Κάποτε ζούσε ένας βασιλιάς, η επικράτεια του οποίου συνορευόταν με ένα δάσος απέραντο και πυκνό, γεμάτο από κάθε λογής θηράματα. Μια ημέρα, ο ηγεμόνας έστειλε έναν από τους κυνηγούς του να θηρεύσει ένα ελάφι, όμως εκείνος δεν επέστρεψε ποτέ. «Ίσως του συνέβη κάποιο ατύχημα», συλλογίστηκε ο βασιλιάς και την επόμενη ημέρα απέστειλε άλλους δύο κυνηγούς με την εντολή να αναζητήσουν τον πρώτο, μα ούτε αυτοί έδωσαν σημεία ζωής. Την τρίτη ημέρα, κάλεσε όλους τους έμπειρους κυνηγούς του και τους είπε: «Ερευνήστε σπιθαμή προς σπιθαμή όλο το δάσος και μη σταματήσετε αν δεν βρείτε τους συντρόφους σας». Όμως, κανείς από αυτούς δεν γύρισε πίσω, ούτε και τα σκυλιά που τους συνόδευαν. Από εκείνη τη στιγμή, μια βαριά, απόκοσμη σιωπή σκέπασε τη δασώδη έκταση και σπάνια έβλεπε κανείς άνθρωπο να πλησιάζει τα όριά της. Μόνο ένας αετός πετούσε καμιά φορά πάνω από τις κορυφές των δέντρων, παρατηρώντας την ερημιά.
Πέρασαν πολλά χρόνια, μέχρι που ένας ξένος κυνηγός, αναζητώντας εργασία, εμφανίστηκε ενώπιον του βασιλιά και προσφέρθηκε να εισχωρήσει στο επικίνδυνο δάσος. Ο βασιλιάς, με βαρύ προαίσθημα, τον προειδοποίησε: «Το δάσος αυτό είναι στοιχειωμένο. Φοβάμαι πως δεν θα έχεις καλύτερη τύχη από τους προκατόχους σου». Ο κυνηγός όμως παρέμεινε ακλόνητος: «Αναλαμβάνω τον κίνδυνο, Μεγαλειότατε, διότι ο φόβος δεν με αγγίζει». Έτσι, ο κυνηγός μπήκε στο δάσος με τον πιστό του σκύλο. Δεν άργησε το ζώο να εντοπίσει ένα ίχνος και να αρχίσει την καταδίωξη. Μετά από λίγο, έφτασαν σε μια βαθιά, σκοτεινή λίμνη με ακίνητα νερά. Ξαφνικά, ένα γυμνό, μυώδες χέρι βγήκε από το βυθό, άρπαξε τον σκύλο και τον τράβηξε στα έγκατα του νερού.
Ο κυνηγός, βλέποντας το συμβάν, δεν πανικοβλήθηκε. Επέστρεψε στο παλάτι, πήρε μαζί του τρεις άνδρες εφοδιασμένους με κουβάδες και άρχισαν να αδειάζουν τη λίμνη. Όταν πια το νερό σώθηκε και φάνηκε ο λασπωμένος πυθμένας, αντίκρισαν ένα θέαμα απόκοσμο: εκεί βρισκόταν ένας άγριος άνδρας, με σώμα καφέ σαν σκουριασμένο σίδερο και μαλλιά που έπεφταν πάνω από το πρόσωπό του μέχρι τα γόνατα. Τον ακινητοποίησαν, τον έδεσαν με γερές αλυσίδες και τον οδήγησαν στο παλάτι. Η θέα του προκάλεσε δέος και τρόμο. Ο βασιλιάς διέταξε να τον κλείσουν σε ένα σιδερένιο κλουβί στην κεντρική αυλή και απαγόρευσε επί ποινή θανάτου σε οποιονδήποτε να ανοίξει την πόρτα, παραδίδοντας το κλειδί στη βασίλισσα για να το φυλάει προσωπικά.
Μετά από καιρό, ο γιος του βασιλιά, ένας νεαρός άνδρας πλέον, έπαιζε στην αυλή με την αγαπημένη του χρυσή μπάλα. Κατά λάθος, η μπάλα κύλησε και έπεσε μέσα στο σιδερένιο κλουβί του άγριου άνδρα. «Δώσ’ μου την μπάλα μου», είπε ο πρίγκιπας. «Δεν θα την πάρεις αν δεν μου ανοίξεις την πόρτα», απάντησε ο αιχμάλωτος με φωνή βραχνή. Ο πρίγκιπας αρνήθηκε και απομακρύνθηκε. Την επόμενη ημέρα όμως, ο άγριος άνδρας τον κάλεσε ξανά. «Άνοιξέ μου και θα σου δώσω πίσω τον θησαυρό σου». Η επιθυμία του νέου για τη μπάλα ήταν μεγάλη. Εκμεταλλευόμενος την απουσία του πατέρα του σε κυνήγι, πήρε κρυφά το κλειδί από το προσκεφάλι της μητέρας του και ξεκλείδωσε τη βαριά πόρτα. Καθώς άνοιγε, ο πρίγκιπας τραυμάτισε ελαφρά το δάχτυλό του.
Ο άγριος άνδρας βγήκε έξω, παρέδωσε τη χρυσή μπάλα και ετοιμάστηκε να διαφύγει προς το δάσος. Ο πρίγκιπας, κυριευμένος από τον φόβο της τιμωρίας, φώναξε: «Άγριε άνθρωπε, μη με αφήνεις εδώ, ο πατέρας μου θα με τιμωρήσει σκληρά!». Τότε ο Σιδερένιος Χανς –έτσι ονομαζόταν ο άγριος άνδρας– τον κοίταξε, τον σήκωσε στους ώμους του και με γρήγορα βήματα χάθηκε μέσα στην πυκνή βλάστηση.Συνεχίζουμε με το ΜΕΡΟΣ Β' του παραμυθιού Ο ΣΙΔΕΡΕΝΙΟΣ ΧΑΝΣ από τους ΑΔΕΛΦΟΥΣ GRIMM, διατηρώντας την πιστότητα στο κείμενο και το σοβαρό ύφος.
Ο ΣΙΔΕΡΕΝΙΟΣ ΧΑΝΣ (ΜΕΡΟΣ Β')
ΑΔΕΛΦΟΙ GRIMM
Όταν έφτασαν στα βάθη του δάσους, ο Σιδερένιος Χανς άφησε τον νέο στο έδαφος και του είπε: «Δεν θα ξαναδείς ποτέ τον πατέρα και τη μητέρα σου, αλλά θα σε κρατήσω κοντά μου, γιατί με ελευθέρωσες και σε συμπονώ. Αν κάνεις ό,τι σου λέω, θα περάσεις καλά. Έχω θησαυρούς και χρυσάφι περισσότερο από οποιονδήποτε στον κόσμο». Κατόπιν, τον οδήγησε σε μια πηγή, τα νερά της οποίας ήταν καθαρά σαν κρύσταλλο, αλλά είχαν μια ιδιότητα μαγική. «Κοίταξε αυτή την πηγή», είπε ο άγριος άνδρας. «Πρέπει να τη φυλάς με αγρύπνια. Πρόσεχε καλά: τίποτα δεν πρέπει να πέσει μέσα, γιατί αν μολυνθεί, η μαγεία της θα χαθεί. Θα κάθομαι εδώ κάθε βράδυ για να ελέγχω αν τήρησες τον όρκο σου».
Ο νεαρός κάθισε στην άκρη της πηγής. Το νερό ήταν τόσο διαυγές που έβλεπε κανείς τον πυθμένα. Κάποια στιγμή, ένιωσε έναν οξύ πόνο στο δάχτυλο που είχε τραυματίσει στην πόρτα του κλουβιού. Χωρίς να το σκεφτεί, βύθισε το δάχτυλο στο νερό για να το δροσίσει. Όταν το έβγαλε, είδε με έκπληξη πως το δάχτυλο είχε καλυφθεί από ατόφιο χρυσάφι. Προσπάθησε να το τρίψει, να το καθαρίσει, αλλά μάταια· ο χρυσός παρέμενε. Το βράδυ, ο Σιδερένιος Χανς επέστρεψε, τον κοίταξε και ρώτησε: «Τι συνέβη στην πηγή;». «Τίποτα, τίποτα», απάντησε ο νέος, κρύβοντας το χέρι πίσω από την πλάτη του. Μα ο άγριος άνδρας είπε: «Βούτηξες το δάχτυλό σου μέσα. Αυτή τη φορά θα σε συγχωρήσω, αλλά πρόσεχε να μην ξανασυμβεί».
Τη δεύτερη ημέρα, ο νέος φυλούσε πάλι την πηγή. Καθώς καθόταν, μια τρίχα από το κεφάλι του έπεσε στο νερό. Πριν προλάβει να την πιάσει, η τρίχα έγινε χρυσή και βυθίστηκε. Όταν ο Σιδερένιος Χανς ήρθε το βράδυ, κατάλαβε αμέσως τι είχε γίνει. «Είσαι απρόσεκτος», του είπε αυστηρά. «Σε προειδοποιώ για τελευταία φορά».
Την τρίτη ημέρα, ο νέος ήταν αποφασισμένος να μην κουνηθεί καθόλου. Όμως, καθώς έσκυψε πάνω από το νερό για να δει το είδωλό του, τα μακριά μαλλιά του γλίστρησαν από τους ώμους του και βυθίστηκαν στην πηγή. Αμέσως, ολόκληρη η κεφαλή του έλαμψε σαν τον ήλιο· τα μαλλιά του είχαν γίνει χρυσάφια. Ο νέος φοβήθηκε τόσο που πήρε ένα μαντίλι και τα σκέπασε, ελπίζοντας πως ο άγριος άνδρας δεν θα το παρατηρούσε. Όταν όμως ο Σιδερένιος Χανς επέστρεψε, του είπε: «Βγάλε το μαντίλι». Τότε τα χρυσά μαλλιά ξεχύθηκαν στους ώμους του. «Απέτυχες στη δοκιμασία», είπε ο Σιδερένιος Χανς. «Δεν μπορείς να μείνεις άλλο εδώ. Πρέπει να βγεις στον κόσμο και να μάθεις τι σημαίνει φτώχεια και μόχθος. Όμως, επειδή η καρδιά σου δεν είναι κακιά, θα σου δώσω μια υπόσχεση: αν ποτέ βρεθείς σε μεγάλη ανάγκη, έλα στο δάσος και φώναξε το όνομά μου. Θα έρθω να σε βοηθήσω».
Ο πρίγκιπας περιπλανήθηκε για μέρες, πεινασμένος και ρακένδυτος, μέχρι που έφτασε σε μια μεγάλη πόλη. Ζήτησε εργασία στο παλάτι του εκεί βασιλιά. Αρχικά, οι μάγειροι τον περιγέλασαν, αλλά τελικά τον δέχτηκαν ως βοηθό για να κουβαλάει ξύλα και νερό. Επειδή ντρεπόταν για τα χρυσά του μαλλιά, δεν έβγαζε ποτέ το καπέλο του, ακόμα και μπροστά στον βασιλιά. «Γιατί δεν βγάζεις το καπέλο σου;» τον ρώτησαν. «Έχω μια πληγή στο κεφάλι», αποκρίθηκε εκείνος.
Μετά από καιρό, ο κηπουρός του παλατιού τον ζήτησε για βοηθό του. Μια μέρα που ο ήλιος έκαιγε, ο νέος πίστεψε πως ήταν μόνος στον κήπο. Έβγαλε το καπέλο του για να δροσιστεί και τα χρυσά του μαλλιά έλαμψαν τόσο δυνατά, που οι ακτίνες τους έφτασαν μέχρι το παράθυρο της πριγκίπισσας. Εκείνη εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά του και τον κάλεσε κοντά της.Πέρασε καιρός και ξαφνικά η χώρα δέχτηκε την επίθεση ενός πανίσχυρου εχθρού. Ο βασιλιάς συγκέντρωσε το στράτευμά του, όμως δεν ήταν σίγουρος για τη νίκη. Τότε ο πρίγκιπας-κηπουρός σκέφτηκε: «Ήρθε η ώρα να δείξω ποιος είμαι». Πήγε στο δάσος και φώναξε τρεις φορές: «Σιδερένιε Χανς!». Αμέσως ο άγριος άνδρας εμφανίστηκε. Ο νέος του ζήτησε ένα άλογο και μια πανοπλία για να πολεμήσει. Ο Σιδερένιος Χανς του έδωσε ένα μαύρο πολεμικό άλογο και μια στρατιά από σιδερένιους ιππότες που οι λόγχες τους έλαμπαν στο σκοτάδι. Ο πρίγκιπας όρμησε στη μάχη σαν θύελλα, κατατρόπωσε τον εχθρό και έσωσε το βασίλειο. Όμως, μόλις τελείωσε η μάχη, εξαφανίστηκε κρυφά στο δάσος, επέστρεψε τον εξοπλισμό και γύρισε στον κήπο του παλατιού σαν ένας απλός βοηθός.
Ο βασιλιάς, θέλοντας να ανακαλύψει τον μυστηριώδη ιππότη που τον έσωσε, ανακοίνωσε μια μεγάλη γιορτή που θα κρατούσε τρεις ημέρες. Η κόρη του θα πέταγε ένα χρυσό μήλο και όποιος το έπιανε τρεις φορές, θα κέρδιζε το χέρι της. Ο πρίγκιπας πήγε ξανά στο δάσος. Την πρώτη μέρα ο Σιδερένιος Χανς του έδωσε μια κόκκινη πανοπλία και ένα κόκκινο άλογο. Έπιασε το μήλο και έφυγε καλπάζοντας. Τη δεύτερη μέρα εμφανίστηκε με λευκή πανοπλία και άσπρο άλογο, έπιασε πάλι το μήλο και χάθηκε. Την τρίτη μέρα, ο Σιδερένιος Χανς του έδωσε μια μαύρη πανοπλία και ένα μαύρο άλογο. Έπιασε το τρίτο μήλο, αλλά καθώς έφευγε, οι στρατιώτες του βασιλιά τον κυνήγησαν και ένας τον πλήγωσε ελαφρά στο πόδι.
Την επόμενη μέρα, η πριγκίπισσα ρώτησε τον κηπουρό για τον βοηθό του. «Είναι ένας παράξενος νέος», είπε ο κηπουρός, «που φοράει πάντα καπέλο, αλλά είδα τα παιδιά του να παίζουν με τρία χρυσά μήλα!». Η πριγκίπισσα τον κάλεσε αμέσως. Όταν εκείνος στάθηκε μπροστά της, η πριγκίπισσα του έβγαλε το καπέλο και τα χρυσά του μαλλιά ξεχύθηκαν σαν ποτάμι φ φωτός. Ο βασιλιάς τον ρώτησε: «Εσύ είσαι ο ιππότης που με έσωσε και έπιασε τα μήλα;». «Ναι, Μεγαλειότατε», απάντησε εκείνος, «είμαι γιος βασιλιά και ο Σιδερένιος Χανς με βοήθησε».

ΠΟΙΗΜΑ
Σε δάσος μαύρο και πυκνό, που ο φόβος το ορίζει, κανένας δεν τολμά να μπει, το βλέμμα δεν γυρίζει. Κυνηγοί χάθηκαν εκεί, σκυλιά δεν βγήκαν πάλι, μέχρι που ένας τολμηρός σήκωσε το κεφάλι. Στη λίμνη μέσα την βαθιά, έναν εχθρό αλυχτάει, ένας άνδρας σιδερένιος, τον κόσμο σταματάει. Τον δένουν με βαριές αλυσίδες στην αυλή του βασιλιά, και το κλειδί η βασίλισσα φυλάει στην αγκαλιά.
Μα ο μικρός ο πρίγκιπας, με την χρυσή τη μπάλα, ανοίγει την σιδερένια πόρτα, την συμφορά την μεγάλη. Το κλειδί κρυφά το έκλεψε, την πύλη παραβιάζει, κι ο άγριος άνδρας ελεύθερος, το δάσος πια κοιτάζει. «Μη με αφήνεις!» ο νέος φωνάζει, «ο πατέρας θα με δείρει», κι ο Χανς τον παίρνει στον ώμο του, σε δρόμο δίχως γύρη. Στην πηγή την κρυστάλλινη, τον βάζει να φυλάει, μα η χρυσή η μαγεία, το σώμα του ακουμπάει.
Το δάχτυλο έγινε χρυσό, και τα μαλλιά του λάμπουν, «Φύγε!» του λέει ο άγριος Χανς, «οι κόσμοι σε αναμένουν». Σαν κηπουρός σε ξένη γη, το κάλλος του σκεπάζει, μα η πριγκίπισσα το φως, μες στον κήπο το κοιτάζει. Και σαν ο πόλεμος ξεσπά, ο Χανς του δίνει ασπίδα, μαύρο άλογο και στράτευμα, του δίνει την ελπίδα. Τον εχθρό κατανίκησε, σαν ιππότης με ανδρεία, μα έφυγε στα σκοτεινά, να μείνει η ιστορία.
Σε γλέντι τριήμερο μετά, το μήλο το χρυσό αρπάζει, με πανοπλίες τριών χρωμάτων, το πλήθος το θαυμάζει. Η πληγή στο πόδι τον πρόδωσε, τα μαλλιά του λάμψαν πάλι, και ο βασιλιάς του χάρισε την κόρη την μεγάλη. Στον γάμο επάνω ο Χανς φάνηκε, βασιλιάς με μεγαλείο, «Μου έλυσες τα μάγια εσύ, σε αυτό το θείο σχολείο». Η άγρια μορφή χάθηκε, το σίδερο έχει λιώσει, και η χαρά στον πρίγκιπα, τον θρόνο έχει δώσει.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Σε ένα δάσος κοντά στο παλάτι ενός βασιλιά, οι κυνηγοί άρχισαν να εξαφανίζονται μυστηριωδώς. Ένας τολμηρός ξένος αποφάσισε να λύσει το μυστήριο και ανακάλυψε πως μέσα σε μια βαθιά λίμνη ζούσε ένας άγριος άνθρωπος με σώμα καλυμμένο από σκουριά, τον οποίο ονόμασαν ΣΙΔΕΡΕΝΙΟ ΧΑΝΣ. Τον αιχμάλωσαν και τον έκλεισαν σε ένα σιδερένιο κλουβί στην αυλή του παλατιού.
Ο μικρός γιος του βασιλιά, παίζοντας με τη χρυσή του σφαίρα, την έχασε μέσα στο κλουβί. Ο ΣΙΔΕΡΕΝΙΟΣ ΧΑΝΣ του υποσχέθηκε να του τη δώσει αν τον ελευθέρωνε. Το παιδί έκλεψε το κλειδί από το προσκέφαλο της μητέρας του και άνοιξε την πόρτα. Φοβούμενο την τιμωρία, το αγόρι έφυγε μαζί με τον γίγαντα στο δάσος.
Ο ΣΙΔΕΡΕΝΙΟΣ ΧΑΝΣ έθεσε στο παιδί μια δοκιμασία: να φυλάει μια χρυσή πηγή και να μην αφήσει τίποτα να πέσει μέσα και να μολυνθεί. Όμως το αγόρι, από απροσεξία, βούτηξε το δάχτυλό του και μετά τα χρυσά του μαλλιά στην πηγή, τα οποία έγιναν χρυσά για πάντα. Ο γίγαντας τον έδιωξε για να μάθει τη ζωή, λέγοντάς του όμως: «Αν ποτέ βρεθείς σε ανάγκη, έλα στο δάσος και φώναξε το όνομά μου».
Το αγόρι εργάστηκε ως βοηθός κηπουρού σε ένα άλλο παλάτι, κρύβοντας τα χρυσά του μαλλιά κάτω από έναν σκούφο. Η πριγκίπισσα τον ερωτεύτηκε όταν είδε τη λάμψη των μαλλιών του. Όταν ξέσπασε πόλεμος, ο νεαρός ζήτησε τη βοήθεια του ΣΙΔΕΡΕΝΙΟΥ ΧΑΝΣ, ο οποίος του χάρισε μια σιδερένια πανοπλία και έναν στρατό από σιδερένιους ιππότες. Ο νεαρός νίκησε τους εχθρούς και έγινε ο ήρωας του βασιλείου.
Στο τέλος, αποκαλύφθηκε η ταυτότητά του. Ο ΣΙΔΕΡΕΝΙΟΣ ΧΑΝΣ εμφανίστηκε στον γάμο του, αλλά δεν ήταν πια ο άγριος άνθρωπος του δάσους. Ήταν ένας μεγαλοπρεπής βασιλιάς, ο οποίος είχε καταραστεί να ζει ως θηρίο μέχρι να βρεθεί μια ψυχή τόσο ευγενική που θα τον ελευθέρωνε. Η ιστορία αυτή αποτελεί μια βαθιά αλληγορία για την ενηλικίωση, την τιθάσευση των πρωτόγονων ενστίκτων και την ανάδειξη της αληθινής ευγένειας μέσα από τη σκληρή δουλειά και την αυτοθυσία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου