ΤΟ ΑΣΧΗΜΟΠΑΠΟ
Το Καλοκαίρι στην Εξοχή και η Φωλιά της Πάπιας
Ήταν τόσο όμορφα έξω στην εξοχή! Ήταν καλοκαίρι. Το σιτάρι ήταν χρυσαφένιο, η βρώμη πράσινη και το άχυρο στοιβαγμένο σε μεγάλες, πράσινες θημωνιές. Ο πελαργός περπατούσε πάνω στα μακριά κόκκινα πόδια του και μιλούσε αιγυπτιακά, γιατί αυτή τη γλώσσα είχε μάθει από τη μητέρα του.
Γύρω από τα χωράφια και τα λιβάδια υπήρχαν μεγάλα δάση, και μέσα στα δάση βαθιές λίμνες. Ναι, ήταν πραγματικά υπέροχα έξω στην εξοχή!
Μέσα στον ήλιο στεκόταν ένα παλιό αρχοντικό, περιτριγυρισμένο από βαθιά κανάλια. Από το τείχος μέχρι το νερό είχαν φυτρώσει τεράστια φύλλα κολλιτσίδας, τόσο ψηλά που τα μικρά παιδιά μπορούσαν να σταθούν όρθια κάτω από τα μεγαλύτερα. Εκεί, μέσα στην απομόνωση, μια πάπια καθόταν στη φωλιά της. Έπρεπε να κλωσήσει τα αυγά της για να βγουν τα παπάκια, αλλά είχε αρχίσει να βαριέται, γιατί κρατούσε πολύ καιρό και σπάνια την επισκέπτονταν. Οι άλλες πάπιες προτιμούσαν να κολυμπούν στα κανάλια παρά να κάθονται κάτω από μια κολλιτσίδα και να κουβεντιάζουν μαζί της.
Τελικά, το ένα αυγό μετά το άλλο άρχισε να ραγίζει. «Πιπ, πιπ!» ακούστηκε, και τα κίτρινα κεφαλάκια άρχισαν να προβάλλουν. «Κουάκ, κουάκ!» είπε η μητέρα πάπια, και τα μικρά σηκώθηκαν και κοίταξαν γύρω τους κάτω από τα πράσινα φύλλα. Η μητέρα τα άφησε να κοιτάζουν όσο ήθελαν, γιατί το πράσινο κάνει καλό στα μάτια.
«Πόσο μεγάλος είναι ο κόσμος!» είπαν τα μικρά, γιατί τώρα είχαν πολύ περισσότερο χώρο από ό,τι μέσα στο αυγό.
«Νομίζετε πως αυτός είναι όλος ο κόσμος;» είπε η μητέρα. «Εκτείνεται πολύ πιο πέρα από τον κήπο, μέχρι το χωράφι του παπά, αλλά εκεί δεν έχω πάει ποτέ μου. Είστε όλοι εδώ;» σηκώθηκε όρθια. «Όχι, δεν βγήκατε όλοι. Το μεγαλύτερο αυγό είναι ακόμα εκεί. Πόση ώρα θα πάρει ακόμα; Άρχισα να κουράζομαι». Και κάθισε πάλι κάτω.
Μια γριά πάπια, που ήρθε να την επισκεφτεί, την κοίταξε και είπε: «Μην ασχολείσαι, μαμά μου, αυτό είναι αυγό γαλοπούλας! Μια φορά κι εγώ έκανα την ίδια βλακεία, κλώσησα αυγά γαλοπούλας και μετά τράβηξα τα μαλλιά μου, γιατί φοβόντουσαν το νερό. Δεν μπορούσα να τα κάνω να μπουν μέσα! Δείξε μου το αυγό. Ναι, είναι αυγό γαλοπούλας! Άφησέ το και μάθε στα άλλα να κολυμπούν».
«Θα μείνω ακόμα λίγο», είπε η πάπια. «Έχω καθίσει τόσον καιρό, μπορώ να κάτσω κι άλλο». «Όπως θέλεις!» είπε η γριά πάπια και έφυγε.
Τελικά, το μεγάλο αυγό ράγισε. «Πιπ, πιπ!» είπε το μικρό και βγήκε έξω. Ήταν τόσο μεγάλο και τόσο άσχημο! Η πάπια το κοίταξε.
«Είναι ένα τεράστιο παπάκι αυτό!» είπε. «Κανένα από τα άλλα δεν του μοιάζει. Λέτε να είναι κανένας καλαμαράς, κανένα πουλί της γαλοπούλας; Θα το μάθουμε σύντομα. Πρέπει να μπει στο νερό, ακόμα κι αν χρειαστεί να το σπρώξω εγώ η ίδια!»
Η Δοκιμασία στο Νερό και η Σκληρή Αυλή
Την επόμενη μέρα ο καιρός ήταν θαυμάσιος. Ο ήλιος έλαμπε πάνω στα πράσινα φύλλα της κολλιτσίδας. Η μητέρα πάπια πήγε με όλη την οικογένειά της στο κανάλι. Πλούμ! Πήδηξε μέσα στο νερό. «Κουάκ! Κουάκ!» φώναξε, και το ένα παπάκι μετά το άλλο βουτούσαν μέσα. Το νερό σκέπαζε τα κεφάλια τους, αλλά αμέσως ξαναβγαίναν στην επιφάνεια και κολυμπούσαν περίφημα. Τα πόδια τους κινούνταν μόνα τους, και όλα ήταν μέσα στο νερό, ακόμα και το άσχημο, γκρίζο παπάκι κολυμπούσε μαζί τους.
«Όχι, δεν είναι γαλοπούλα», σκέφτηκε η πάπια. «Κοιτάξτε πώς κουνάει τα πόδια του και πώς στέκεται ίσια! Είναι δικό μου παιδί. Και αν το κοιτάξεις καλά, είναι πραγματικά όμορφο, αν το συνηθίσεις. Κουάκ! Κουάκ! Ελάτε τώρα μαζί μου, θα σας πάω στον κόσμο και θα σας παρουσιάσω στην αυλή των πουλερικών».
Όταν έφτασαν στην αυλή, γινόταν ένας τρομερός θόρυβος, γιατί δύο οικογένειες πάπιων τσακώνονταν για το κεφάλι ενός χελιού. «Βλέπετε, έτσι είναι ο κόσμος!» είπε η μητέρα πάπια. «Κουνήστε τα πόδια σας και σκύψτε το κεφάλι σας σε εκείνη τη γριά πάπια εκεί πέρα. Είναι η πιο ευγενική από όλους εδώ, έχει ισπανικό αίμα».
Τα παπάκια έκαναν ό,τι τους είπε. Όμως οι άλλες πάπιες γύρω τους τα κοίταζαν και έλεγαν δυνατά: «Κοιτάξτε! Τώρα θα έχουμε κι αυτή την παρέα! Και φευ! Τι άσχημο που είναι αυτό το ένα παπάκι! Δεν θα το ανεχτούμε!» Και αμέσως, μια πάπια πέταξε και το δάγκωσε στον σβέρκο.
«Αφήστε το ήσυχο!» φώναξε η μητέρα. «Δεν πειράζει κανέναν!» «Ναι, αλλά είναι τόσο μεγάλο και παράξενο», απάντησε η πάπια που το είχε χτυπήσει, «και γι' αυτό πρέπει να το δείρουμε».
Η Φυγή και ο Βάλτος των Αγριόπαπιων
Η κατάσταση στην αυλή χειροτέρευε κάθε μέρα. Το φτωχό παπάκι το κυνηγούσαν όλοι· ακόμα και τα αδέρφια του του φώναζαν: «Μακάρι να σε είχε αρπάξει η γάτα, άσχημο πλάσμα!». Η κοπέλα που τους έφερνε το φαγητό το κλοτσούσε, και οι κότες το τσιμπούσαν αλύπητα.
Τότε, το παπάκι δεν άντεξε άλλο. Πήδηξε πάνω από τον φράχτη –τα μικρά πουλάκια στους θάμνους πέταξαν τρομαγμένα– και έτρεξε όσο πιο μακριά μπορούσε. «Με φοβούνται γιατί είμαι άσχημο», σκέφτηκε και έκλεισε τα μάτια του, αλλά συνέχισε να τρέχει.
Έφτασε σε έναν μεγάλο βάλτο, όπου ζούσαν αγριόπαπιες. Έμεινε εκεί όλη τη νύχτα, κουρασμένο και θλιμμένο. Το πρωί, οι αγριόπαπιες πέταξαν ψηλά και κοίταξαν τον νέο τους σύντροφο. «Τι είσαι εσύ;» ρώτησαν. Το παπάκι υποκλίθηκε προς όλες τις κατευθύνσεις όσο πιο ευγενικά μπορούσε. «Είσαι τρομερά άσχημο!» είπαν οι αγριόπαπιες. «Αλλά αυτό δεν μας νοιάζει, αρκεί να μην παντρευτείς κανέναν από την οικογένειά μας».
Ξαφνικά, ακούστηκε ένας δυνατός κρότος: Μπαμ! Μπαμ! Ολόκληρα σμήνη από αγριόπαπιες πέταξαν στον αέρα και άλλοι κρότοι ακολούθησαν. Κυνηγοί είχαν περικυκλώσει τον βάλτο. Ο καπνός από το μπαρούτι ανέβαινε σαν γκρίζα σύννεφα πάνω από το νερό. Τα κυνηγόσκυλα έπεφταν μέσα στις λάσπες –πλουμ, πλουμ!– λυγίζοντας τα καλάμια.
Το φτωχό παπάκι ήταν τρομοκρατημένο. Έστρεψε το κεφάλι του για να το κρύψει κάτω από το φτερό του, και εκείνη ακριβώς τη στιγμή είδε μπροστά του έναν τεράστιο σκύλο. Η γλώσσα του κρεμόταν έξω και τα μάτια του έλαμπαν απειλητικά. Άνοιξε το στόμα του, έδειξε τα κοφτερά του δόντια και... πλουμ! Έφυγε τρέχοντας χωρίς να το αγγίξει.
«Αχ, δόξα τω Θεώ!» αναστέναξε το παπάκι. «Είμαι τόσο άσχημο, που ούτε ο σκύλος δεν καταδέχεται να με δαγκώσει!»
Συγγνώμη για τη διακοπή, φαίνεται πως η σύνδεση δυσκολεύτηκε να φορτώσει την εικόνα του βάλτου. Ας συνεχίσουμε αμέσως με την ιστορία μας, εκεί που το παπάκι αναζητά μια ζεστή γωνιά, αλλά βρίσκει μόνο επικριτικά βλέμματα.
Η Καλύβα, η Γάτα και η Κότα
Το παπάκι έτρεξε μακριά από τον βάλτο όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Πέρασε πάνω από χωράφια και λιβάδια, ενώ ένας άγριος άνεμος το χτυπούσε τόσο δυνατά που δυσκολευόταν να περπατήσει. Καθώς βράδιαζε, είδε μπροστά του μια μικρή, φτωχική καλύβα. Ήταν τόσο ετοιμόρροπη που έμενε όρθια μόνο και μόνο επειδή δεν ήξερε προς ποια μεριά να πέσει.
Το παπάκι τρύπωσε μέσα από μια χαραμάδα στην πόρτα. Στην καλύβα ζούσε μια γριά γυναίκα με τη γάτα της και την κότα της. Τη γάτα τη φώναζαν «Γιοκ» και ήξερε να καμπουριάζει την πλάτη της και να βγάζει σπίθες αν τη χάιδευες αντίθετα. Την κότα τη φώναζαν «Κοντοπόδαρη» και γεννούσε πολύ καλά αυγά· η γριά την αγαπούσε σαν παιδί της.
Το πρωί, όταν είδαν το παπάκι, η γάτα άρχισε να γουργουρίζει και η κότα να κακαρίζει. «Τι τρέχει;» ρώτησε η γριά, που δεν έβλεπε καλά και νόμισε πως το παπάκι ήταν μια παχιά πάπια που είχε χαθεί. «Τι καλή τύχη! Τώρα θα έχουμε και αυγά πάπιας, αρκεί να μην είναι αρσενική».
Έτσι, το παπάκι έμεινε εκεί για τρεις εβδομάδες δοκιμαστικά, αλλά αυγά δεν φάνηκαν πουθενά. Στην καλύβα, η γάτα ήταν ο κύριος και η κότα η κυρία. Πάντα έλεγαν «Εμείς και ο κόσμος», γιατί πίστευαν ότι αυτοί ήταν ο μισός κόσμος – και μάλιστα ο καλύτερος.
«Μπορείς να γεννήσεις αυγά;» ρώτησε η κότα. «Όχι», είπε το παπάκι. «Τότε σώπα!» «Μπορείς να καμπουριάζεις την πλάτη σου ή να βγάζεις σπίθες;» ρώτησε η γάτα. «Όχι». «Τότε δεν έχεις δικαίωμα να λες τη γνώμη σου όταν μιλάνε λογικά πλάσματα!»
Το παπάκι καθόταν στη γωνιά και ήταν θλιμμένο. Ξαφνικά, θυμήθηκε τον καθαρό αέρα και το λαμπερό φως του ήλιου. Ένιωσε μια τόσο δυνατή επιθυμία να κολυμπήσει στο νερό, που δεν μπόρεσε να μην το πει στην κότα.
«Τι λες;» φώναξε εκείνη. «Δεν έχεις τι να κάνεις και γι' αυτό σου μπαίνουν τέτοιες τρέλες στο κεφάλι! Γέννησε αυγά ή γουργούρισε, και θα δεις πώς θα σου περάσει». «Μα είναι τόσο όμορφα να κολυμπάς στο νερό», είπε το παπάκι, «να νιώθεις το νερό να κλείνει πάνω από το κεφάλι σου και να βουτάς στον βυθό!» «Τι τρομερή απόλαυση!» είπε η κότα ειρωνικά. «Μάλλον τρελάθηκες. Ρώτα τη γάτα –που είναι το πιο σοφό πλάσμα που ξέρω– αν της αρέσει να κολυμπάει ή να βουτάει στον βυθό! Ρώτα και την ίδια τη γριά κυρία μας. Νομίζεις πως υπάρχει κανείς πιο σοφός από εκείνη;»
«Δεν με καταλαβαίνετε», είπε το παπάκι με παράπονο. «Αν δεν σε καταλαβαίνουμε εμείς, τότε ποιος θα σε καταλάβει;» απάντησε η κότα. «Πίστεψέ με, στο λέω για το καλό σου. Σου λέω δυσάρεστες αλήθειες, αλλά έτσι φαίνονται οι αληθινοί φίλοι. Κοίτα να γεννήσεις αυγά ή να μάθεις να βγάζεις σπίθες!»
«Νομίζω πως θα βγω πάλι έξω στον μεγάλο κόσμο», είπε το παπάκι. «Στο καλό!» είπε η κότα.
Σωστή σκέψη. Ας επικεντρωθούμε στη ροή του λόγου για να ολοκληρώσουμε την ιστορία όπως πρέπει, σοβαρά και λογοτεχνικά.
Οι Κύκνοι και ο Σκληρός Χειμώνας
Το παπάκι έφυγε από την καλύβα. Κολύμπησε στο νερό και βούτηξε στον βυθό, αλλά όλα τα ζώα συνέχιζαν να το περιφρονούν για την ασχήμια του.
Ήρθε το φθινόπωρο. Τα φύλλα στο δάσος έγιναν κίτρινα και καφέ, ο άνεμος τα παρέσερνε και τα έκανε να χορεύουν, ενώ ο ουρανός φαινόταν κρύος και βαρύς. Τα σύννεφα ήταν φορτωμένα με χαλάζι και χιόνι. Ένα κοράκι καθόταν στον φράχτη και φώναζε «Κρα! Κρα!» από το κρύο. Το φτωχό παπάκι περνούσε πολύ δύσκολα.
Μια βραδιά, την ώρα που ο ήλιος έδυε πανέμορφος, ένα σμήνος από υπέροχα, μεγάλα πουλιά βγήκε μέσα από τους θάμνους. Το παπάκι δεν είχε ξαναδεί ποτέ τόσο όμορφα πλάσματα. Ήταν κατάλευκα, με μακριούς, λυγισμένους λαιμούς. Ήταν ΚΥΚΝΟΙ. Έβγαλαν μια παράξενη κραυγή, άπλωσαν τα μεγάλα, εντυπωσιακά φτερά τους και πέταξαν μακριά από τις κρύες περιοχές προς τις θερμές χώρες, πάνω από τις ανοιχτές θάλασσες.
Πέταξαν τόσο ψηλά, που το άσχημο παπάκι ένιωσε ένα παράξενο ρίγος. Άρχισε να στριφογυρίζει στο νερό σαν τροχός, τεντώνοντας τον λαιμό του ψηλά προς το μέρος τους, και έβγαλε μια κραυγή τόσο δυνατή και παράξενη που τρόμαξε και το ίδιο. Αχ! Δεν μπορούσε να ξεχάσει εκείνα τα ευτυχισμένα, πανέμορφα πουλιά. Δεν ήξερε το όνομά τους, ούτε πού πετούσαν, κι όμως τα αγαπούσε όσο δεν είχε αγαπήσει ποτέ κανέναν. Δεν τα ζήλευε – πώς θα μπορούσε ποτέ να ονειρευτεί τέτοια ομορφιά για τον εαυτό του; Θα ήταν ευτυχισμένο αν τουλάχιστον οι πάπιες το άφηναν να ζει ανάμεσά τους.
Και τότε ήρθε ο χειμώνας, τόσο κρύος, τόσο σκληρός! Το παπάκι έπρεπε να κολυμπά συνέχεια μέσα στη λίμνη για να μην αφήσει το νερό να παγώσει γύρω του. Όμως κάθε νύχτα η τρύπα όπου κολυμπούσε γινόταν όλο και μικρότερη. Ο πάγος έτριζε γύρω του. Τελικά, το παπάκι εξαντλήθηκε, σταμάτησε να κουνά τα πόδια του, πάγωσε και έμεινε ακίνητο μέσα στον πάγο.
Νωρίς το πρωί, ένας χωρικός πέρασε από εκεί. Είδε το παπάκι, έσπασε τον πάγο με το ξύλινο τσόκαρό του και το μετέφερε στο σπίτι του, στη γυναίκα του. Εκεί το παπάκι συνήλθε. Τα παιδιά ήθελαν να παίξουν μαζί του, αλλά εκείνο πίστεψε πως ήθελαν να του κάνουν κακό. Από τον φόβο του, πέταξε μέσα στο δοχείο με το γάλα, και το γάλα πιτσιλίστηκε παντού στο δωμάτιο. Η γυναίκα φώναξε και άπλωσε τα χέρια της, κι εκείνο πέταξε έντρομο μέσα στο σκάφες με το βούτυρο και μετά στο βαρέλι με το αλεύρι.
Τι εικόνα ήταν αυτή! Η γυναίκα το κυνηγούσε με τη σιδερένια τσιμπίδα, τα παιδιά έπεφταν το ένα πάνω στο άλλο γελώντας και φωνάζοντας. Ευτυχώς, η πόρτα ήταν ανοιχτή. Το παπάκι σύρθηκε έξω ανάμεσα στους θάμνους, πάνω στο φρεσκοστρωμένο χιόνι, και έπεσε εκεί εξαντλημένο.
Η Λύτρωση (Το Τέλος)
Θα ήταν πολύ θλιβερό να περιγράψουμε όλη τη δυστυχία που τράβηξε το παπάκι εκείνο τον σκληρό χειμώνα. Όταν όμως ο ήλιος άρχισε πάλι να ζεσταίνει τη γη, το παπάκι βρισκόταν ανάμεσα στα καλάμια του βάλτου. Οι κορυδαλλοί τραγουδούσαν – η άνοιξη είχε έρθει!
Ξαφνικά, το παπάκι άπλωσε τα φτερά του. Ήταν πιο δυνατά από πριν και το σήκωσαν ψηλά με ορμή. Πριν προλάβει να καταλάβει πού βρισκόταν, είδε τον εαυτό του σε έναν μεγάλο κήπο. Οι μηλιές ήταν ανθισμένες και οι πασχαλιές μοσχοβολούσαν πάνω από τα τρεχούμενα νερά των καναλιών.
Μέσα από τη φυλλωσιά, εμφανίστηκαν τρεις πανέμορφοι λευκοί κύκνοι. Κολυμπούσαν ανάλαφρα, με τα πούπουλά τους να θροΐζουν. Το παπάκι αναγνώρισε τα μεγαλοπρεπή πουλιά και ένιωσε μια παράξενη θλίψη.
«Θα πετάξω κοντά τους!» σκέφτηκε. «Ας με σκοτώσουν που τολμώ εγώ, ένα τόσο άσχημο πλάσμα, να τα πλησιάσω. Δεν με νοιάζει. Καλύτερα να πεθάνω από αυτά, παρά να με τσιμπούν οι πάπιες και να με κλοτσούν οι άνθρωποι».
Πέταξε στο νερό και κολύμπησε προς τους κύκνους. Εκείνοι, μόλις το είδαν, όρμησαν προς το μέρος του. «Σκοτώστε με!» ψιθύρισε το φτωχό πουλί και έσκυψε το κεφάλι του στο νερό, περιμένοντας το τέλος.
Όμως, τι είδε στο καθαρό νερό; Είδε την αντανάκλασή του. Δεν ήταν πια ένα αδέξιο, σκοτεινό, γκρίζο πουλί, άσχημο και απωθητικό. Ήταν και το ίδιο ένας ΚΥΚΝΟΣ!
Δεν έχει σημασία αν γεννήθηκες σε μια αυλή με πάπιες, αν έχεις βγει από ένα αυγό κύκνου.
Τώρα ένιωθε ευτυχισμένο για όλη τη δυστυχία που είχε περάσει, γιατί τώρα μπορούσε να εκτιμήσει την ευτυχία και την ομορφιά που το περιέβαλλε. Οι μεγάλοι κύκνοι κολυμπούσαν γύρω του και το χάιδευαν με τα ράμφη τους.
Μερικά μικρά παιδιά ήρθαν στον κήπο και πέταξαν ψωμί στο νερό. Το μικρότερο φώναξε: «Ήρθε ένας καινούργιος κύκνος!». Και οι άλλοι φώναζαν με χαρά: «Ναι, ήρθε ένας καινούργιος! Είναι ο πιο όμορφος από όλους!».
Ο νέος κύκνος ένιωσε μια γλυκιά ντροπή και έκρυψε το κεφάλι του κάτω από το φτερό του. Ήταν πολύ ευτυχισμένος, αλλά καθόλου υπερήφανος, γιατί η καλή καρδιά δεν είναι ποτέ υπερήφανη. Σκέφτηκε πόσο τον είχαν κυνηγήσει, και τώρα όλοι έλεγαν πως ήταν ο πιο όμορφος από όλα τα όμορφα πουλιά.
Άνοιξε τα φτερά του, σήκωσε τον λυγερό του λαιμό και είπε μέσα από την καρδιά του: «Ποτέ δεν είχα ονειρευτεί τόση ευτυχία, όταν ήμουν ακόμα το ΑΣΧΗΜΟΠΑΠΟ!»
ΤΕΛΟΣ


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου