Η ΧΙΟΝΑΤΗ
ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM
Στην καρδιά ενός βαρύ χειμώνα, μια βασίλισσα καθόταν δίπλα σε ένα παράθυρο με πλαίσιο από μαύρο έβενο και κεντούσε. Καθώς κοίταζε τις νιφάδες του χιονιού, τρύπησε το δάχτυλό της και τρεις σταγόνες αίμα έπεσαν πάνω στο λευκό τοπίο. Η αντίθεση του κόκκινου πάνω στο λευκό και το μαύρο ήταν τόσο
καθηλωτική, που ψιθύρισε: «Είθε να αποκτήσω ένα παιδί λευκό σαν το χιόνι, κόκκινο σαν το αίμα και μαύρο σαν το έβενο». Η ευχή της πραγματοποιήθηκε, όμως η γέννηση της κόρης της, που ονομάστηκε ΧΙΟΝΑΤΗ, σήμανε το τέλος της δικής της ζωής.
Έναν χρόνο μετά, ο βασιλιάς παντρεύτηκε ξανά. Η νέα βασίλισσα ήταν μια γυναίκα απαράμιλλης ομορφιάς, αλλά η ψυχή της ήταν δηλητηριασμένη από την αλαζονεία. Κατείχε έναν μαγικό καθρέφτη, στον οποίο καθρεφτιζόταν καθημερινά ρωτώντας:
«Καθρέφτη, καθρέφτη μου, πες μου την αλήθεια, ποια είναι η ομορφότερη σε όλη την επικράτεια;»
Όσο ο καθρέφτης απαντούσε πως εκείνη ήταν η ωραιότερη, η ειρήνη βασίλευε. Όταν όμως η ΧΙΟΝΑΤΗ έγινε επτά ετών, η ομορφιά της άνθισε σαν το πρώτο ρόδο της άνοιξης. Μια μέρα, ο καθρέφτης έδωσε την απάντηση που η βασίλισσα φοβόταν: «Εσύ είσαι όμορφη, βασίλισσά μου, αλλά η ΧΙΟΝΑΤΗ είναι χίλιες φορές ομορφότερη από σένα».
Ο φθόνος, σαν ένα άγριο αγριόχορτο, ρίζωσε στην καρδιά της γυναίκας. Κάλεσε έναν κυνηγό και τον διέταξε να οδηγήσει το παιδί στο δάσος και να το θανατώσει, φέρνοντάς της το συκώτι και τον πνεύμονά του ως τεκμήριο. Ο κυνηγός, ανίκανος να βάψει τα χέρια του με το αίμα ενός αθώου πλάσματος, την άφησε να φύγει και παρουσίασε στη βασίλισσα τα σπλάχνα ενός αγριογούρουνου.
Η ΧΙΟΝΑΤΗ, μόνη μέσα στην απειλητική σιωπή του δάσους, περιπλανήθηκε μέχρι που βρήκε μια μικροσκοπική καλύβα. Όλα μέσα ήταν τακτοποιημένα και μικρά. Έφαγε λίγο από τα επτά πιάτα, ήπιε λίγο από τα επτά ποτήρια και αποκοιμήθηκε στο έβδομο κρεβάτι. Το σπίτι ανήκε σε επτά νάνους που έσκαβαν για χρυσάφι στα βουνά. Όταν επέστρεψαν, γοητευμένοι από την αγνότητά της, της πρόσφεραν καταφύγιο, με την προειδοποίηση να μην ανοίξει την πόρτα σε κανέναν.
Πίσω στο παλάτι, ο καθρέφτης αποκάλυψε την αλήθεια: η ΧΙΟΝΑΤΗ ζούσε ακόμα πέρα από τα βουνά. Η βασίλισσα, κυριευμένη από μανία, μεταμφιέστηκε τρεις φορές για να την εξοντώσει. Πρώτα με ένα δηλητηριασμένο κορδόνι για το μπούστο, μετά με μια δηλητηριασμένη χτένα. Και τις δύο φορές οι νάνοι την έσωσαν την τελευταία στιγμή. Την τρίτη φορά, όμως, η βασίλισσα κατασκεύασε ένα μήλο, του οποίου η κόκκινη πλευρά ήταν ποτισμένη με το πιο θανατηφόρο φαρμάκι.
Η ΧΙΟΝΑΤΗ πείστηκε να δοκιμάσει μια μπουκιά. Μόλις η σάρκα του φρούτου άγγιξε τα χείλη της, έπεσε νεκρή στο έδαφος. Οι νάνοι, απαρηγόρητοι, δεν άντεχαν να τη θάψουν στο μαύρο χώμα. Την τοποθέτησαν σε ένα γυάλινο φέρετρο και την ανέβασαν στην κορυφή του βουνού, φυλώντας την μέρα και νύχτα.
Πέρασε πολύς καιρός και η ΧΙΟΝΑΤΗ παρέμενε αναλλοίωτη, σαν να κοιμόταν. Ένας πρίγκιπας που περνούσε από εκεί, μαγεύτηκε από την ομορφιά της και ζήτησε από τους νάνους να πάρει το φέρετρο στο παλάτι του. Καθώς οι υπηρέτες του μετέφεραν το φέρετρο, σκόνταψαν σε έναν θάμνο. Από το τράνταγμα, το δηλητηριασμένο κομμάτι του μήλου βγήκε από τον λαιμό της κοπέλας. Εκείνη άνοιξε τα μάτια της και επέστρεψε στη ζωή.
Ο γάμος τους ορίστηκε με μεγαλοπρέπεια. Η κακιά βασίλισσα, χωρίς να γνωρίζει την ταυτότητα της νύφης, προσκλήθηκε στη γιορτή. Όταν ο καθρέφτης την προειδοποίησε πως η νέα βασίλισσα ήταν η ομορφότερη όλων, εκείνη πήγε στο γάμο παραλυμένη από φόβο και οργή. Εκεί, η τιμωρία της ήταν αμείλικτη: την ανάγκασαν να φορέσει σιδερένια παπούτσια που είχαν πυρακτωθεί στη φωτιά και να χορεύει μέχρι που έπεσε νεκρή. Η ΧΙΟΝΑΤΗ και ο πρίγκιπας βασίλεψαν με δικαιοσύνη, αφήνοντας πίσω τους το σκοτάδι του παρελθόντος.
Παιδική εκδοχή της ΧΙΟΝΑΤΗΣ:
ΧΙΟΝΑΤΗ
ΑΔΕΛΦΟΙ GRIMM
Πολύ, πολύ παλιά, σε έναν τόπο όπου το χιόνι μια μέρα έπεφτε απαλά σαν πούπουλα, ζούσε μια καλή βασίλισσα. Μια μέρα, καθώς έραβε δίπλα σε ένα παράθυρο με μαύρο ξύλο, τρύπησε το δάχτυλό της και τρεις σταγόνες κόκκινο αίμα έπεσαν πάνω στο λευκό χιόνι. Η βασίλισσα σκέφτηκε: «Αχ, πόσο θα ήθελα ένα παιδί με δέρμα λευκό σαν το χιόνι, χείλη κόκκινα σαν το αίμα και μαλλιά μαύρα σαν το ξύλο!». Και λίγο αργότερα, η ευχή της πραγματοποιήθηκε! Γεννήθηκε ένα κοριτσάκι τόσο όμορφο όσο το όνειρό της, και το ονόμασαν Χιονάτη. Δυστυχώς, λίγο καιρό μετά τη γέννησή της, η καλή βασίλισσα αρρώστησε και πέθανε.
Ο βασιλιάς, μετά από λίγο, παντρεύτηκε μια άλλη γυναίκα. Η νέα βασίλισσα ήταν πολύ όμορφη, αλλά είχε ένα μεγάλο ελάττωμα: ήταν πολύ περήφανη και ήθελε να είναι η πιο όμορφη από όλες. Είχε έναν μαγικό καθρέφτη και κάθε φορά τον ρωτούσε: «Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, πες μου, ποια είναι η πιο όμορφη σε όλη τη γη;». Ο καθρέφτης απαντούσε πάντα: «Εσείς, βασίλισσα, είστε η πιο όμορφη». Έτσι, η βασίλισσα ήταν χαρούμενη.
Όμως η Χιονάτη μεγάλωνε και γινόταν όλο και πιο γλυκιά και όμορφη. Όταν έγινε επτά ετών, ήταν τόσο λαμπερή όσο ο ήλιος. Μια μέρα, η βασίλισσα ρώτησε πάλι τον μαγικό της καθρέφτη. Ο καθρέφτης απάντησε: «Εσείς είστε όμορφη, βασίλισσα, αλλά η Χιονάτη είναι πιο όμορφη από όλες!». Η βασίλισσα θύμωσε πάρα πολύ και ένιωσε μεγάλη ζήλια. Δεν μπορούσε να ανεχτεί να είναι κάποιος πιο όμορφος από εκείνη.
Έτσι, κάλεσε έναν κυνηγό και του ζήτησε να πάει τη Χιονάτη βαθιά μέσα στο δάσος και να την αφήσει εκεί. Ο κυνηγός, όταν είδε τη Χιονάτη να κλαίει, την λυπήθηκε και την άφησε ελεύθερη. «Τρέξε, μικρό μου κορίτσι, τρέξε μακριά!», της είπε.
Η Χιονάτη βρέθηκε μόνη της στο μεγάλο δάσος. Φοβόταν λίγο, αλλά συνέχισε να περπατά. Τότε είδε ένα μικρό, χαριτωμένο σπιτάκι. Μπήκε μέσα και βρήκε όλα τα έπιπλα μικροσκοπικά και πολύ τακτοποιημένα. Υπήρχαν επτά μικρά πιάτα και επτά μικρά κρεβατάκια. Επειδή πεινούσε και ήταν κουρασμένη, έφαγε λίγο από κάθε πιάτο και ήπιε λίγο νερό. Μετά, ξάπλωσε στο έβδομο κρεβατάκι και αποκοιμήθηκε.
Όταν βράδιασε, γύρισαν οι ιδιοκτήτες του σπιτιού. Ήταν επτά καλοκάγαθοι νάνοι που δούλευαν στα ορυχεία. Έκπληκτοι είδαν τη Χιονάτη να κοιμάται. Όταν ξύπνησε, τους διηγήθηκε την ιστορία της. Οι νάνοι της πρότειναν να μείνει μαζί τους, να τους βοηθά με τις δουλειές του σπιτιού. Η Χιονάτη δέχτηκε με χαρά, αλλά οι νάνοι την προειδοποίησαν να μην ανοίγει την πόρτα σε κανέναν ξένο.
Η κακιά βασίλισσα έμαθε από τον καθρέφτη ότι η Χιονάτη ζούσε ακόμα. Έτσι, μεταμφιέστηκε σε μια γλυκιά, γριά γυναίκα με ένα καλάθι γεμάτο όμορφα μήλα. Πήγε στο σπίτι των νάνων και προσέφερε στη Χιονάτη ένα λαμπερό, κόκκινο μήλο. Η Χιονάτη δάγκωσε ένα κομμάτι, αλλά δυστυχώς, ήταν δηλητηριασμένο! Η Χιονάτη έπεσε κάτω, σαν να κοιμόταν.
Οι νάνοι γύρισαν και βρήκαν τη Χιονάτη. Ήταν πολύ λυπημένοι. Την έβαλαν σε ένα γυάλινο φέρετρο πάνω σε ένα λόφο, ώστε να μπορούν να την βλέπουν κάθε μέρα. Μετά από πολύ καιρό, ένας όμορφος πρίγκιπας πέρασε από εκεί και είδε τη Χιονάτη. Την ερωτεύτηκε αμέσως. Καθώς οι υπηρέτες του πήγαιναν το φέρετρο, σκάλωσαν σε μια ρίζα και από το τράνταγμα, το κομμάτι του μήλου βγήκε από το στόμα της Χιονάτης! Άνοιξε τα μάτια της και ήταν ξανά ζωντανή!
Ο πρίγκιπας και η Χιονάτη παντρεύτηκαν και έζησαν ευτυχισμένοι. Η κακιά βασίλισσα, όταν έμαθε ότι η Χιονάτη ζούσε, θύμωσε πολύ, αλλά πια δεν μπορούσε να της κάνει κακό. Η Χιονάτη και ο πρίγκιπας έζησαν μια ζωή γεμάτη αγάπη και χαρά.
ΠΟΙΗΜΑ
Σε πλαίσιο από έβενο, μια βασίλισσα κεντά, το χιόνι πέφτει πούπουλο, η νύχτα σταματά. Τρεις στάλες αίμα κόκκινο στο κάτασπρο χαλί, μια ευχή γεννιέται απ’ την καρδιά, στερνή και σιωπηλή. «Παιδί να κάμω λευκό σαν χιόνι και αίμα πορφυρό, με τα μαλλιά του έβενου, τον κόσμο να θωρώ». Κι ήρθε η κόρη η όμορφη, μα η μάνα χάθηκε μακριά, κι ο βασιλιάς οδήγησε στο σπίτι νέα κυρά.
«Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, στον τοίχο εκεί ψηλά, ποια είναι η πιο όμορφη;» η νέα ζητά και γελά. «Εσείς είστε η πιο όμορφη», ο λόγος του πιστός, μα η Χιονάτη μεγάλωνε, σαν του ήλιου το φως. Όταν ο καθρέφτης λάλησε για την άλλη την ομορφιά, φθόνος βαρύς τη σκέπασε, σαν μαύρη συννεφιά. Στο δάσος ο κυνηγός την πήγε, το κρίμα να συντελεστεί, μα η λύπη του τον λύγισε, την άφησε να σωθεί.
Σε σπίτι επτά νάνων, η κοπέλα βρίσκει παλμό, στους λόγγους και στα όρη, μακριά απ’ τον χαλασμό. Μα η μητριά με δόλο και μήλο δηλητερό, της έκοψε την ανάσα, το βλέμμα το καθαρό. Σε γυάλινο κρεβάτι, η ομορφιά της δεν ξεθωριάζει, μέχρι που ένας άρχοντας το φέρετρο πλησιάζει. Ένα σκούντημα, ένας σπασμός και το φαρμάκι βγαίνει, η Χιονάτη τη ζωή και πάλι την κερδαίνει. Κι η βασίλισσα η άκαρδη, με σίδερα καυτά, χορεύει τον θάνατο, που ο φθόνος της ζητά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου