Σελίδες

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΣΕΒΑΧ ΤΟΥ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΥ

 Η συνάντηση των δύο Σεβάχ 

Στις ένδοξες ημέρες του χαλίφη Χαρούν Αλ Ρασίντ, ζούσε στην πόλη της ειρήνης, τη Βαγδάτη, ένας φτωχός άνθρωπος που κέρδιζε το ψωμί του μεταφέροντας βαριά φορτία στο κεφάλι του. Το όνομά του ήταν Σεβάχ ο αχθοφόρος. Μια μέρα, η ζέστη ήταν ανυπόφορη και το βάρος που κουβαλούσε τον είχε εξαντλήσει. Καθώς περνούσε έξω από την πύλη ενός μεγαλοπρεπούς αρχοντικού, ένιωσε μια δροσερή αύρα να βγαίνει από μέσα, συνοδευόμενη από τις μελωδίες ενός λαούτου και τις ευωδιές από το ροδόνερο και το μόσχο. Άφησε το φορτίο του στο έδαφος, κάθισε στα σκαλιά και κοιτώντας τον ουρανό αναστέναξε βαθιά: — «Ω, ύψιστε δημιουργέ! Εσύ που μοιράζεις την τύχη στους ανθρώπους, δες τη διαφορά μας.



 Άλλοι μοχθούν κάτω από τον ήλιο και άλλοι αναπαύονται σε μεταξωτά μαξιλάρια. Τι έκανα για να αξίζω τέτοια φτώχεια, ενώ ο κύριος αυτού του σπιτιού απολαμβάνει τα πλούτη της γης;» Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και ένας νεαρός υπηρέτης με κεντημένη στολή βγήκε από την πύλη, τον έπιασε από το χέρι και του είπε: — «Έλα μαζί μου, ξένε. Ο κύριός μου σε άκουσε και σε περιμένει». Ο αχθοφόρος φοβήθηκε, αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί. Μπήκε μέσα σε μια αίθουσα που έμοιαζε με παλάτι. Στο βάθος, ανάμεσα σε πλούσιους εμπόρους, καθόταν ένας επιβλητικός γέροντας με λευκή γενειάδα και μάτια που είχαν δει όλο τον κόσμο.
 — «Κάθισε δίπλα μου, αδελφέ μου», είπε ο γέροντας με φωνή γλυκιά. «Φάε και πιες όσο επιθυμείς. Με λένε Σεβάχ τον θαλασσινό. Άκουσα τα λόγια σου και κατάλαβα πως νομίζεις ότι η τύχη μου δόθηκε δίχως προσπάθεια. Όμως, μάθε πως πριν φτάσω σε αυτή την ανάπαυση, πέρασα από επτά ταξίδια που κάθε ένα τους ήταν μια μάχη με τον θάνατο. Θα σου διηγηθώ το πρώτο μου ταξίδι, για να δεις πώς ξεκίνησαν όλα». 

 Το πρώτο ταξίδι: Η σπατάλη και η απόφαση



«Ο πατέρας μου», άρχισε ο θαλασσινός, «ήταν ένας πλούσιος έμπορος. Όταν πέθανε, μου άφησε χρυσάφι, κτήματα και αποθήκες γεμάτες εμπορεύματα. Όμως εγώ ήμουν νέος και ανόητος. Πίστεψα πως ο πλούτος είναι ατελείωτος. Άρχισα να διοργανώνω συμπόσια κάθε βράδυ. Φίλοι και κόλακες με περιτριγύριζαν, και εγώ ξόδευα χωρίς μέτρο. Μια μέρα όμως, άνοιξα το σεντούκι μου και είδα πως δεν είχε μείνει παρά ένας μόνος δίσκος από ασήμι. Οι φίλοι μου εξαφανίστηκαν την ίδια στιγμή. Τότε θυμήθηκα τα λόγια που έλεγε ο πατέρας μου: "ο τάφος είναι προτιμότερος από τη φτώχεια". Συνήλθα από τη μέθη μου. Πούλησα τα τελευταία μου έπιπλα, τα χαλιά μου και τα ρούχα μου. Συγκέντρωσα τρεις χιλιάδες ντιρχάμ. Πήγα στην αγορά, αγόρασα εμπορεύματα και κατέβηκα στη Βασόρα. Εκεί, είδα ένα μεγάλο πλοίο που ετοιμαζόταν να σαλπάρει. Πλησίασα τον καπετάνιο και του είπα: — «Δέξου με στο πλήρωμά σου ως έμπορο. Έχω τα εμπορεύματά μου και την επιθυμία να γνωρίσω τον κόσμο και να κερδίσω ξανά τη ζωή μου». Εκείνος δέχτηκε, και με την ευλογία του θεού, αφήσαμε το λιμάνι». Το νησί που ανάσαινε «Ταξιδεύαμε για εβδομάδες, περνώντας από θάλασσα σε θάλασσα και από νησί σε νησί. Σε κάθε σταθμό, πουλούσα τα δικά μου πράγματα και αγόραζα νέα, κερδίζοντας σιγά-σιγά τα χαμένα μου χρήματα. Μια μέρα, ο άνεμος σταμάτησε και βρεθήκαμε μπροστά σε μια στεριά που έμοιαζε με καταπράσινο λιβάδι στη μέση του ωκεανού. Ο καπετάνιος έριξε άγκυρα και μας είπε: — «Κατεβείτε, σύντροφοι!Μια μέρα, ο άνεμος σταμάτησε και βρεθήκαμε μπροστά σε μια στεριά που έμοιαζε με καταπράσινο λιβάδι στη μέση του ωκεανού. Ο καπετάνιος έριξε άγκυρα και μας είπε:

— «Κατεβείτε, σύντροφοι! Αυτό το νησί είναι ευλογημένο. Βγείτε να ξεπιαστείτε, να ανάψετε φωτιές και να μαγειρέψετε».

Βγήκαμε πολλοί στη στεριά. Άλλοι άρχισαν να παίζουν, άλλοι να πλένουν και άλλοι άναψαν φωτιές για το φαγητό. Καθώς όμως οι φλόγες δυνάμωναν και η ζέστη έφτανε στο έδαφος, ένιωσα τη γη να τρέμει κάτω από τα πόδια μου. Ξαφνικά, ο καπετάνιος από το κατάστρωμα άρχισε να ουρλιάζει:


— «Τρέξτε! Μπείτε στις βάρκες! Αυτό δεν είναι νησί! Είναι μια γιγάντια φάλαινα που κοιμόταν και οι φωτιές σας την έκαψαν! Θα βουτήξει και θα σας πάρει μαζί της!»

Πριν προλάβουμε να αντιδράσουμε, η φάλαινα τινάχτηκε, σηκώνοντας τεράστια κύματα, και βυθίστηκε στα έγκατα της θάλασσας.

 

Η πάλη με τα κύματα και η μοναξιά

«Καθώς η φάλαινα βυθιζόταν, η θάλασσα άνοιξε σαν ένα τεράστιο στόμα που κατάπινε τα πάντα. Είδα τους συντρόφους μου να χάνονται μέσα στους αφρούς, και το πλοίο μας, με τον φόβο του καπετάνιου να το οδηγεί, να ανοίγει τα πανιά του και να γίνεται μια μικρή κουκκίδα στον ορίζοντα. Έμεινα μόνος, ανάμεσα στον ουρανό και το άπειρο νερό.

— "Ω, μοίρα σκληρή!" φώναξα. "Μόλις άρχισα να κερδίζω τη ζωή μου και τώρα το κύμα θα γίνει το σάβανό μου;"

Όμως ο ύψιστος δεν με εγκατέλειψε. Μια μεγάλη ξύλινη σκάφη, από εκείνες που είχαμε βγάλει στη στεριά για να ζυμώσουμε το ψωμί μας, πέρασε δίπλα μου. Την άρπαξα με όση δύναμη μου είχε απομείνει και ανέβηκα πάνω της. Για μια μέρα και μια νύχτα, τα κύματα με χτυπούσαν και οι καρχαρίες κύκλωναν το ξύλο μου, αλλά εγώ κωπηλατούσα με τα χέρια και τα πόδια μου, μέχρι που η αυγή με βρήκε μπροστά στις απόκρημνες ακτές ενός νησιού.

Η συνάντηση με τον ιπποκόμο

Σύρθηκα στη στεριά, με τα πόδια μου πληγιασμένα και την κοιλιά μου κολλημένη στην πλάτη από την πείνα. Αφού έφαγα μερικούς καρπούς και ήπια νερό από μια πηγή, άκουσα έναν δυνατό χρεμετισμό. Περπάτησα προς τον ήχο και είδα μια φοράδα, τόσο όμορφη που έμοιαζε με όνειρο, δεμένη κοντά στην άμμο. Ξαφνικά, ένας άνδρας βγήκε μέσα από μια κρύπτη στο έδαφος και με είδε.

— "Ποιος είσαι εσύ, ξένε, που μοιάζεις με φάντασμα της θάλασσας;" με ρώτησε τρομαγμένος. — "Μη με φοβάσαι, ευγενέστατε άνθρωπε", του απάντησα. "Είμαι ένας έμπορος που το πλοίο του χάθηκε και η θάλασσα με ξέβρασε εδώ για να πεθάνω".

Εκείνος με κοίταξε με συμπόνια και μου είπε: — "Έλα μαζί μου. Είμαι ο ιπποκόμος του βασιλιά Μιχράζ. Βρισκόμαστε εδώ για να ζευγαρώσουμε τις φοράδες του βασιλιά με τα άλογα της θάλασσας. Αν δεν σε έβρισκα εγώ, θα πέθαινες από την ερημιά ή τα θηρία".

Η υποδοχή από τον βασιλιά Μιχράζ




Με οδήγησε στην πόλη του, μια πολιτεία με χρυσούς τρούλους και λιμάνια γεμάτα καράβια. Όταν με παρουσίασε στον βασιλιά μιχράζ, ο ηγεμόνας με κοίταξε με απορία και με ρώτησε:

— "Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να επιζήσει από τη δίνη της μεγάλης φάλαινας; Διηγήσου μου την ιστορία σου, Σεβάχ, γιατί τέτοια θαύματα πρέπει να καταγράφονται".

Του είπα τα πάντα, από τη σπατάλη της περιουσίας μου μέχρι τη στιγμή που κρατήθηκα από τη σκάφη. Ο βασιλιάς, εντυπωσιασμένος από την ειλικρίνειά μου, είπε: — "Από σήμερα θα είσαι ο λιμενάρχης μου. Θα καταγράφεις κάθε πλοίο που έρχεται και θα φροντίζεις για το εμπόριο της πόλης μου, μέχρι να βρεις τον δρόμο για την πατρίδα σου"

Η αναγνώριση στο λιμάνι

Πέρασαν μήνες και εγώ υπηρετούσα τον βασιλιά μιχράζ με πίστη, όμως η καρδιά μου λαχταρούσε τη Βαγδάτη. Κάθε φορά που ένα πλοίο έμπαινε στο λιμάνι, πλησίαζα τους εμπόρους και τους ρωτούσα για την πατρίδα μου, αλλά κανείς δεν είχε ακούσει ποτέ για αυτήν. Ώσπου μια μέρα, ένα μεγάλο πλοίο με βαριά φορτία έριξε άγκυρα.

Πλησίασα τον καπετάνιο την ώρα που κατέγραφε τα εμπορεύματα στην αποβάθρα. — «Καπετάνιο», του είπα, «υπάρχουν ακόμα πράγματα μέσα στο πλοίο σου που δεν έχουν ιδιοκτήτη;» — «Ναι, λιμενάρχη», μου απάντησε εκείνος. «Έχω μερικά δέματα που ανήκουν σε έναν έμπορο από τη Βαγδάτη. Ο άνθρωπος αυτός πνίγηκε μπροστά στα μάτια μας όταν το νησί που σταματήσαμε αποδείχθηκε πως ήταν μια τεράστια φάλαινα. Θέλω να τα πουλήσω εδώ, ώστε να επιστρέψω το αντίτιμο στην οικογένειά του, αν ποτέ τη βρω».


Ένιωσα το αίμα μου να παγώνει και μετά να βράζει από χαρά. — «Κοίταξέ με καλά, καπετάνιο! Εγώ είμαι ο Σεβάχ! Εγώ είμαι ο έμπορος που νομίζεις για νεκρό!»

Ο καπετάνιος με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω με οργή και μου είπε: — «Δεν φοβάσαι τον θεό, άνθρωπέ μου; Είδαμε τον σεβάχ να βουλιάζει στη δίνη και να χάνεται για πάντα. Πώς τολμάς να ζητάς τα πράγματα ενός νεκρού για να πλουτίσεις με δόλο;»

— «Άκουσε με!» φώναξα. «Θυμάσαι που σου είπα στη Βασόρα πως η περιουσία μου ήταν η τελευταία μου ελπίδα; Θυμάσαι το σημάδι που έβαλα στα δέματά μου με κόκκινη μπογιά; Θυμάσαι πως κρατούσα μια ξύλινη σκάφη καθώς τα κύματα με παρέσυραν;»

Όταν ο καπετάνιος άκουσε τις λεπτομέρειες που μόνο εμείς γνωρίζαμε, άρχισε να τρέμει. Κοίταξε το πρόσωπό μου πιο προσεκτικά και τότε αναφώνησε: — «Μα τον Αλλάχ, είναι θαύμα! Είσαι ζωντανός! Σύντροφοι, ελάτε να δείτε! Ο Σεβάχ επέστρεψε από τον κόσμο των νεκρών!»

Το πλήρωμα μαζεύτηκε γύρω μου με δάκρυα στα μάτια, ζητώντας μου συγγνώμη που με εγκατέλειψαν. Μου παρέδωσαν τα εμπορεύματά μου άθικτα. Πήρα το πιο πολύτιμο από αυτά και το πρόσφερα στον βασιλιά Μιχράζ. — «Βασιλιά μου», του είπα, «με δέχτηκες φτωχό και ναυαγό. Τώρα που η τύχη μου γύρισε, δέξου αυτό το δώρο ως δείγμα της ευγνωμοσύνης μου».

Ο βασιλιάς, εντυπωσιασμένος από την τιμιότητά μου, μου χάρισε πλούσια δώρα σε αντάλλαγμα. Αποχαιρέτησα το νησί και σαλπάραμε για τη Βαγδάτη.

Η επιστροφή και ο αχθοφόρος

«Όταν έφτασα πίσω», συνέχισε ο Σεβάχ ο θαλασσινός, «πούλησα τα εμπορεύματα που έφερα και κέρδισα πίσω όλη την περιουσία που είχα σπαταλήσει, και ακόμα περισσότερα. Αγόρασα σπίτια, υπηρέτες και άρχισα πάλι να ζω με ανέσεις, αλλά αυτή τη φορά με τη σοφία του ανθρώπου που ξέρει τι σημαίνει κίνδυνος».

Ο γέροντας Σεβάχ σταμάτησε την αφήγηση. Έβγαλε από το πουγγί του εκατό χρυσά νομίσματα και τα έδωσε στον φτωχό αχθοφόρο. — «Πάρε αυτά για την οικογένειά σου, αδελφέ μου», του είπε. «Και αύριο να ξαναέρθεις. Θα σου διηγηθώ το δεύτερο ταξίδι μου, που ήταν ακόμα πιο παράξενο και επικίνδυνο από το πρώτο».

Ο αχθοφόρος, έκπληκτος από την καλοσύνη και την ιστορία, τον ευχαρίστησε και υποσχέθηκε να επιστρέψει.

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΑΞΙΔΙ: ΤΟ ΠΟΥΛΙ ΡΟΚ ΚΑΙ Η ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΩΝ ΔΙΑΜΑΝΤΙΩΝ




Η επιστροφή στη θάλασσα

«Αδελφοί μου», άρχισε ο Σεβάχ ο Θαλασσινός, «έζησα στη Βαγδάτη για λίγο καιρό με κάθε άνεση, αλλά η ψυχή μου άρχισε πάλι να ποθεί τα ταξίδια και το εμπόριο. Ο φόβος του πρώτου ναυαγίου είχε σβήσει. Αγόρασα λοιπόν εκλεκτά εμπορεύματα και σάλπαρα με ένα νέο πλοίο και καλούς συντρόφους.

Ταξιδεύαμε από νησί σε νησί, μέχρι που φτάσαμε σε έναν τόπο ακατοίκητο, γεμάτο δέντρα με καρπούς που δεν είχα ξαναδεί και νερά κρυστάλλινα. Αποβιβάστηκα μόνος μου για να ξεκουραστώ σε μια σκιερή γωνιά. Με πήρε ο ύπνος κάτω από το θρόισμα των φύλλων και όταν ξύπνησα... η καρδιά μου σταμάτησε.

Το πλοίο είχε σαλπάρει! Τους φώναξα, έτρεξα στην ακτή, αλλά το μόνο που είδα ήταν τα πανιά τους να χάνονται στον ορίζοντα.

— "Ω, Σεβάχ!" φώναξα με απόγνωση. "Την πρώτη φορά σώθηκες από θαύμα, αλλά τώρα ποιος θα σε βρει σε τούτη την ερημιά;"»

Το γιγάντιο αυγό και το πουλί Ροκ


«Περπάτησα στο εσωτερικό του νησιού και είδα κάτι λευκό και τεράστιο, σαν ένας τεράστιος θόλος που ακουμπούσε στο έδαφος. Καθώς το περιεργαζόμουν, ο ουρανός ξαφνικά σκοτείνιασε, λες και ένα σύννεφο έκρυψε τον ήλιο. Κοίταξα ψηλά και είδα ένα πουλί με φτερούγες τόσο μεγάλες που κάλυπταν το φως.

Ήταν το θρυλικό πουλί Ροκ! Κατάλαβα τότε πως ο λευκός θόλος δεν ήταν παρά το αυγό του. Το πουλί κάθισε πάνω στο αυγό για να το κλωσήσει. Μια ιδέα γεννήθηκε μέσα μου: έβγαλα το σαρίκι μου, το έκανα σχοινί και δέθηκα γερά στο πόδι του πουλιού, που ήταν χοντρό σαν κορμός δέντρου.

— "Ας με πάει όπου θέλει", σκέφτηκα. "Καλύτερα να πεθάνω σε έναν νέο τόπο παρά να σαπίσω μόνος μου εδώ".»

Η Κοιλάδα των Διαμαντιών

«Το πουλί πέταξε ψηλά, τόσο ψηλά που η γη χάθηκε από τα μάτια μου, και μετά από ώρες με άφησε σε μια βαθιά κοιλάδα. Λύθηκα γρήγορα και κρύφτηκα. Η κοιλάδα ήταν γεμάτη με τεράστια φίδια που κρύβονταν την ημέρα από το πουλί Ροκ, αλλά το έδαφος... το έδαφος έλαμπε! Ήταν στρωμένο με διαμάντια τόσο μεγάλα που δεν χωρούσαν στην παλάμη μου.




Το τέχνασμα των εμπόρων

Με το πρώτο φως της ημέρας, τα φίδια κρύφτηκαν γιατί φοβούνταν το πουλί ροκ και τους αετούς. Βγήκα έξω τρεκλίζοντας και ξαφνικά είδα ένα μεγάλο κομμάτι ωμό κρέας να πέφτει από τον ουρανό και να προσγειώνεται μπροστά μου. Θυμήθηκα τότε τις ιστορίες που έλεγαν οι παλιοί ναυτικοί για την "κοιλάδα των διαμαντιών" και το τέχνασμα των εμπόρων.

Εκείνοι, μη μπορώντας να κατέβουν στην κοιλάδα, πετούσαν σφάγια ζώων. Τα διαμάντια, λόγω της γωνιώδους μορφής τους, κολλούσαν στο νωπό κρέας. Μετά, οι αετοί κατέβαιναν, άρπαζαν το κρέας και το μετέφεραν στις φωλιές τους ψηλά στα βράχια. Τότε οι έμποροι έτρεχαν, έδιωχναν τους αετούς με φωνές και μάζευαν τα πετράδια.

Η σωτηρία και ο διάλογος με τον έμπορο

Μια ελπίδα φώτισε την ψυχή μου. Μάζεψα τα πιο μεγάλα και καθαρά διαμάντια που βρήκα και τα έβαλα στο πουγκί μου. Μετά, ξάπλωσα ανάσκελα, έβαλα πάνω μου το μεγάλο κομμάτι κρέας και δέθηκα σφιχτά με το σαρίκι μου.


Δεν πέρασε πολλή ώρα και ένας τεράστιος αετός βύθισε τα νύχια του στο κρέας και με σήκωσε στον αέρα. Με μετέφερε στη φωλιά του, στην κορυφή του βουνού. Μόλις ακούμπησε κάτω, ένας άνδρας πλησίασε με δυνατές κραυγές για να τρομάξει το πουλί. Όταν με είδε να λύνομαι και να σηκώνομαι μέσα από το κρέας, έβγαλε μια κραυγή τρόμου και οπισθοχώρησε.

— «Τι είσαι εσύ; Φάντασμα ή δαίμονας της κοιλάδας;» ρώτησε με τρεμάμενη φωνή. — «Μη φοβάσαι, φίλε μου», του απάντησα. «Άνθρωπος είμαι, έμπορος σαν κι εσένα, και η ιστορία μου είναι πιο παράξενη από κάθε παραμύθι. Μη λυπάσαι για το κρέας που έχασες, γιατί σου έφερα θησαυρό που δεν τον είδες ούτε στα όνειρά σου».

Οι άλλοι έμποροι μαζεύτηκαν γύρω μου γεμάτοι απορία. Άνοιξα το πουγκί μου και τους έδειξα τα διαμάντια. — «Διαλέξτε τα καλύτερα», τους είπα. «Εσείς μου χαρίσατε τη ζωή με το κρέας σας, και εγώ σας χαρίζω τον πλούτο της κοιλάδας».

Εκείνοι με αγκάλιασαν και με δέχτηκαν στην παρέα τους. Ταξιδέψαμε μαζί σε πολλά νησιά, όπου ανταλλάξαμε διαμάντια με μετάξι και μπαχαρικά, μέχρι που επιβιβάστηκα σε ένα πλοίο για τη Βασόρα και από εκεί επέστρεψα στη Βαγδάτη».


Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΤΟ ΔΩΡΟ ΣΤΟΝ ΑΧΘΟΦΟΡΟ

«Όταν μπήκα στην πόλη μου», κατέληξε ο θαλασσινός, «μοιράστηκα τον πλούτο μου με τους φτωχούς και άρχισα πάλι να ζω με δόξα και τιμή. Έτσι τέλειωσε το δεύτερο ταξίδι μου».

Ο πλούσιος σεβάχ έβγαλε πάλι εκατό χρυσά νομίσματα, τα έδωσε στον αχθοφόρο και του είπε: — «Πάρε αυτά, Σεβάχ, και έλα αύριο να ακούσεις το τρίτο ταξίδι. Εκείνο θα σου φανεί ακόμα πιο απίστευτο, γιατί ήρθαμε αντιμέτωποι με έναν γίγαντα που έτρωγε ανθρώπους».


ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΤΑΞΙΔΙ: Ο ΓΙΓΑΝΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΠΙΘΗΚΩΝ

Η νέα αναχώρηση

«Ακούστε, φίλοι μου», είπε ο Σεβάχ ο Θαλασσινός στον αχθοφόρο και τους καλεσμένους του, «πως η ανάπαυση στη Βαγδάτη άρχισε πάλι να με στενεύει. Η δίψα για το κέρδος και η περιέργεια για τα ξένα έθνη με έκαναν να ξεχάσω κάθε προηγούμενο πόνο. Αγόρασα λοιπόν εμπορεύματα μεγάλης αξίας και σάλπαρα από τη Βασόρα με ένα πλοίο γεμάτο έμπειρους εμπόρους.

Για πολλές μέρες ο καιρός ήταν σύμμαχός μας, μέχρι που μια νύχτα ο ουρανός έγινε μαύρος σαν πίσσα και ο άνεμος άρχισε να ουρλιάζει. Ο καπετάνιος άρχισε να σχίζει τα ρούχα του και να χτυπά το πρόσωπό του.

— "Αλίμονό μας!" φώναξε. "Ο άνεμος μας έβγαλε από την πορεία μας και μας σπρώχνει προς το Όρος των Πιθήκων! Κανείς δεν επέστρεψε ποτέ ζωντανός από εκεί!"»

Η εισβολή των πιθήκων



«Πριν προλάβουμε να προσευχηθούμε, εκατοντάδες μικροσκοπικά, τριχωτά πλάσματα που έμοιαζαν με πιθήκους άρχισαν να σκαρφαλώνουν στο πλοίο. Ήταν τόσα πολλά που κάλυψαν το κατάστρωμα. Είχαν κίτρινα μάτια και άγρια όψη.

— "Μην τους χτυπήσετε!" μας προειδοποίησε ο καπετάνιος. "Αν σκοτώσουμε έστω και έναν, θα μας κατασπαράξουν όλοι μαζί!"

Οι πίθηκοι έκοψαν τα σχοινιά, έσκισαν τα πανιά και μας έσυραν στη στεριά. Μας πέταξαν έξω από το πλοίο και το πήραν μαζί τους, αφήνοντάς μας μόνους σε μια άγνωστη ακτή».

Το κάστρο και ο γίγαντας

«Περπατήσαμε στο εσωτερικό του νησιού μέχρι που βρήκαμε ένα τεράστιο κάστρο με ψηλούς τοίχους και μια πύλη από έβενο. Μπήκαμε μέσα αναζητώντας βοήθεια, αλλά βρήκαμε μόνο οστά ανθρώπων διασκορπισμένα στο έδαφος. Καθώς έδυε ο ήλιος, ακούσαμε έναν ήχο σαν βροντή.


Ένας γίγαντας, ψηλός σαν φοίνικας, με ένα μόνο μάτι στο μέτωπο που έλαμπε σαν κάρβουνο, μπήκε στην αυλή. Τα χείλη του κρέμονταν σαν της καμήλας και τα δόντια του ήταν σαν χαυλιόδοντες αγριογούρουνου. Μας κοίταξε όλους, μας έπιασε έναν-έναν από το σβέρκο και μας ζούληξε. Τέλος, διάλεξε τον καπετάνιο μας, που ήταν ο πιο παχύς.

— "Αυτός θα είναι το δείπνο μου", βρυχήθηκε ο γίγαντας με μια φωνή που έκανε τους τοίχους να τρέμουν.

Τον πέρασε σε μια σούβλα, τον έψησε στη φωτιά και τον έφαγε μέχρι το τελευταίο κόκαλο. Μετά, έπεσε στο πάτωμα και κοιμήθηκε, βγάζοντας ένα ροχαλητό που ακουγόταν σαν κεραυνός».

Το σχέδιο της σωτηρίας

«Το επόμενο πρωί ο γίγαντας έφυγε και εμείς μείναμε να κλαίμε τη μοίρα μας. — "Αδέλφια μου", τους είπα, "αν μείνουμε εδώ, θα μας φάει όλους έναν-έναν. Πρέπει να δράσουμε ή να πέσουμε στη θάλασσα να πνιγούμε!" — "Πες μας τι να κάνουμε, Σεβάχ!" είπαν οι σύντροφοί μου με απόγνωση.

Περιμέναμε να γυρίσει ο γίγαντας το βράδυ. Αφού έφαγε και δεύτερο σύντροφό μας και έπεσε να κοιμηθεί, πήραμε δύο σιδερένιες σούβλες από εκείνες που χρησιμοποιούσε, τις πυρώσαμε στη φωτιά μέχρι να γίνουν κατακόκκινες και τις καρφώσαμε με όλη μας τη δύναμη στο μοναδικό του μάτι.


Ο γίγαντας έβγαλε μια κραυγή που έσκισε τον αέρα. Άρχισε να παραπατά στα τυφλά, προσπαθώντας να μας πιάσει, αλλά εμείς είχαμε κρυφτεί. Τελικά, βρήκε την πύλη και βγήκε έξω ουρλιάζοντας.

Τρέξαμε στην ακτή και φτιάξαμε γρήγορα μερικές σχεδίες από κορμούς δέντρων. Μόλις ξημέρωσε και μπήκαμε στη θάλασσα, είδαμε τον γίγαντα να επιστρέφει μαζί με άλλους δύο, ακόμα πιο τρομακτικούς. Άρχισαν να μας πετούν τεράστια βράχια. Τα περισσότερα μας πετυχαν η σχεδία βυθίστηκε και οι σύντροφοί μου πνίγηκαν. Μόνο εγώ και άλλοι δύο καταφέραμε να ξεφύγουμε από τη βροχή των βράχων».

Η περιπέτεια με το φίδι

«Φτάσαμε σε ένα άλλο νησί, ελπίζοντας πως ο κίνδυνος πέρασε. Όμως εκεί ζούσε ένα γιγάντιο φίδι. Την πρώτη νύχτα έφαγε τον έναν σύντροφό μου και τη δεύτερη τον άλλον. Έμεινα πάλι ολομόναχος.

— "Θεέ μου", είπα, "γλίτωσα από τον γίγαντα για να γίνω τροφή ενός ερπετού;"


Την τρίτη νύχτα, μάζεψα ξύλα και έφτιαξα ένα "κλουβί" γύρω από το σώμα μου, δένοντας τα ξύλα οριζόντια και κάθετα. Το φίδι ήρθε, με κύκλωσε, προσπάθησε όλη τη νύχτα να με καταπιεί, αλλά τα ξύλα το εμπόδιζαν. Μόλις βγήκε ο ήλιος, το φίδι έφυγε»

Η επιστροφή

«Τότε είδα ένα πλοίο στον ορίζοντα. Άρχισα να κουνώ το σαρίκι μου και να φωνάζω. Με είδαν και με πήραν κοντά τους. Ο καπετάνιος, βλέποντάς με σε τέτοια χάλια, μου χάρισε ρούχα και φαγητό. Μετά από μέρες, μου είπε:

— "Έχουμε στο αμπάρι μερικά δέματα ενός εμπόρου που χάθηκε σε ένα ταξίδι. Θέλεις να τα αναλάβεις εσύ για να βγάλεις κάποιο κέρδος;" — "Πώς τον έλεγαν τον έμπορο, καπετάνιο;" ρώτησα με κομμένη την ανάσα. — "Σεβάχ", μου απάντησε.

Τότε ξέσπασα σε δάκρυα χαράς και του διηγήθηκα όλη την ιστορία. Ήταν το ίδιο πλοίο από το δεύτερο ταξίδι μου! Πήρα τα πλούτη μου, επέστρεψα στη Βαγδάτη και έδωσα πάλι εκατό χρυσά νομίσματα στον αχθοφόρο».


ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΑΞΙΔΙ: ΟΙ ΚΑΝΙΒΑΛΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΖΩΝΤΑΝΟ ΘΑΨΙΜΟ

Η νέα περιπέτεια και οι "Άνθρωποι της Φωτιάς"

«Αδελφοί μου», συνέχισε ο Σεβάχ ο Θαλασσινός, «τα πλούτη που είχα δεν στάθηκαν ικανά να ημερέψουν την ψυχή μου. Σάλπαρα πάλι για τις χώρες της Ανατολής. Όμως, στην ανοιχτή θάλασσα, μια τρομερή καταιγίδα έσπασε το καράβι μας στα δύο.

Εγώ και μερικοί σύντροφοι πιαστήκαμε από μια σανίδα και βγήκαμε σε ένα νησί. Εκεί μας βρήκαν κάτι μελαψοί άνδρες, που δεν μιλούσαν καμία γλώσσα που ξέραμε. Μας οδήγησαν στο χωριό τους και μας πρόσφεραν ένα παράξενο φαγητό.

— "Φάτε, φίλοι μου, φάτε!" έκαναν με νοήματα.

Οι σύντροφοί μου, πεινασμένοι, έπεσαν με τα μούτρα στο φαγητό. Όμως εγώ, βλέποντας τα μάτια των ιθαγενών, ένιωσα έναν κόμπο στο στομάχι και δεν άγγιξα τίποτα. Σύντομα, είδα τους φίλους μου να χάνουν τα λογικά τους, να γίνονται σαν ζώα και να τρώνε ασταμάτητα. Οι ιθαγενείς τους τάιζαν με λάδι καρύδας για να παχύνουν, γιατί ήταν κανίβαλοι! Έναν-έναν τους έσφαζαν και τους έτρωγαν.

Εγώ, αδυνατισμένος από την πείνα, δεν τους γέμιζα το μάτι. Μια μέρα, βρήκα την ευκαιρία και έφυγα τρέχοντας μέσα στο δάσος».

Ο βασιλιάς και ο παράξενος νόμος

«Μετά από μέρες πεζοπορίας, έφτασα σε μια πλούσια πολιτεία. Ο βασιλιάς εκεί με δέχτηκε με τιμές. Είδα όμως κάτι παράξενο: οι άνθρωποι ίππευαν τα άλογά τους χωρίς σέλα.

— "Μεγαλειότατε", του είπα, "επιτρέψτε μου να σας φτιάξω κάτι που θα κάνει την ιππασία απόλαυση".

Έφτιαξα μια σέλα και αναβολείς. Ο βασιλιάς ενθουσιάστηκε τόσο που μου έδωσε για γυναίκα μια πανέμορφη και πλούσια αρχόντισσα. Έζησα ευτυχισμένος, μέχρι που ο θάνατος χτύπησε την πόρτα του γείτονά μου. Είδα τότε τον φίλο μου να θρηνεί απαρηγόρητος.

— "Γιατί κλαις έτσι;" τον ρώτησα. "Ο θεός θα σου δώσει άλλη γυναίκα". — "Δεν κατάλαβες, Σεβάχ", μου απάντησε τρέμοντας. "Σε τούτη τη χώρα, όταν πεθαίνει ο ένας σύζυγος, θάβουν τον άλλον ζωντανό μαζί του!

Στο βάθος του σπηλαίου

«Δεν πέρασε πολύς καιρός και η γυναίκα μου αρρώστησε και πέθανε. Παρά τις παρακλήσεις μου στον βασιλιά, ο νόμος δεν άλλαξε για μένα.

— "Είμαι ξένος!" του φώναξα. "Δεν δεσμεύομαι από τα έθιμά σας!" — "Είσαι πολίτης μας πια, Σεβάχ", απάντησε εκείνος με θλίψη.

Με κατέβασαν με σχοινιά σε ένα βαθύ σπήλαιο στο βουνό, μαζί με το πτώμα της γυναίκας μου, επτά καρβέλια ψωμί και μια στάμνα νερό. Το στόμιο έκλεισε με μια βαριά πέτρα. Ήμουν σε ένα απέραντο νεκροταφείο, γεμάτο οστά και κοσμήματα.

Όταν το ψωμί μου τέλειωσε, άρχισα να προσεύχομαι για ένα θαύμα. Ξαφνικά, άκουσα ένα θρόισμα. Ένα ζώο είχε μπει στο σπήλαιο! Το ακολούθησε μέσα στο σκοτάδι, σέρνοντας τα πόδια μου ανάμεσα στους σκελετούς, μέχρι που είδα μια αμυδρή αχτίδα φωτός. Το ζώο είχε ανοίξει μια τρύπα προς τη θάλασσα!»

Η σωτηρία και ο θησαυρός

«Πριν βγω, μάζεψα όλα τα διαμάντια, τα μαργαριτάρια και τον χρυσό από τα πτώματα που ήταν θαμμένα εκεί. Τα έδεσα σε δέματα και βγήκα στην ακτή. Ένα πλοίο με είδε και με μάζεψε.

— "Πού βρέθηκες εσύ με τόσους θησαυρούς σε αυτό το έρημο βουνό;" με ρώτησε ο καπετάνιος. — "Είμαι ένας έμπορος που ναυάγησε και κατάφερα να σώσω το εμπόρευμά μου", του απάντησα, κρύβοντας την αλήθεια για να μη με περάσουν για ιερόσυλο.

Επέστρεψα στη Βαγδάτη πλουσιότερος από κάθε άλλη φορά. Έδωσα πάλι εκατό χρυσά νομίσματα στον αχθοφόρο και του ζήτησα να έρθει την επομένη».

ΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΤΑΞΙΔΙ: Ο ΓΕΡΟΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΚΑΙ Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΠΙΘΗΚΩΝ

Το αυγό του Ροκ και η εκδίκηση

«Αδελφοί μου», άρχισε ο Σεβάχ ο Θαλασσινός, «η ηρεμία της στεριάς ήταν για μένα πάντα προσωρινή. Σάλπαρα ξανά με ένα δικό μου πλοίο αυτή τη φορά. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, φτάσαμε σε ένα ερημονήσι όπου οι ναύτες μου βρήκαν ένα γιγάντιο λευκό θόλο.

— "Μην το αγγίξετε!" τους φώναξα. "Είναι αυγό του πουλιού Ροκ!"

Όμως εκείνοι, πεινασμένοι και ανυπάκουοι, το έσπασαν με τσεκούρια και έφαγαν το νεοσσό. Δεν πέρασε ώρα και δύο τεράστια πουλιά Ροκ σκέπασαν τον ήλιο. Άρχισαν να ρίχνουν πελώριους βράχους στο πλοίο μας από ψηλά. Το καράβι διαλύθηκε σε χίλια κομμάτια. Για άλλη μια φορά, βρέθηκα να παλεύω με τα κύματα πάνω σε μια σανίδα, μέχρι που με έβγαλε το κύμα σε ένα πανέμορφο νησί που έμοιαζε με κήπο».

Ο Γέρος της Θάλασσας

«Εκεί, δίπλα σε ένα ρυάκι, είδα έναν γέροντα που έμοιαζε αδύναμος και δυστυχισμένος. Φορούσε μια κάπα από φύλλα και με κοίταζε με ικεσία.

— "Τι έχεις, παππού;" τον ρώτησε με συμπόνια. Εκείνος μου έκανε νόημα πως ήθελε να τον περάσω στην απέναντι όχθη του ρυακιού γιατί τα πόδια του δεν τον κρατούσαν. Τον πήρα στους ώμους μου με προθυμία. Μόλις όμως φτάσαμε απέναντι, αντί να κατέβει, έσφιξε τα πόδια του γύρω από τον λαιμό μου σαν σιδερένιες αλυσίδες!

Ήταν ο ΓΕΡΟΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ. Για μέρες και νύχτες με ανάγκαζε να τον κουβαλάω παντού, χτυπώντας με αν σταματούσα και σφίγγοντάς με μέχρι λιποθυμίας. Δεν κατέβαινε ούτε για να κοιμηθεί».

Η απόδραση

«Μια μέρα, βρήκα μερικές νεροκολοκύθες. Τις γέμισα με χυμό σταφυλιών και τις άφησα στον ήλιο μέχρι ο χυμός να γίνει δυνατό κρασί. Ήπια λίγο για να πάρω δυνάμεις και άρχισα να τραγουδάω. Ο γέρος, βλέποντάς με χαρούμενο, μου ζήτησε να πιει κι αυτός.

Ήπιε τόσο πολύ που ζαλίστηκε και οι σφιχτοί του μύες χαλάρωσαν. Τότε, με μια απότομη κίνηση, τον πέταξα κάτω και τον εξόντωσα πριν προλάβει να συνέλθει. Επιτέλους, ήμουν ελεύθερος!»

Η Πόλη των Πιθήκων

«Με μάζεψε ένα πλοίο και με πήγε στην Πόλη των Πιθήκων. Εκεί, οι κάτοικοι κάθε βράδυ έμπαιναν σε βάρκες και κοιμόντουσαν στη θάλασσα, γιατί τη νύχτα η πόλη γεμίζε από άγριους πίθηκους.

— "Πώς θα κερδίσω το ψωμί μου εδώ;" ρώτησα έναν ντόπιο. — "Πάρε μια τσάντα με πέτρες, πήγαινε στο δάσος και πέταξε τις στους πιθήκους που είναι πάνω στις καρύδες", μου είπε.

Έκανα όπως μου είπε. Οι πίθηκοι, θυμωμένοι, άρχισαν να μου πετούν καρύδες για να με χτυπήσουν! Μάζεψα τις καρύδες, τις πούλησα και έτσι απέκτησα πάλι μεγάλη περιουσία. Επέστρεψα στη Βαγδάτη, όπου με περίμενε η οικογένειά μου και ο πιστός μου αχθοφόρος».

ΤΟ ΕΚΤΟ ΤΑΞΙΔΙ: ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΩΝ ΘΗΣΑΥΡΩΝ ΚΑΙ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΣΕΡΕΝΤΙΠ

Το τρομερό ναυάγιο

«Φίλοι μου», άρχισε ο Σεβάχ ο Θαλασσινός, «ίσως αναρωτιέστε πώς ένας άνθρωπος που γλίτωσε τόσες φορές από τον θάνατο, αποφασίζει να ξαναφύγει. Όμως η θάλασσα κυλάει στις φλέβες μου. Στο έκτο μου ταξίδι, ο καπετάνιος έχασε την πορεία του.

— "Είμαστε σε αχαρτογράφητα νερά!" φώναξε έντρομος. "Το ρεύμα μας σπρώχνει προς το βουνό του Μαγνητισμού!"

Το πλοίο συνετρίβη πάνω στα βράχια. Η ακτή ήταν ένα απόκοσμο θέαμα: ήταν γεμάτη με σκελετούς πλοίων και αμύθητους θησαυρούς που είχαν ξεβράσει τα κύματα εδώ και αιώνες. Όμως, δεν υπήρχε τροφή. Ένας-ένας οι σύντροφοί μου πέθαναν από την πείνα. Έμεινα πάλι μόνος, σκάβοντας τον τάφο μου.

— "Γιατί δεν πέθανα στη Βαγδάτη;" έκλαιγα. "Γιατί ήθελα πάλι τα ξένα πλούτη;"»

Το υπόγειο ποτάμι

«Καθώς περιπλανιόμουν στην απελπισία μου, είδα ένα ποτάμι με γλυκό νερό που έβγαινε από το βουνό και χανόταν σε μια σκοτεινή σπηλιά. Το παράξενο ήταν πως το ποτάμι δεν έφερε λάσπη, αλλά το έδαφός του ήταν στρωμένο με μαργαριτάρια, ρουμπίνια και κεχριμπάρι.

— "Αν μείνω εδώ, θα πεθάνω", σκέφτηκα. "Αν μπω στη σπηλιά, ίσως βρω διέξοδο ή το τέλος μου".

Έφτιαξα μια σχεδία από ξύλα αλόης και σανδαλόξυλου, τη φόρτωσα με τα πιο ακριβά κοσμήματα που βρήκα στην ακτή και αφέθηκα στο ρεύμα. Η σπηλιά ήταν τόσο στενή που το κεφάλι μου άγγιζε την οροφή. Το σκοτάδι ήταν απόλυτο. Μετά από ώρες αγωνίας, με πήρε ο ύπνος από την εξάντληση».

Το βασίλειο του Σερεντίπ

«Ξύπνησα από φωνές ανθρώπων. Η σχεδία μου είχε βγει σε μια πανέμορφη πεδιάδα. Ήταν οι κάτοικοι του Σερεντίπ (της σημερινής Σρι Λάνκα). Με οδήγησαν στον βασιλιά τους, ο οποίος έμενε σε ένα παλάτι που οι τοίχοι του ήταν από χρυσό και τα παράθυρα από κρύσταλλο.

— "Ποιος είσαι εσύ που ήρθες από το εσωτερικό του βουνού;" με ρώτησε ο βασιλιάς. Του διηγήθηκα τις περιπέτειές μου. Ο βασιλιάς εντυπωσιάστηκε τόσο που με κράτησε κοντά του για μήνες. Όταν του είπα για τον χαλίφη Χαρούν αλ ρασίντ και τη σοφία του, ο βασιλιάς αποφάσισε να του στείλει δώρα: ένα κύπελλο από ένα μόνο ρουμπίνι, ένα χαλί από δέρμα φιδιού που θεράπευε τις αρρώστιες και εκατό χιλιάδες φορτία ξυλαλόης».

Η επιστροφή και η συνάντηση με τον Χαλίφη

«Επέστρεψα στη Βαγδάτη με τιμές. Παρουσιάστηκα στον χαλίφη και του παρέδωσα τα δώρα. Εκείνος με ρώτησε: — "Σεβάχ, είναι αλήθεια όσα λένε για τα πλούτη εκείνου του βασιλιά;" — "Είναι λίγα μπροστά στην πραγματικότητα, μεγαλειότατε", του απάντησα.

Έτσι τελείωσε το έκτο ταξίδι. Έδωσα πάλι εκατό χρυσά νομίσματα στον αχθοφόρο, λέγοντάς του πως το έβδομο και τελευταίο ταξίδι ήταν το πιο απίστευτο απ' όλα».



ΤΟ ΕΒΔΟΜΟ ΤΑΞΙΔΙ: ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ-ΠΟΥΛΙΑ ΚΑΙ Η ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ Η αποστολή του Χαλίφη «Αδελφοί μου», είπε ο Σεβάχ ο Θαλασσινός, «αυτή τη φορά δεν έφυγα από δική μου επιθυμία. Ο χαλίφης χαρούν αλ ρασίντ με κάλεσε και μου είπε: — "Σεβάχ, πρέπει να πας πίσω στον βασιλιά του Σερεντίπ. Του έστειλα δώρα αντάξια της φιλοξενίας του και θέλω να του τα παραδώσεις εσύ, που τον γνωρίζεις". Αν και φοβόμουν τις θάλασσες, δεν μπορούσα να αρνηθώ στον ηγεμόνα μου. Πήγα, παρέδωσα τα δώρα και ο βασιλιάς με τίμησε ξανά. Όμως, στον δρόμο της επιστροφής, το πλοίο μας δέχτηκε επίθεση από πειρατές. Με πούλησαν ως δούλο σε έναν πλούσιο έμπορο, ο οποίος μου έδωσε ένα τόξο και μου είπε: — "Θα πηγαίνεις στο δάσος και θα σκοτώνεις ελέφαντες για το ελεφαντόδοντο τους. Αν αποτύχεις, θα το πληρώσεις με τη ζωή σου".» Η σοφία των ελεφάντων «Μια μέρα, εκατοντάδες ελέφαντες με κύκλωσαν. Αντί να με πατήσουν, ένας τεράστιος ελέφαντας με σήκωσε με την προβοσκίδα του και με πήγε σε μια κοιλάδα γεμάτη με οστά ελεφάντων. Ήταν το νεκροταφείο τους. Κατάλαβα πως μου έδειχναν πού να βρω το ελεφαντόδοντο χωρίς να τους σκοτώνω. Ο αφέντης μου, βλέποντας τον θησαυρό, μου χάρισε την ελευθερία μου και μου έδωσε πλούτη που δεν είχα φανταστεί. Στον δρόμο της επιστροφής όμως, το πλοίο μου ναυάγησε ξανά και βρέθηκα σε μια πόλη όπου οι άνθρωποι άλλαζαν μορφή κάθε πρώτη του μήνα!» Οι Άνθρωποι-Πουλιά «Είδα τους κατοίκους να βγάζουν φτερά και να πετούν ψηλά στον ουρανό. Παρακάλεσα έναν από αυτούς να με πάρει μαζί του. — "Κρατήσου γερά και μην πεις λέξη", με προειδοποίησε. Πετάξαμε τόσο ψηλά που άκουγα τους αγγέλους να υμνούν στον ουρανό. Μέσα στον ενθουσιασμό μου, φώναξα: — "Δόξα στον ύψιστο!" Αμέσως, μια φωτιά βγήκε από τον ουρανό και ο άνθρωπος-πουλί άρχισε να πέφτει. Με άφησε σε μια βουνοκορφή και έφυγε θυμωμένος γιατί η προσευχή μου του έκαψε τα φτερά. Εκεί βρήκα έναν άνθρωπο που μου έδωσε ένα χρυσό ραβδί και με βοήθησε να επιστρέψω στην πόλη, όπου παντρεύτηκα την κόρη ενός πλούσιου άρχοντα». Η τελευταία υπόσχεση «Μετά τον θάνατο του πεθερού μου, κληρονόμησα όλη την περιουσία του. Πήρα τη γυναίκα μου και επιστρέψαμε οριστικά στη Βαγδάτη. Όταν παρουσιάστηκα στον χαλίφη, του είπα: — "Μεγαλειότατε, ορκίζομαι πως δεν θα ξαναφήσω την πόλη μου. Τα επτά ταξίδια μου ήταν αρκετά για να μου διδάξουν πως ο μεγαλύτερος θησαυρός είναι η ειρήνη στο σπίτι σου".»


 Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΣΕΒΑΧ 

Ο Σεβάχ ο Θαλασσινός τελείωσε τη διήγησή του. Κοίταξε τον αχθοφόρο και του έδωσε άλλα εκατό χρυσά νομίσματα, λέγοντάς του: — «Τώρα ξέρεις, φίλε μου, πως τα πλούτη μου δεν ήρθαν τυχαία. Ζήσε μαζί μας και γίνε αδελφός μου». Ο αχθοφόρος έμεινε για πάντα στο αρχοντικό, και οι δύο άνδρες έζησαν με ευτυχία, διηγούμενοι τις ιστορίες τους σε όποιον ήθελε να ακούσει για τα θαύματα του κόσμου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου