναι αλλιώτικη η μέρα».

Κι όπως γλυκοξημερώνει, ο Γκβιντόν τα μάτια ανοίγει, και τι βλέπει; Τι να πει; Πόλη ορθώνεται λαμπρή! Τείχη κάτασπρα, μεγάλα, πύργοι που αγγίζουν γάλα, και χρυσοί τρούλοι παντού, σαν τ’ αστέρια τ’ ουρανού.

Οι καμπάνες ηχούν τώρα, σε όλη τούτη εδώ τη χώρα. Βγαίνει ο λαός με δώρα, για τον σωτήρα τους την ώρα. Τον Γκβιντόν ανακηρύσσουν, Τσάρο τους για να ορίσουν. Κι η μητέρα του με δάκρυ, βλέπει τη χαρά στην άκρη.

Κάθεται ο ΓΚΒΙΝΤΟΝ στον θρόνο, μα τον τρώει ένας πόνος. Βλέπει πλοία να περνούν, για τον κόσμο να κινούν. «Ω, Κύκνε μου!» του φωνάζει, «η καρδιά μου αναστενάζει. Θέλω τον πατέρα μου να δω, πώς να πάω από εδώ;»

Ο Κύκνος τον ραντίζει τότε, με νερό μαγεμένο, δες τε! Και ο Πρίγκιπας, ω θαύμα! γίνεται κουνούπι αντάμα. Πετάει πάνω απ’ το καράβι, που τον ΣΑΛΤΑΝ πάει να λάβει. Κρύβεται σε μια σχισμή, ταξιδεύει μια στιγμή.

Φτάνουνε στην ξένη χώρα, εκεί που ο Τσάρος ζει με μπόρα. Κάθεται ο ΣΑΛΤΑΝ στον θρόνο, με τον φόβο και τον πόνο. Δίπλα του η μαγείρισσα, κι η υφάντρα η πικρίσσα, κι η ΜΠΑΜΠΑΡΙΧΑ η γριά, που του κρύβουν τη χαρά.

Οι έμποροι μιλούν για πόλη, που θαμάζουν οι ανθρώποι όλοι. «Στο νησί Μπουγιάν, εκεί, ένας Τσάρος κατοικεί. Έχει τείχη και παλάτια, που θαμπώνουνε τα μάτια!» Ο ΣΑΛΤΑΝ αναρωτιέται, και η καρδιά του ανακινιέται: «Θέλω αυτό το νησί να δω, τους εμπόρους να ακολουθώ!»

Μα οι αδελφές γελούν με φθόνο, για να του αυξήσουνε τον πόνο: «Τι είναι μια πόλη εμπρός σε αυτό; Έναν σκίουρο ζητώ, που καθίζει σε μια ελιά, και καθαρίζει τα καρύδια στη σειρά. Χρυσά τσόφλια, σμαραγδένια είναι η ψίχα τους, η θεία!»

Ο ΓΚΒΙΝΤΟΝ, σαν κουνούπι εκεί, τις τσιμπάει στην κορυφή! Και πετάει πίσω πάλι, με τη σκέψη τη μεγάλη. Στον Κύκνο λέει το μυστικό, για τον σκίουρο τον μαγικό.

Και το πρωί, ω τι χαρά! Στη μεγάλη την ελιά, ο σκίουρος καθίζει τώρα, τραγουδώντας για τη χώρα. Σπάει καρύδια με ρυθμό, χρυσό δίνοντας σωρόΠάλι οι έμποροι αρμενίζουν, στο παλάτι του ΣΑΛΤΑΝ γυρίζουν. Λένε για τον σκίουρο, το ζώο, που ’χει πλούτο τόσο αθώο. Μα οι αδελφές, με μαύρα μάτια, πάλι στήνουνε παλάτια: «Τι είναι ένας σκίουρος;» του λένε, κι οι καρδιές τους ψέμα υφαίνουν. «Αλλού είναι το θαύμα το μεγάλο, που δεν μοιάζει με κανένα άλλο: Η θάλασσα βράζει και φουσκώνει, κι έναν στρατό εκεί σηκώνει. Τριάντα τρεις ιππότες βγαίνουν, με χρυσά λέπια που τρελαίνουν!»

Ο ΓΚΒΙΝΤΟΝ πάλι το ακούει, σαν μύγα τώρα τους τρυπάει! Πίσω στον Κύκνο του πηγαίνει, και την ευχή του την του λέει. «Μη θλίβεσαι», ο Κύκνος κρένει, «η θάλασσα είναι δική μου, ξένη. Αυτοί οι ιππότες είναι αδέλφια, που θα φυλάνε τα δικά σου κέφια».

Και να! Η θάλασσα αφρίζει, τον γιαλό τον πλημμυρίζει. Βγαίνουν οι τριάντα τρεις λεβέντες, δίχως λόγια και κουβέντες. Με τον ΤΣΕΡΝΟΜΟΡ μπροστάρη, που ’χει του γέροντα τη χάρη. «Ήρθαμε, Τσάρο, να φυλάμε, το νησί σου όπου κι αν πάμε!»

Μα ο ΓΚΒΙΝΤΟΝ πάλι μελαγχολεί, μια Πριγκίπισσα ζητά πολύ. «Λένε για μια νια, που ο κόσμος τρέμει, σαν τη βλέπει, η γη ημερεύει. Το φεγγάρι έχει στα μαλλιά της, κι ένα αστέρι στη ματιά της!» Ο Κύκνος τότε τον κοιτάζει, και τη φωνή του την αλλάζει: «Αυτή που ψάχνεις, είναι εμπρός σου, φως και ελπίδα του δικού σου!»

Χτυπά τα φτερά, το φως την ντύνει, και ο Κύκνος πια πίσω αφήνει το πούπουλο, το λευκό το χρώμα, και γυναίκα στέκει στο χώμα! Με το φεγγάρι να φέγγει στο κεφάλι, και το αστέρι – ομορφιά μεγάλη! Ο ΓΚΒΙΝΤΟΝ την παίρνει αγκαλιά, και στήνουν γάμο και χαράΟ ΣΑΛΤΑΝ πια δεν καρτεράει, τον στόλο του όλο ξεκινάει. Με πλοία τρανά, με τα πανιά αρμενίζει στα γαλάζια νερά. Κι οι αδελφές κι η ΜΠΑΜΠΑΡΙΧΑ μαζί, με την καρδιά τους τη μισητή, πάνε να δουν με τα μάτια τους πια αν λένε οι έμποροι αλήθεια ή ψευτιά.

Φτάνουν στο νησί, τι να ιδούν; Τα μάτια τους δεν το βαστούν! Πόλη λευκή, πύργοι χρυσοί, και μια γαλήνη περισσή. Στην πύλη στέκουν οι ιππότες, που δεν τους είδανε ποτέ τους, κι ο γέρο ΤΣΕΡΝΟΜΟΡ εκεί τους γνέφει με ευχή γλυκιά.

Προχωρά ο ΣΑΛΤΑΝ στο παλάτι, και τι να δει το δικό του μάτι; Κάτω απ’ την ερυθρελάτη τη θειά, ο σκίουρος σπάει καρύδια χρυσά! Και πιο εκεί, σε θρόνο ψηλό, βλέπει έναν νέο, άντρα λαμπρό, και πλάι του μια νύφη, ω τι φως! που θαμπώνεται κι ο ίδιος ο θεός.

Μα σαν κοιτάζει πιο δεξιά, του κόβεται η αναπνοή στη στιγμή... Η ΤΣΑΡΙΝΑ στέκει εκεί σιωπηλή, με την παλιά της την ομορφιά την καλή. Το αίμα του βράζει, η καρδιά του χτυπά, «Εσείς;» φωνάζει με λόγια πικρά και με δάκρυα που τρέχουν σαν βρύση, την αγκαλιά του πάει να ανοίξει.

Γνωρίζει τον γιο του, τον ΓΚΒΙΝΤΟΝ τον τρανό, τον σφίγγει στο στήθος, δώρο ουρανό! Η πλεκτάνη πια έχει χαθεί, η αλήθεια παντού έχει χυθεί. Οι αδελφές, μέσ’ στον φόβο τους τώρα, ζητούν να χαθούν, να φύγουν απ’ τη χώρα. Κρύβονται πίσω απ’ τη γριά τη μεσίτρα, που ’χε του κόσμου την κακιά την πίτρα.

Μα ο ΣΑΛΤΑΝ, μες στη χαρά τη μεγάλη, δεν θέλει το αίμα, δεν θέλει το πάλι. Τις συγχωρεί και τις διώχνει μακριά, να ζήσουν με τη δική τους τη μοναξιά. Κι αρχίζει το γλέντι, τρεις μέρες και πέντε, με κρασί και με μέλι, χίλια ενενήντα πέντε!

Κι εγώ ήμουν εκεί, και έπινα κρασί, έτρεχε στο μουστάκι, μα δεν έμπαινε στη ζωή! Έτσι τελειώνει το παραμύθι αυτό, του ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΠΟΥΣΚΙΝ το έργο το ακριβό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου