Σελίδες

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Η ΣΟΥΠΑ ΤΗΣ ΣΟΥΠΑΣ ΤΗΣ ΧΗΝΑΣ

Η ΣΟΥΠΑ ΤΗΣ ΣΟΥΠΑΣ ΤΗΣ ΣΟΥΠΑΣ ΤΗΣ ΧΗΝΑΣ

Μια μέρα, ένας χωρικός έπιασε μιαν άγρια χήνα, και την πήγε πεσκέσι του Χότζα. Γιατί είπε μέσα του: «Ποιος ξέρει; Άνθρωπος που ανακατεύεται με τους μεγάλους είναι, και μπορεί, καμιά ώρα, να τόνε λάβω ανάγκη!»




Ο Χότζας δέχτηκε με πολλές ευχαριστίες το δώρο, περιποιήθηκε με τιμή το δωρητή, τόνε φιλοξένησε στο σπίτι του, εκείνην τη νύκτα,

και  του ευφράνθηκε τη χήνα, που η γυναίκα του την είχε κάνει εξαίρετη σούπα.

Υστερα από καμιά βδομάδα, ή δυο, ο χωρικός έτυχε να κατεβεί στην  πόλη, κι' επειδή τον πρόλαβε η νύχτα, πήγε στο σπίτι του Χότζα και χτύπησε την πόρτα:


Ποιος είναι; ρώτησε ο Χότζας.—Είμαι ο άνθρωπος που σού φερε τη χήνα.Ώ! Κόπιασε! Κόπιασε


Και πρόθυμα του άνοιξε την πόρτα, και τον έβαλε στον οντά του και τον εφιλοξένησε με τις ίδιες περιποιήσεις όπως και την πρώτη φορά. Γιατί είπε μέσα του: «Ποιος ξέρει; άνθρωπος φιλότιμος φαίνεται: μπορεί να μου στείλη και κανένα άλλο πεσκέσι απ' το χωριό!»

Ύστερα από κάμποσες μέρες, ήρθαν, ένα βράδυ, στο σπίτι του Χότζα μερικοί χωριάτες, και του ζήτησαν φιλοξενία. — Ποιοι είσθε σεις; ρώτησε ο Χότζας. — Είμαστε οι γειτόνοι του ανθρώπου που σούφερε τη χήνα, απάντησαν εκείνοι.

Ο Χότζας τους δέχτηκε με καλωσύνη, τους έβαλε κ' έφαγαν, και τους κράτησε να κοιμηθούν στο σπίτι του, τη νύχτα. Μα, όταν, ύστερα από κάμποσες μέρες, παρουσιάστηκαν κι' άλλοι, κ' είπαν: «Είμαστε οι γειτόνοι των γειτόνων του ανθρώπου που σούφερε τη χήνα!», ο Χότζας κατάλαβε πως το πράγμα παραξήλωνε.


Τους έβαλε να καθίσουν, και μετά από λίγο τους έφερε ένα τσουκάλι που άχνιζε, γεμάτο με σκέτο ζεστό νερό. — Μα τι είναι αυτό, εφέντη; ρώτησαν εκείνοι παραξενεμένοι. Κι ο Χότζας τους απάντησε σοβαρός: — Αυτή είνε η σούπα της σούπας της σούπας της χήνας!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου