Μια φορά κι έναν καιρό, ένας στρατιώτης που είχε υπηρετήσει πιστά τον Βασιλιά για πολλά χρόνια, απολύθηκε χωρίς καμία ανταμοιβή επειδή τα τραύματά του δεν του επέτρεπαν πια να πολεμά. Πικραμένος και χωρίς δεκάρα στην τσέπη, άρχισε να περιπλανιέται στα δάση, αναζητώντας έναν τρόπο να επιβιώσει. Καθώς έπεφτε το σκοτάδι, έφτασε στην καλύβα μιας ηλικιωμένης γυναίκας. Εκείνη δέχτηκε να τον φιλοξενήσει, αλλά με ένα αντάλλαγμα: την επόμενη μέρα θα έπρεπε να σκάψει τον κήπο της. Ο στρατιώτης, παρά την κούρασή του, δέχτηκε. Τη δεύτερη μέρα, η γυναίκα του ζήτησε να κόψει ξύλα. Την τρίτη μέρα όμως, του ζήτησε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: να κατέβει σε ένα βαθύ και ξερό πηγάδι για να της φέρει ένα παλιό φανάρι που έφεγγε με ένα απόκοσμο, μπλε φως.Ο στρατιώτης δέθηκε με ένα σχοινί και κατέβηκε στο σκοτεινό πηγάδι. Στον πυθμένα βρήκε το φανάρι και, μόλις το άγγιξε, ένιωσε μια παράξενη δύναμη να διαπερνά το σώμα του. Όταν έφτασε η ώρα να ανέβει, η γυναίκα του φώναξε να της δώσει πρώτα το φανάρι. Εκείνος όμως, υποψιασμένος από το πονηρό της βλέμμα, αρνήθηκε να το αφήσει από τα χέρια του πριν πατήσει σε στέρεο έδαφος. Εξοργισμένη η γυναίκα, έκοψε το σχοινί και τον άφησε να πέσει πάλι στο βάθος, πιστεύοντας πως θα πέθαινε εκεί κάτω. Μέσα στην απόγνωσή του, ο στρατιώτης άναψε την πίπα του από τη μπλε φλόγα του φαναριού. Ξαφνικά, ένας γκρίζος καπνός γέμισε το χώρο και μπροστά του φανερώθηκε ένα πνεύμα. «Κύριέ μου», είπε το πνεύμα, «είμαι ο δούλος του φαναριού και θα εκτελέσω κάθε σου διαταγή».Το πνεύμα οδήγησε τον στρατιώτη έξω από το πηγάδι, μέσα από κρυφά μονοπάτια που κανένας θνητός δεν γνώριζε. Τον πήγε σε έναν κρυφό θάλαμο γεμάτο από τους θησαυρούς που η μάγισσα είχε κλέψει όλα αυτά τα χρόνια. «Όλα αυτά είναι δικά σου», του είπε το πνεύμα. Ο στρατιώτης, αφού γέμισε τις τσέπες του με χρυσά νομίσματα, επέστρεψε στην πόλη και εγκαταστάθηκε στο καλύτερο πανδοχείο. Όμως η καρδιά του παρέμενε πικραμένη από την αδικία του Βασιλιά. Μια νύχτα, άναψε ξανά το φανάρι και διέταξε το πνεύμα: «Φέρε μου την κόρη του Βασιλιά εδώ, να μου σερβίρει το κρασί σαν να ήταν μια απλή υπηρέτρια». Το πνεύμα, παρά τους κινδύνους, υπάκουσε αμέσως. Η Βασίλισσα, βυθισμένη σε έναν μαγικό ύπνο, μεταφέρθηκε στο δωμάτιο του στρατιώτη. Το επόμενο πρωί, πίστευε πως όλα ήταν ένα παράξενο όνειρο, μα ο Βασιλιάς άρχισε να υποψιάζεται πως κάτι σκοτεινό συνέβαινε στο παλάτι του.Ο Βασιλιάς, θορυβημένος από τις διηγήσεις της κόρης του, διέταξε να γεμίσουν οι τσέπες της με μπιζέλια, ελπίζοντας πως η τρύπα στο φόρεμά της θα άφηνε ίχνη στον δρόμο. Όμως το πνεύμα, που έβλεπε τα πάντα, σκόρπισε μπιζέλια σε όλη την πόλη, μπερδεύοντας τους διώκτες. Την τρίτη νύχτα, ο Βασιλιάς κατάφερε τελικά να εντοπίσει το πανδοχείο και ο στρατιώτης οδηγήθηκε στη φυλακή. Καθώς πλησίαζε η ώρα της τιμωρίας του, ο στρατιώτης ζήτησε μια τελευταία χάρη: να καπνίσει την πίπα του. Μόλις άναψε το φανάρι, το πνεύμα εμφανίστηκε με όλη του τη δύναμη. Με ένα νεύμα του, οι δεσμοφύλακες παραλύσαν και τα τείχη της φυλακής άρχισαν να τρέμουν. Ο στρατιώτης βγήκε ελεύθερος, ενώ ο Βασιλιάς, βλέποντας τη μαγική ισχύ του φαναριού, συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε να πολεμήσει ένα τέτοιο πνεύμα. Η αδικία έπρεπε να αποκατασταθεί αν ήθελε να σώσει το θρόνο του.Ο Βασιλιάς, βλέποντας πως η μαγεία του φαναριού ήταν ανίκητη, ζήτησε συγγνώμη από τον στρατιώτη για την παλιά αδικία. Του επέστρεψε όλες τις τιμές και τον έχρισε ανώτατο άρχοντα του βασιλείου. Ο στρατιώτης, που η καρδιά του είχε μαλακώσει, δέχτηκε να μοιραστεί τη σοφία και τη δύναμή του για το καλό του λαού. Η μάγισσα του δάσους εξαφανίστηκε για πάντα, φοβισμένη από το μπλε φως που πλέον υπηρετούσε έναν δίκαιο σκοπό. Ο στρατιώτης δεν ξέχασε ποτέ τις κακουχίες του και κράτησε το φανάρι σε μια περίοπτη θέση στο παλάτι, ως σύμβολο πως η αληθινή δύναμη ανήκει σε εκείνους που δεν λυγίζουν μπροστά στην αδικία. Έζησε με δόξα και ειρήνη, και το μπλε φως φώτιζε τις νύχτες του βασιλείου για πολλά χρόνια ακόμα.
ΠΟΙΗΜΑ
Σε χρόνια παλιά, σ’ έναν κόσμο σκληρό, στρατιώτης γυρνούσε δίχως προορισμό. Πληγές στο κορμί του, στην τσέπη ούτε δεκάρα, τον έδιωξε ο Βασιλιάς, πικρή η κατάρα. Μέσα στο δάσος, σε μια καλύβα ερημική, μια γριά τον καλεί με φωνή πονηρή. «Ξύλα αν κόψεις και τον κήπο αν σκάψεις, θα έχεις στέγη, το φόβο να κάψεις». Μα την τρίτη τη μέρα, μια χάρη ζητά: «Στο πηγάδι κατέβα, εκεί που το σκότος κεντά. Ένα φανάρι παλιό, με φως μπλε και θαμπό, φέρ’ το επάνω, αυτό μόνο ζητώ».
Στο βάθος του λάκκου ο στρατιώτης βουτά, το φως το γαλάζιο στα χέρια κρατά. Μα η γριά τον προδίδει, το σχοινί της κόβει, τον αφήνει στο έρεβος, σε μαύρο φόβο. Εκείνος ανάβει την πίπα του απλώς, κι ο καπνός θεριεύει, γίνεται φως. Ένας νάνος προβάλλει, πιστός του υπηρέτης: «Του φαναριού είμαι δούλος, ο δικός σου προστάτης. Πες μου τι θέλεις, τη μοίρα ορίζω, από το πηγάδι αυτό αμέσως σε βγάζω, θησαυρούς και παλάτια μπροστά σου χαρίζω».
Με πλούτη στα χέρια στην πόλη γυρνά, μα η πίκρα στην κάμαρη ακόμα πλανά. «Φέρε μου», λέει, «την πριγκίπισσα εδώ, να με υπηρετήσει, το δίκιο να βρω». Το πνεύμα την φέρνει σε ύπνο βαθύ, στου στρατιώτη το πλάι έχει πια βρεθεί. Του σερβίρει κρασί, τις πληγές του κοιτά, κι η αυγή την προλαβαίνει, στο παλάτι πετά. Μα ο Βασιλιάς το μαθαίνει, το δόλο ζητά, και τον στρατιώτη στη φυλακή τον πετά.
Στην αγχόνη τον πάνε, το τέλος κοντά, μα μια χάρη ζητά, η καρδιά του χτυπά. «Την πίπα μου αφήστε μια φορά να ανάψω, τις τελευταίες στιγμές μου στο φως να συνάψω». Μόλις η σπίθα το φανάρι ακουμπά, το πνεύμα προβάλλει, τη γη συγκλονά. Δεσμά και τείχη γκρεμίζονται ευθύς, κι ο Βασιλιάς τρέμει, γίνεται γης. «Συγχώρεση!» κράζει, «το θρόνο σου δίνω, μπροστά στη δική σου τη δύναμη κλίνω».
Σελίδα 5 Ο στρατιώτης πια άρχοντας, δίκαιος και τρανός, του βασιλείου ο ήλιος, ο νέος ουρανός. Τη μάγισσα έδιωξε, το κακό πια δεν μένει, κι η πριγκίπισσα είναι στο πλάι του δεμένη. Το φανάρι κρατάει σε θέση ψηλή, να θυμίζει σε όλους την παλιά προσβολή. Πως ο αδικημένος, αν έχει το φως, νικάει το σκότος, γίνεται θεός. Έζησαν χρόνια με δόξα και ειρήνη, κι η λάμψη του μπλε δεν έσβησε, δεν φθίνει.ΠΕΡΙΛΗΨΗ
ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΟ ΦΑΝΑΡΙ (ΤΟ ΜΠΛΕ ΦΩΣ - ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ)ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM
Στην παραλλαγή αυτή της ιστορίας, η έμφαση δίνεται στη σκοτεινή φύση της μάγισσας και την απόλυτη μοναξιά του στρατιώτη. Ο ΓΑΛΑΖΙΟΣ ΛΥΧΝΟΣ δεν είναι απλώς ένα μαγικό αντικείμενο, αλλά η παγιδευμένη ενέργεια ενός πνεύματος που αναζητά την ελευθερία του μέσα από την υπηρεσία.
Όταν ο στρατιώτης βρέθηκε στο βάθος του πηγδιού, η απόγνωσή του μετατράπηκε σε δύναμη τη στιγμή που η πρώτη σπίθα της πίπας του άγγιξε το γαλάζιο φως. Ο μαύρος νάνος που εμφανίστηκε δεν ήταν ένας απλός υπηρέτης, αλλά η προσωποποίηση της εκδίκησης του αδικημένου. Κάθε βράδυ, όταν η πριγκίπισσα μεταφερόταν στο φτωχικό του δωμάτιο, ο στρατιώτης δεν ζητούσε πλούτη, αλλά την αναγνώριση της αξίας του που ο βασιλιάς είχε περιφρονήσει.
Η τελική αναμέτρηση στο δικαστήριο, όπου ο στρατιώτης ζήτησε ως τελευταία επιθυμία να ανάψει την πίπα του, αποτελεί μια από τις πιο δραματικές σκηνές της γερμανικής λαογραφίας. Με την εμφάνιση του πνεύματος, οι τοίχοι του παλατιού σείστηκαν και η αδικία γκρεμίστηκε συθέμελα. Ο στρατιώτης δεν κέρδισε μόνο τον θρόνο, αλλά και τον σεβασμό ενός λαού που είδε πως ακόμα και ο πιο ταπεινός μπορεί να δαμάσει τις δυνάμεις του σκότους όταν έχει το δίκιο με το μέρος του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου