Κάποτε ζούσε ένας βασιλιάς που είχε δώδεκα θυγατέρες, η μία ομορφότερη από την άλλη. Κοιμόντουσαν όλες μαζί σε μια μεγάλη αίθουσα, όπου τα κρεβάτια τους ήταν παρατεταγμένα στη σειρά. Κάθε βράδυ, αφού πλάγιαζαν, ο βασιλιάς κλείδωνε την πόρτα και έσυρε τους μοχλούς. Όμως, το επόμενο πρωί, όταν
άνοιγε την αίθουσα, έβλεπε με έκπληξη ότι οι γόβες τους ήταν εντελώς λιωμένες από τον χορό, και κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς συνέβαινε αυτό.Ο βασιλιάς, θέλοντας να λύσει το μυστήριο, έβγαλε διακήρυξη: όποιος κατάφερνε να ανακαλύψει πού χόρευαν οι βασιλοπούλες τη νύχτα, θα μπορούσε να διαλέξει μία από αυτές για σύζυγό του και θα γινόταν βασιλιάς μετά τον θάνατό του. Όποιος όμως προσπαθούσε και αποτύγχανε, μετά από τρεις νύχτες θα έχανε τη ζωή του.
Πολλοί νέοι δοκίμασαν την τύχη τους, αλλά όλοι αποκοιμήθηκαν κατά τη διάρκεια της νύχτας και οδηγήθηκαν στον θάνατο. Κάποτε, ένας φτωχός στρατιώτης, που είχε πληγωθεί στη μάχη και δεν μπορούσε πια να υπηρετήσει, πέρασε από τη χώρα εκείνη. Στον δρόμο του συνάντησε μια ηλικιωμένη γυναίκα, η οποία τον ρώτησε πού πηγαίνει. «Ούτε κι εγώ ξέρω ακριβώς», απάντησε εκείνος, «αλλά θα ήθελα να μάθω πού χορεύουν οι βασιλοπούλες, για να γίνω κάποτε βασιλιάς». «Αυτό δεν είναι δύσκολο», είπε η γριά. «Αρκεί να μην πιεις το κρασί που θα σου φέρουν το βράδυ και να προσποιηθείς ότι κοιμάσαι βαθιά». Του έδωσε τότε έναν μανδύα και πρόσθεσε: «Όταν τον φοράς, θα είσαι αόρατος και θα μπορείς να ακολουθήσεις τις δώδεκα κοπέλες».
Ο στρατιώτης παρουσιάστηκε στον βασιλιά και έγινε δεκτός. Το βράδυ, τον οδήγησαν στον προθάλαμο της αίθουσας των κοριτσιών. Η μεγαλύτερη βασιλοπούλα του έφερε ένα κύπελλο κρασί, αλλά εκείνος είχε δέσει ένα σφουγγάρι κάτω από το πηγούνι του και άφησε το ποτό να τρέξει εκεί, χωρίς να πιει ούτε σταγόνα. Έπειτα ξάπλωσε και άρχισε να ροχαλίζει δυνατά, σαν να βρισκόταν στον βαθύτερο ύπνο.
Όταν οι δώδεκα βασιλοπούλες τον άκουσαν, γέλασαν και άρχισαν να ετοιμάζονται με χαρά. Άνοιξαν τις ντουλάπες τους, έβγαλαν τα πολυτελή φορέματά τους και στολίστηκαν μπροστά στους καθρέφτες. Μόνο η νεότερη ένιωθε έναν ανεξήγητο φόβο. «Δεν ξέρω γιατί», είπε, «αλλά ενώ εσείς χαίρεστε, εγώ νιώθω πως κάτι κακό θα συμβεί». «Είσαι πάντα φοβητσιάρα», της απάντησε η μεγαλύτερη. «Ξέχασες πόσους πρίγκιπες έχουμε ήδη ξεγελάσει; Ο στρατιώτης αυτός δεν θα ξυπνήσει ποτέ».Μόλις οι βασιλοπούλες ετοιμάστηκαν, η μεγαλύτερη χτύπησε το κρεβάτι της. Αμέσως, αυτό βυθίστηκε στο έδαφος και μια μυστική σκάλα αποκαλύφθηκε. Ο στρατιώτης, φορώντας τον αόρατο μανδύα του, τις ακολούθησε κρυφά. Στη μέση της σκάλας, πάτησε κατά λάθος το φόρεμα της νεότερης αδελφής, η οποία φώναξε έντρομη: «Κάτι με κρατάει από το φόρεμα!». Η μεγαλύτερη όμως την καθήσυχε: «Είναι απλώς ένα καρφί στον τοίχο, μην είσαι ανόητη».
Όταν έφτασαν στο τέλος της σκάλας, βρέθηκαν σε μια υπέροχη λεωφόρο με δέντρα που τα φύλλα τους ήταν από καθαρό ασήμι. Ο στρατιώτης, θέλοντας να έχει μια απόδειξη, έκοψε ένα κλαδί, και ένας δυνατός κρότος ακούστηκε μέσα στη σιωπή. «Ακούσατε;» ψιθύρισε η νεότερη, «αυτός ο θόρυβος δεν ήταν φυσιολογικός». Μα η μεγαλύτερη επέμενε πως ήταν απλώς πυροτεχνήματα χαράς από το παλάτι των πριγκίπων.
Συνέχισαν το δρόμο τους και πέρασαν από ένα δάσος όπου τα δέντρα είχαν φύλλα από χρυσάφι, και μετά από ένα τρίτο δάσος όπου τα φύλλα ήταν από λαμπερά διαμάντια. Ο στρατιώτης έκοψε ένα κλαδί από το καθένα, προκαλώντας κάθε φορά τον τρόμο της μικρότερης αδελφής. Τελικά, έφτασαν στις όχθες μιας μεγάλης λίμνης, όπου περίμεναν δώδεκα βάρκες με δώδεκα όμορφους πρίγκιπες. Κάθε πρίγκιπας πήρε μια βασιλοπούλα στη βάρκα του, και ο στρατιώτης επιβιβάστηκε κρυφά στην ίδια βάρκα με τη νεότερη.
«Η βάρκα είναι πιο βαριά σήμερα», παραπονέθηκε ο πρίγκιπας, «πρέπει να τραβήξω κουπί με όλη μου τη δύναμη». Στην απέναντι όχθη υψωνόταν ένα φωτισμένο παλάτι, από όπου ακουγόταν χαρούμενη μουσική από τύμπανα και τρομπέτες. Μπήκαν μέσα και κάθε πρίγκιπας χόρεψε με την αγαπημένη του. Χόρευαν με τέτοιο πάθος που οι γόβες των κοριτσιών άρχισαν να φθείρονται. Ο στρατιώτης, αόρατος ανάμεσά τους, έπινε από τα ποτήρια τους και έτρωγε από τα πιάτα τους, προκαλώντας ξανά την απορία της νεότερης αδελφής.
Στις τρεις τα χαράματα, όταν οι γόβες τους είχαν πια τρυπήσει, οι πρίγκιπες τις μετέφεραν πίσω στη λίμνη. Ο στρατιώτης έτρεξε μπροστά, ανέβηκε τη σκάλα και ξάπλωσε στο κρεβάτι του πριν επιστρέψουν οι κοπέλες. Όταν εκείνες μπήκαν στην αίθουσα, τον άκουσαν να ροχαλίζει και ένιωσαν ασφαλείς. Την τρίτη νύχτα, ο στρατιώτης πήρε μαζί του και ένα χρυσό κύπελλο ως τελευταία απόδειξη.
Το επόμενο πρωί, ο βασιλιάς τον κάλεσε και τον ρώτησε: «Πού χορεύουν οι δώδεκα θυγατέρες μου τη νύχτα;». «Σε ένα υπόγειο παλάτι, με δώδεκα πρίγκιπες», απάντησε ο στρατιώτης και παρουσίασε τα τρία κλαδιά και το χρυσό κύπελλο. Ο βασιλιάς κάλεσε τις κόρες του και εκείνες, βλέποντας πως το μυστικό τους είχε αποκαλυφθεί, ομολόγησαν την αλήθεια.
Ο βασιλιάς, τηρώντας την υπόσχεσή του, ρώτησε τον στρατιώτη ποια από όλες ήθελε για σύζυγό του. «Δεν είμαι πια νέος», είπε εκείνος, «οπότε θα διαλέξω τη μεγαλύτερη». Έτσι, τελέστηκαν οι γάμοι την ίδια μέρα και ο στρατιώτης ορίστηκε διάδοχος του θρόνου. Οι δώδεκα πρίγκιπες όμως καταραμένοι έμειναν στο υπόγειο παλάτι για όσες ακόμα νύχτες είχαν χορέψει με τις βασιλοπούλες.
ΠΟΙΗΜΑ
Σε κάστρο οχυρό, παλιό, ένας βασιλιάς θρηνούσε, γιατί το μυστικό των κορών του τη σκέψη του τυραννούσε. Δώδεκα κόρες όμορφες, με πρόσωπα σαν κρίνα, κοιμούνταν σε μια αίθουσα, με κλειδαριές κι εκείνα, μα κάθε αυγή που πρόβαλλε, μες στο χρυσό της φως, οι γόβες τους ήταν λιωμένες, ο τρόπος τους κρυφός. «Πού χορεύουν τη νύχτα; Ποιος δρόμος τις καλεί;» Ο βασιλιάς διακήρυξε, με απόφαση σκληρή.
Όποιος το βρει σε τρεις βραδιές, το στέμμα θα φορέσει, και μια από τις κόρες του, όποια αυτός επιλέξει. Μα αν αποτύχει ο άμοιρος και ο ύπνος τον νικήσει, με τη ζωή του το τίμημα θα πάει να το πληρώσει. Πολλοί πρίγκιπες ήρθανε, με θάρρος και τιμή, μα όλοι αποκοιμήθηκαν πριν βγει η πρώτη γραμμή. Ώσπου ένας στρατιώτης παλιός, πληγωμένος στη μάχη, βρήκε μια γριά στο δρόμο του, που τη σοφία είχε λάχει.
«Μην πιεις το κρασί», του ψιθύρισε, «που οι κόρες θα σου φέρουν, προσποιήσου πως κοιμάσαι βαθιά, όπως αυτοί που ξέρουν». Του χάρισε έναν μανδύα αόρατο, τη νύχτα να τον κρύβει, και ο στρατιώτης στο παλάτι εμπήκε, τη μοίρα του να στύβει. Το βράδυ το κρασί έχυσε, το σφουγγάρι είχε κρύψει, και ροχαλίζοντας βαριά, τον φόβο είχε πνίξει. Οι κόρες γέλασαν πονηρά, στολίστηκαν με χάρη, μόνο η μικρή ανησυχούσε, σαν να 'χε ένα βάρος.
Χτύπησε η πρώτη το κρεβάτι, η γη άνοιξε στα δύο, και κατέβηκαν τη σκάλα εκεί, σε μέρος μεγαλείο. Ο στρατιώτης αόρατος πίσω τους, το φόρεμα πατάει, και η μικρή τρομάζει, μα η μεγάλη την γελάει. «Καρφί στον τοίχο είναι αυτό!», της λέει και προχωρούν, σε δάση από ασήμι, χρυσό, που τα μάτια απορούν. Κλαδιά έκοψε ο στρατιώτης, ο κρότος αντηχούσε, μα η μεγάλη για πυροτεχνήματα στην αδελφή της μιλούσε.
Στη λίμνη τη μεγάλη, δώδεκα βάρκες καρτερούσαν, δώδεκα πρίγκιπες με κουπιά, τις κόρες οδηγούσαν. Σε κάστρο ολόφωτο, μαγικό, ο χορός είχε αρχίσει, μέχρι που η γόβα η σκληρή, στη μέση είχε σχίσει. Ο στρατιώτης έπινε κρυφά απ' τα δικά τους ποτήρια, και η μικρή έτρεμε από φόβο, σ' αυτά τα πανηγύρια. Τρεις νύχτες τις ακολούθησε, πήρε και ένα κύπελλο χρυσό, για να 'χει στον βασιλιά να δείξει, το μυστικό το περισσό.
Την άλλη αυγή παρουσιάστηκε, τα κλαδιά είχε στα χέρια, «Σε υπόγειο κάστρο χορεύουνε, κάτω από ξένα αστέρια!». Οι κόρες ομολόγησαν, η αλήθεια πια είχε λάμψει, και η κατάρα του κρυφού χορού, είχε πλέον παύσει. Ο στρατιώτης τη μεγάλη διάλεξε, τον θρόνο να κερδίσει, κι οι πρίγκιπες στο υπόγειο, η μοίρα τους να τους κλείσει. Έτσι το μυστικό λύθηκε, με σύνεση και θάρρος, κι η ιστορία τέλειωσε, χωρίς του θανάτου το βάρος.
ΠΕΡΙΛΗΨΗΈνας βασιλιάς είχε δώδεκα πανέμορφες κόρες που κοιμόντουσαν σε δώδεκα κρεβάτια στην ίδια κλειδωμένη αίθουσα. Κάθε πρωί όμως, οι γόβες τους ήταν λιωμένες από τον χορό, σαν να είχαν χορέψει όλη τη νύχτα, παρόλο που η πόρτα παρέμενε σφραγισμένη. Ο βασιλιάς υποσχέθηκε το βασίλειο και το χέρι μιας από τις κόρες του σε όποιον έλυνε το μυστήριο μέσα σε τρεις νύχτες. Αν όμως αποτύγχανε, θα θανατωνόταν.
Πολλοί νέοι έχασαν τη ζωή τους, μέχρι που ένας πληγωμένος στρατιώτης αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του. Μια γριά γυναίκα του χάρισε έναν μανδύα που τον έκανε αόρατο και τον συμβούλευσε να μην πιει το κρασί που θα του πρόσφεραν οι πριγκίπισσες. Ο στρατιώτης προσποιήθηκε πως κοιμόταν και, φορώντας τον μανδύα, ακολούθησε τις πριγκίπισσες όταν εκείνες άνοιξαν μια κρυφή καταπακτή κάτω από τα κρεβάτια τους.
Τις ακολούθησε μέσα από δάση με δέντρα από ασήμι, χρυσάφι και διαμάντια, μέχρι μια λίμνη όπου δώδεκα πρίγκιπες τις περίμεναν σε δώδεκα βάρκες. Μεταφέρθηκαν σε ένα φωτισμένο κάστρο όπου χόρευαν μέχρι την αυγή. Ο στρατιώτης πήρε ως αποδείξεις ένα κλαδί από κάθε δάσος και ένα χρυσό κύπελλο.
Την τρίτη μέρα, αποκάλυψε την αλήθεια στον βασιλιά. Οι πριγκίπισσες αναγκάστηκαν να ομολογήσουν. Ο στρατιώτης επέλεξε τη μεγαλύτερη κόρη για γυναίκα του και ορίστηκε διάδοχος του θρόνου. Η ιστορία αυτή αναδεικνύει την αντιπαράθεση ανάμεσα στον κόσμο των μυστικών επιθυμιών και την ανάγκη για κοινωνική τάξη, όπου η παρατηρητικότητα και η στρατηγική ανταμείβονται με την εξουσία.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου