Σελίδες

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

ΒΑΣΙΛΙΣΑ Η ΠΑΝΕΜΟΡΦΗ ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΑΦΑΝΑΣΙΕΦ


ΒΑΣΙΛΙΣΑ Η ΠΑΝΕΜΟΡΦΗ

Συγγραφέας: ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΑΦΑΝΑΣΙΕΦ

Σε μια μακρινή επαρχία της αρχαίας Ρωσίας, σε έναν οικισμό που βρισκόταν φωλιασμένος ανάμεσα σε απέραντα δάση και ρέοντες ποταμούς, ζούσε κάποτε ένας ευκατάστατος έμπορος. Ήταν ένας άνθρωπος αξιοσέβαστος, με σοβαρό βλέμμα και καρδιά γεμάτη αγάπη για την οικογένειά του. Για πολλά χρόνια, η μεγαλύτερη επιθυμία του ίδιου και της συζύγου του, μιας γυναίκας με ήρεμη ομορφιά και βαθιά πίστη, ήταν να αποκτήσουν ένα παιδί. Η ευχή τους τελικά εκπληρώθηκε, και στην οικογένεια ήρθε μια κόρη, την οποία ονόμασαν Βασιλίσα. Ήταν ένα κορίτσι προικισμένο με μια σπάνια χάρη, που από μικρή φανέρωνε την ομορφιά που θα την ακολουθούσε στην ενήλικη ζωή της.

Η ευτυχία όμως της οικογένειας δεν έμελλε να κρατήσει για πάντα. Όταν η Βασιλίσα ήταν ακόμη σε τρυφερή ηλικία, η μητέρα της αρρώστησε βαριά. Οι μέρες της ήταν μετρημένες, και καθώς οι δυνάμεις της την εγκατέλειπαν, κάλεσε την κόρη της κοντά στο κρεβάτι της. Τα μάτια της, κάποτε γεμάτα ζωή, τώρα φώτιζαν από μια απόκοσμη λάμψη, καθώς γνώριζε το επικείμενο τέλος της. Μέσα από τις βαριές, κεντητές κουβέρτες που κάλυπταν το κρεβάτι, η ετοιμοθάνατη γυναίκα έβγαλε μια μικρή, ξύλινη κούκλα, φτιαγμένη με παραδοσιακή ρωσική τέχνη και ντυμένη με ένα απλό, υφαντό φουστάνι.


«Άκουσε με προσεκτικά, παιδί μου», ψιθύρισε η μητέρα, και η φωνή της ήταν ένα αδύναμο θρόισμα φύλλων. «Σου αφήνω την ευλογία μου και αυτή την κούκλα. Δεν είναι ένα απλό παιχνίδι, αλλά ένα πολύτιμο φυλαχτό από τους προγόνους μας. Κράτα την πάντα στην τσέπη σου και μην την αφήσεις να τη δει καμία ψυχή, εκτός από εσένα. Αν ποτέ βρεθείς σε μεγάλη ανάγκη, σε αδιέξοδο, ή σε έναν κίνδυνο που δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις μόνη σου, δώσε της λίγο φαγητό και ζήτα τη συμβουλή της. Εκείνη θα σε ακούσει, θα σε βοηθήσει και θα σου δείξει τον δρόμο που ορίζει η μοίρα σου». Με αυτά τα λόγια, και με ένα τελευταίο, αδύναμο φιλί στο μέτωπο της κόρης της, η μητέρα έκλεισε τα μάτια της για πάντα. Η Βασιλίσα έμεινε μόνη της, βυθισμένη στο βαρύ πένθος, με την κούκλα σφιχτά κρυμμένη στην παλάμη της.

Ο έμπορος, αν και θρήνησε βαθιά τον χαμό της αγαπημένης του συζύγου, ήταν ένας πρακτικός άνθρωπος. Μετά από έναν χρόνο θλίψης και μοναξιάς, ένιωσε την ανάγκη να ξαναφτιάξει τη ζωή του, κυρίως για χάρη της κόρης του. Διάλεξε για νέα του σύζυγο μια χήρα, η οποία έμοιαζε εξωτερικά ευγενική και φρόνιμη, πιστεύοντας πως θα ήταν μια έμπειρη και καλή μητέρα για τη Βασιλίσα. Όμως, η επιλογή του αποδείχθηκε μοιραίο λάθος. Η νέα του σύζυγος έφερε μαζί της τις δύο δικές της κόρες, κορίτσια που ήταν το αντίθετο της Βασιλίσα: είχαν ψυχρό βλέμμα, κακή καρδιά και φθόνο που τις κυρίευε.

Η μητριά, μόλις είδε την αξεπέραστη ομορφιά της Βασιλίσα, ένιωσε ένα ανεξέλεγκτο μίσος να τη διαπερνά. Οι δικές της κόρες, αν και προσπαθούσαν να στολιστούν και να φανούν όμορφες, ωχριούσαν μπροστά στη χάρη της Βασιλίσα. Η μητριά και οι κόρες της άρχισαν λοιπόν να την υποβάλλουν σε ατελείωτες δοκιμασίες, ελπίζοντας πως ο κάματος, ο ήλιος και οι στερήσεις θα αμαύρωναν την ομορφιά της και θα την έκαναν να χάσει τη λάμψη της. Την ανάγκαζαν να κάνει όλες τις πιο σκληρές δουλειές του σπιτιού: να καθαρίζει τις στάχτες από το τζάκι, να κουβαλά βαριά ξύλα από το δάσος, να πλένει τα ρούχα στο παγωμένο ποτάμι, να καθαρίζει τα πατώματα και να μαγειρεύει για όλους.


Η Βασιλίσα, αν και υπέφερε σιωπηλά, δεν λύγιζε. Κάθε βράδυ, όταν όλο το σπίτι ησύχαζε και οι μητριά με τις κόρες της κοιμούνταν, η Βασιλίσα κλειδωνόταν στη μικρή της σοφίτα. Έβγαζε την κούκλα από την τσέπη της, της πρόσφερε ένα κομμάτι φρέσκο ψωμί ή λίγο γάλα, το οποίο της περίσσευε από το λιγοστό της γεύμα, και της έλεγε με παράπονο: «Να, μικρή μου κούκλα, φάε και άκουσε τον πόνο μου. Η μητριά μου με βασανίζει και θέλει να με αφανίσει με τον κάματο». Τότε, τα μάτια της κούκλας άρχιζαν να λάμπουν σαν δυο μικρά αστέρια. «Μη φοβάσαι, Βασιλίσα η Πανέμορφη», της απαντούσε η κούκλα με μια φωνή που ήταν σαν απαλός ψίθυρος ανέμου. «Φάε, προσευχήσου και κοιμήσου. Η αυγή είναι σοφότερη από το δειλινό». Και μέχρι το ξημέρωμα, με μαγικό τρόπο, η κούκλα είχε τελειώσει όλες τις δουλειές, αφήνοντας τη Βασιλίσα να φαίνεται ξεκούραστη, φρέσκια και ακόμα πιο όμορφη, γεγονός που εξόργιζε τη μητριά της και τις αδελφές της όλο και περισσότερο.

Έτσι κύλησαν τα χρόνια, με τη Βασιλίσα να μεγαλώνει, ενώ η ομορφιά της έφτανε σε ένα σημείο που ξεπερνούσε κάθε φαντασία. Ήταν σαν ένα λουλούδι που ανθίζει ακόμα πιο λαμπρά μέσα στην καταιγίδα.

Ο καιρός πέρασε και ο έμπορος έπρεπε να φύγει για ένα πολύ μακρινό ταξίδι στις ξένες αγορές, που θα κρατούσε ολόκληρους μήνες. Πριν φύγει, αποχαιρέτησε την κόρη του με βαριά καρδιά, αφήνοντάς την υπό την προστασία της μητριάς. Μόλις το κάρο του χάθηκε στον ορίζοντα, η μητριά πούλησε το σπίτι τους στην πόλη και μετέφερε την οικογένεια σε μια μικρή καλύβα στην άκρη ενός αρχέγονου, σκοτεινού δάσους. Σε εκείνο το δάσος, μέσα σε μια χαράδρα που ο ήλιος δεν άγγιζε ποτέ, ζούσε η τρομερή μάγισσα ΜΠΑΜΠΑ ΓΙΑΓΚΑ, που έτρωγε τους ανθρώπους σαν να ήταν σπουργίτια.

Το φθινόπωρο έφτασε και οι νύχτες έγιναν μεγάλες και παγωμένες. Μια νύχτα, η μητριά έδωσε στις τρεις κοπέλες εργασίες για όλη τη νύχτα: η μία έπρεπε να πλέκει δαντέλα, η άλλη να υφαίνει κάλτσες και η Βασιλίσα να γνέθει λινάρι. Έσβησε όλα τα φώτα στο σπίτι, αφήνοντας μόνο ένα κερί να τρεμοπαίζει εκεί που δούλευαν. Σύντομα, η μία από τις αδελφές, ακολουθώντας το κρυφό σχέδιο της μητέρας της, έσβησε το κερί με το πρόσχημα ότι καθάριζε το φιτίλι.

«Τώρα δεν έχουμε φως!» φώναξαν οι δύο αδελφές. «Πρέπει κάποια να πάει στην ΜΠΑΜΠΑ ΓΙΑΓΚΑ να ζητήσει φωτιά, αλλιώς δεν θα τελειώσουμε ποτέ τη δουλειά μας». Άρχισαν να σπρώχνουν τη Βασιλίσα προς την πόρτα. Η κοπέλα, τρέμοντας από τον τρόμο, έβγαλε την κούκλα από την τσέπη της και της έδωσε λίγο ψωμί. Η κούκλα έλαμψε και της ψιθύρισε: «Μη φοβάσαι, Βασιλίσα. Πήγαινε εκεί που σε στέλνουν, και όσο με έχεις μαζί σου, κανένα κακό δεν θα σε αγγίξει».

Η Βασιλίσα μπήκε στο δάσος. Το σκοτάδι ήταν τόσο πυκνό που δεν έβλεπε τα χέρια της. Ξαφνικά, ένας καβαλάρης ντυμένος στα λευκά, πάνω σε ένα λευκό άλογο με λευκά ηνία, πέρασε καλπάζοντας δίπλα της. Τότε η αυγή ξημέρωσε. Λίγο αργότερα, ένας καβαλάρης ντυμένος στα κόκκινα, πάνω σε ένα κόκκινο άλογο, πέρασε και ο ήλιος ανέτειλε στον ουρανό. Η Βασιλίσα περπατούσε όλη μέρα, μέχρι που έφτασε σε ένα ξέφωτο. Εκεί είδε την καλύβα της μάγισσας.

Το σπίτι στεκόταν πάνω σε γιγάντια πόδια κότας και μπορούσε να στρίβει προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο φράχτης γύρω από την αυλή ήταν φτιαγμένος από ανθρώπινα οστά, και πάνω σε κάθε πάσαλο υπήρχε ένα κρανίο, του οποίου οι κόγχες των ματιών έφεγγαν με μια απόκοσμη φλόγα. Η πύλη είχε για μεντεσέδες οστά ποδιών και για κλειδαριά ένα στόμα με κοφτερά δόντια. Η Βασιλίσα πάγωσε από τον φόβο της. Τότε, ένας μαύρος καβαλάρης πάνω σε ένα μαύρο άλογο πέρασε από μπροστά της και η νύχτα έπεσε αμέσως πάνω στο δάσος


Μέσα στην απόλυτη σιωπή του δάσους, ακούστηκε ξαφνικά ένας τρομερός θόρυβος που έκανε τα δέντρα να λυγίζουν και τα ξερά φύλλα να στροβιλίζονται στον αέρα. Η Μπάμπα Γιάγκα πλησίαζε. Δεν ίππευε σκούπα, αλλά ένα γιγάντιο σιδερένιο γουδί, το οποίο οδηγούσε χτυπώντας το με το ύπερο, ενώ με μια σκούπα από κλαδιά σημύδας έσβηνε τα ίχνη της από πίσω. Σταμάτησε μπροστά στην πύλη και οσμίστηκε τον αέρα.

«Φου! Φου!» φώναξε με φωνή που έμοιαζε με τρίξιμο παλιού ξύλου. «Μυρίζω ρώσικη σάρκα! Ποιος είναι εδώ;»

Η Βασιλίσα, τρέμοντας σύγκορμη, βγήκε από τη σκιά. «Εγώ είμαι, γιαγιά. Οι κόρες της μητριάς μου με έστειλαν να ζητήσω φωτιά».


«Σε ξέρω», απάντησε η μάγισσα στρέφοντας τα μικρά, πονηρά της μάτια πάνω στην κοπέλα. «Θα σου δώσω φωτιά, αλλά τίποτα στον κόσμο δεν χαρίζεται. Θα μείνεις εδώ και θα με υπηρετήσεις. Αν οι δουλειές σου είναι τέλειες, θα πάρεις αυτό που ζητάς. Αν όμως αποτύχεις έστω και σε ένα πράγμα, θα σε φάω για το δείπνο μου».

Η μάγισσα μπήκε στην καλύβα και διέταξε τη Βασιλίσα να της φέρει ό,τι φαγητό υπήρχε στον φούρνο. Η κοπέλα σέρβιρε φαγητά που θα αρκούσαν για δέκα άνδρες: ψητά κρέατα, πίτες και μεγάλες κανάτες με kvass. Η Μπάμπα Γιάγκα έφαγε τα πάντα μέχρι το τελευταίο ψίχουλο, αφήνοντας για τη Βασιλίσα μόνο μια σκληρή κόρα ψωμιού.

«Άκου τώρα τις αυριανές σου δουλειές», είπε η μάγισσα πριν πέσει για ύπνο. «Θα καθαρίσεις την αυλή, θα σκουπίσεις την καλύβα, θα μαγειρέψεις το δείπνο και θα πλύνεις τα λινά. Έπειτα, θα πάρεις αυτό το σάκο με το σιτάρι και θα ξεχωρίσεις κάθε σπόρο από τη μαύρη βρώμη και τις ακαθαρσίες. Και πρόσεξε! Αν δεν είναι έτοιμα όταν επιστρέψω, ξέρεις ποια θα είναι η μοίρα σου».

Μόλις η μάγισσα άρχισε να ροχαλίζει, η Βασιλίσα έβγαλε την κούκλα της και την τάισε με την τελευταία της μπουκιά ψωμί. «Κούκλα μου, βοήθησέ με! Η δοκιμασία είναι αδύνατη και ο θάνατος με περιμένει». Τα μάτια της κούκλας έλαμψαν. «Κοιμήσου, Βασιλίσα η Πανέμορφη. Το πρωί είναι σοφότερο από το βράδυ», ψιθύρισε.

Όταν η Βασιλίσα ξύπνησε την αυγή, είδε τους τρεις καβαλάρηδες να περνούν ξανά — τον Λευκό, τον Κόκκινο και τον Μαύρο. Η κούκλα είχε ήδη τελειώσει τα πάντα. Το σιτάρι ήταν καθαρό και ταξινομημένο σε σωρούς, η αυλή έλαμπε και το φαγητό σιγοέβραζε στον φούρνο. Η Μπάμπα Γιάγκα επέστρεψε και, παρόλο που έψαχνε αφορμή να θυμώσει, δεν βρήκε ούτε έναν σπόρο λάθος.

«Φώναξε τους πιστούς μου υπηρέτες να αλέσουν το σιτάρι!» ούρλιαξε η μάγισσα. Τότε, τρία ζευγάρια χέρια εμφανίστηκαν από το πουθενά στον αέρα, άρπαξαν το σιτάρι και εξαφανίστηκαν. Η Βασιλίσα έμεινε άναυδη, αλλά δεν είπε λέξη



Τη δεύτερη μέρα, η Μπάμπα Γιάγκα έθεσε μια ακόμα πιο δύσκολη δοκιμασία: η Βασιλίσα έπρεπε να καθαρίσει έναν τεράστιο σωρό από σπόρους παπαρούνας που είχαν αναμειχθεί με χώμα, κόκκο προς κόκκο. Και πάλι, η μαγική κούκλα έκανε το θαύμα της ενώ η κοπέλα κοιμόταν. Όταν η μάγισσα επέστρεψε και είδε πως όλα ήταν έτοιμα, φώναξε πάλι τους υπηρέτες της. Τρία ζευγάρια χέρια εμφανίστηκαν στον αέρα, άρπαξαν τους σπόρους για να βγάλουν το λάδι και χάθηκαν ξανά στο κενό.

Η Βασιλίσα στεκόταν σιωπηλή, παρατηρώντας τα παράξενα φαινόμενα. Η Μπάμπα Γιάγκα την κοίταξε υποψιασμένα. «Γιατί στέκεσαι εκεί και δεν μιλάς; Δεν έχεις τίποτα να με ρωτήσεις;»

«Αν μου το επιτρέπεις, γιαγιά», είπε η Βασιλίσα, «θα ήθελα να ρωτήσω για τους καβαλάρηδες που είδα στο δρόμο». «Ρώτα», απάντησε η μάγισσα. «Ποιος είναι ο λευκός καβαλάρης;» «Είναι η Ημέρα μου», αποκρίθηκε η Μπάμπα Γιάγκα. «Και ο κόκκινος;» «Είναι ο Ήλιος μου». «Και ο μαύρος καβαλάρης;» «Είναι η Νύχτα μου. Όλοι τους είναι πιστοί μου υπηρέτες», είπε η μάγισσα και το βλέμμα της έγινε πιο σκοτεινό. «Θέλεις να ρωτήσεις κάτι άλλο; Να θυμάσαι πως η πολλή γνώση γερνάει τους ανθρώπους».

Η Βασιλίσα, θυμούμενη τη συμβουλή της κούκλας της να μην είναι υπερβολικά περίεργη, απάντησε: «Όχι, γιαγιά, όσα είδα μου αρκούν». «Καλά έκανες», είπε η μάγισσα. «Τώρα πες μου, πώς καταφέρνεις να εκτελείς όλες τις δουλειές που σου αναθέτω;» «Με βοηθά η ευλογία της μητέρας μου», ψιθύρισε η κοπέλα.

Μόλις άκουσε τη λέξη «ευλογία», η Μπάμπα Γιάγκα σηκώθηκε οργισμένη. «Ευλογία; Φύγε αμέσως από εδώ! Δεν θέλω κανέναν ευλογημένο μέσα στο σπίτι μου!». Την έσπρωξε έξω από την καλύβα, αλλά δεν την άφησε να φύγει με άδεια χέρια. Ξεκρέμασε από τον φράχτη ένα κρανίο με μάτια που έφεγγαν σαν αναμμένα κάρβουνα, το κάρφωσε σε ένα ραβδί και της το έδωσε. «Ορίστε η φωτιά για τις κόρες της μητριάς σου. Πάρ’ την και μην ξαναπατήσεις εδώ!».

Η Βασιλίσα έτρεχε μέσα στο δάσος, με το κρανίο να φωτίζει το μονοπάτι της. Όταν έφτασε στο σπίτι της, διαπίστωσε πως από τότε που είχε φύγει, καμία φωτιά δεν μπορούσε να ανάψει στο σπίτι. Μόλις μπήκε μέσα, τα μάτια του κρανίου στράφηκαν προς τη μητριά και τις αδελφές της. Όπου κι αν προσπάθησαν να κρυφτούν, το πύρινο βλέμμα τις ακολουθούσε, μέχρι που το επόμενο πρωί δεν είχε απομείνει τίποτα από αυτές παρά μόνο στάχτη. Η Βασιλίσα έμεινε ανέγγιχτη.

Ελεύθερη πια, έθαψε το κρανίο βαθιά στη γη και πήγε στην πόλη. Εκεί, με τη βοήθεια της κούκλας της, ύφανε ένα λινό τόσο λεπτό και όμορφο, που ο ίδιος ο Τσάρος εντυπωσιάστηκε. Όταν τη συνάντησε και είδε την αρχοντική και σοβαρή ομορφιά της, την έκανε γυναίκα του. Έζησε ευτυχισμένη για πολλά χρόνια, κρατώντας πάντα στην τσέπη της τη μικρή ξύλινη κούκλα, το φυλαχτό που τη δίδαξε πως η υπομονή και η εσωτερική καθαρότητα νικούν ακόμα και το βαθύτερο σκοτάδι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου