Σελίδες

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΠΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΥΠΗΡΕΤΗ ΤΟΥ ΤΟΝ ΜΠΑΛΝΤΑ Συγγραφέας: ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΠΟΥΣΚΙΝ



Ήταν μια φορά ένας Παπάς, με μέτωπο στενό και τσέπη ακόμη στενότερη. Βγήκε μια μέρα στην αγορά, ψάχνοντας κάποιον να τον υπηρετεί, μα να μην του κοστίζει παρά ελάχιστα. Γύριζε ανάμεσα στους πάγκους, κοιτώντας τους εργάτες με μάτι καχύποπτο. Εκεί τον πλησίασε ο Μπαλντά. «Γιατί είσαι τόσο σκεφτικός, Παπά;» τον ρώτησε. Ο Παπάς του εξήγησε πως ήθελε έναν υπηρέτη που να είναι ταυτόχρονα μάγειρας, ξυλουργός και ιπποκόμος, αλλά να ζητά λίγα.

Ο Μπαλντά, άνδρας στιβαρός και με βλέμμα καθαρό, του πρότεινε μια συμφωνία παράξενη: «Θα δουλέψω για σένα πιστά, θα κάνω όλες τις δουλειές του σπιτιού και του αγρού. Για πληρωμή, δεν θέλω ρούβλια. Μόνο, στο τέλος του χρόνου, θα μου επιτρέψεις να σου δώσω τρία χτυπήματα στο μέτωπο». Ο Παπάς σκέφτηκε: «Ένα χτύπημα είναι μόνο αέρας, δεν πονάει η τσιγκουνιά». Και δέχτηκε.


Πέρασε ο καιρός και ο Μπαλντά αποδείχθηκε θησαυρός. Δούλευε από το χάραμα ως το βράδυ, έτρωγε για τρεις μα δούλευε για δέκα. Όμως, όσο οι μέρες λιγόστευαν, ο Παπάς άρχισε να χάνει τον ύπνο του. Το μέτωπό του άρχισε να ιδρώνει από τον φόβο του χτυπήματος. Η Παπαδιά, βλέποντας τον άντρα της να μαραζώνει, του έδωσε μια ιδέα: «Στείλε τον στη θάλασσα. Πες του πως οι δαίμονες μας χρωστούν φόρους ετών. Αν δεν τους φέρει, η συμφωνία χαλάει. Αν πάει, μπορεί και να μην γυρίσει ποτέ».

Ο Μπαλντά πήγε στην ακτή. Κάθισε πάνω σε έναν βράχο και άρχισε να ταράζει τα κύματα με ένα χοντρό σκοινί. Ένας γέρος δαίμονας βγήκε έντρομος: «Γιατί ταράζεις τη γαλήνη μας;». Ο Μπαλντά απάντησε με φωνή βροντερή: «Ήρθα να πάρω τους φόρους που χρωστάτε στον Παπά!». Οι δαίμονες, θέλοντας να τον ξεγελάσουν, του έβαλαν δοκιμασίες. Του ζήτησαν να τρέξει πιο γρήγορα από ένα λαγό και να σηκώσει μια φοράδα. Ο Μπαλντά, με την εξυπνάδα του, τους νίκησε όλους.

Γύρισε πί
σω στο σπίτι του Παπά, κουβαλώντας έναν σάκο γεμάτο χρυσάφι. Ο Παπάς έτρεμε συθέμελα. Ο Μπαλντά τον κάλεσε να εκπληρώσει το χρέος του. Με το πρώτο χτύπημα, ο Παπάς πετάχτηκε ψηλά, σχεδόν ως το ταβάνι. Με το δεύτερο, έχασε τη λαλιά του και το βλέμμα του θόλωσε. Με το τρίτο χτύπημα, ο Παπάς κατέρρευσε, χάνοντας τα λογικά του από τη δύναμη της δικαιοσύνης. Ο Μπαλντά, κοιτώντας τον σοβαρά, είπε τα λόγια που έμειναν στην ιστορία: «Δεν έπρεπε, Παπά, να τρέχεις πίσω από τη φτήνια, γιατί στο τέλος την πληρώνεις ακριβά».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου