Σελίδες

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM



Υπήρχε κάποτε ένας έμπορος που είχε δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Ήταν άνθρωπος πολύ πλούσιος, με πλοία που ταξίδευαν σε όλες τις θάλασσες. Όμως, μια ξαφνική καταιγίδα βύθισε τα πλοία του και όλο το εμπόρευμα χάθηκε. Από όλη την περιουσία του, του απέμεινε μόνο ένα μικρό, άγονο χωράφι

έξω από την πύλη της πόλης.

Μια μέρα, καθώς περπατούσε στο χωράφι του γεμάτος απόγνωση και μαύρες σκέψεις, εμφανίστηκε μπροστά του ένας μικροσκοπικός μαύρος ανθρωπάκος. «Γιατί είσαι τόσο λυπημένος;» τον ρώτησε. Ο έμπορος αποκρίθηκε: «Αν γνώριζες τη συμφορά μου, θα καταλάβαινες. Έχασα τα πάντα και δεν έχω τίποτα να προσφέρω στα παιδιά μου». Τότε ο ανθρωπάκος τού είπε: «Μην θλίβεσαι. Αν μου υποσχεθείς να μου παραδώσεις σε δώδεκα χρόνια από σήμερα εκείνο που θα σε ακουμπήσει πρώτο στο πόδι όταν γυρίσεις στο σπίτι σου, θα σου δώσω τόσο χρυσάφι όσο δεν έχεις ονειρευτεί». Ο έμπορος σκέφτηκε: «Τι μπορεί να είναι; Ο σκύλος μου σίγουρα θα τρέξει να με υποδεχτεί». Έτσι, δέχτηκε τη συμφωνία, την υπέγραψε με το αίμα του και ο ανθρωπάκος εξαφανίστηκε.

Όταν ο έμπορος έφτασε στην πόρτα του σπιτιού του, δεν έτρεξε ο σκύλος, αλλά ο μικρός του γιος, που τον αγκάλιασε σφιχτά στα πόδια. Ο πατέρας πάγωσε από τον τρόμο του, θυμήθηκε την υπόσχεση, αλλά δεν είπε τίποτα. Σύντομα, βρήκε κάτω από το κρεβάτι του σωρούς από χρυσό. Η περιουσία του μεγάλωσε πάλι, έγινε πλουσιότερος από πριν, αλλά όσο περνούσαν τα χρόνια, η σκιά της συμφωνίας βάραινε την ψυχή του.

Όταν ο γιος έγινε πλέον ένας ρωμαλέος ενήλικας άνδρας, είδε τον πατέρα του να κλαίει. «Πατέρα, τι σε βασανίζει;» ρώτησε. Ο έμπορος του ομολόγησε την αλήθεια: πως τον είχε πουλήσει στον μαύρο ανθρωπάκο. Ο γιος όμως, που είχε καθαρή ψυχή, του είπε: «Μην φοβάσαι. Ο μαύρος ανθρωπάκος δεν έχει δύναμη πάνω μου αν παραμείνω σταθερός». Όταν συμπληρώθηκαν τα δώδεκα χρόνια, πήγαν μαζί στο χωράφι. Ο γιος χάραξε έναν κύκλο γύρω τους και όταν ο ανθρωπάκος ήρθε να τον πάρει, ο νέος αρνήθηκε να τον ακολουθήσει. Μετά από μεγάλη διαμάχη, αποφάσισαν να αφήσουν την τύχη του στο νερό. Ο γιος μπήκε σε μια μικρή βάρκα, ο πατέρας την έσπρωξε με τα ίδια του τα χέρια στο ποτάμι και η βάρκα χάθηκε στον ορίζοντα.

Η βάρκα ταξίδεψε μέρες πολλές, μέχρι που προσάραξε σε μια άγνωστη ακτή. Εκεί υψωνόταν ένα τρομερό κάστρο, το Χρυσό Βουνό. Ο νέος άνδρας μπήκε μέσα, αλλά οι αίθουσες ήταν βουβές και έρημες. Σε μια σκοτεινή γωνιά, συνάντησε ένα φίδι που σφάδαζε. Το φίδι του μίλησε: «Είμαι μια μαγεμένη βασιλοπούλα. Αν μείνεις εδώ τρεις νύχτες και υποφέρεις τα πάντα χωρίς να βγάλεις λέξη, θα σωθώ εγώ και θα γίνεις εσύ ο Βασιλιάς».

Την πρώτη νύχτα, δώδεκα μαύροι άνδρες μπήκαν στο δωμάτιο, τον έδεσαν και τον βασάνισαν σκληρά, αλλά εκείνος σώπασε. Το πρωί, το φίδι έγινε γυναίκα μέχρι τη μέση. Τη δεύτερη νύχτα, οι βασανισμοί ήταν διπλάσιοι, αλλά εκείνος άντεξε πάλι. Το φίδι έγινε γυναίκα μέχρι τα γόνατα. Την τρίτη νύχτα, τον χτύπησαν τόσο πολύ που έμεινε σχεδόν νεκρός στο πάτωμα. Όταν όμως ξημέρωσε, η κατάρα έσπασε. Μια πανέμορφη Βασίλισσα τον γιάτρεψε με το νερό της ζωής. Παντρεύτηκαν και εκείνος ανακηρύχθηκε ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΥ ΒΟΥΝΟΥ.

Οκτώ χρόνια πέρασαν μέσα στην απόλυτη ευτυχία και απέκτησαν έναν γιο. Όμως, η νοσταλγία για τον πατέρα του άρχισε να τον κυριεύει. Η Βασίλισσα φοβόταν: «Αν φύγεις, θα μας βρει συμφορά». Τελικά, του έδωσε ένα μαγικό δαχτυλίδι. «Αυτό θα σε πάει όπου θέλεις», είπε, «αλλά υποσχέσου μου πως δεν θα το χρησιμοποιήσεις ποτέ για να με φέρεις στον πατέρα σου. Πρέπει να μείνει κρυφό το πού βρισκόμαστε».

Ο Βασιλιάς έφτασε στην παλιά του πόλη. Φόρεσε τα ρούχα ενός φτωχού ζητιάνου για να μην τον γνωρίσουν και πήγε στον έμπορο. Ο πατέρας του δεν τον πίστεψε: «Ο γιος μου χάθηκε στο ποτάμι πριν δώδεκα χρόνια». Τότε ο γιος του έδειξε ένα σημάδι που είχε στον ώμο και ο έμπορος έπεσε στην αγκαλιά του κλαίγοντας. Ο έμπορος όμως, βλέποντας τον γιο του ντυμένο σαν ζητιάνο, ντρεπόταν. Τότε ο γιος, πάνω στην αλαζονεία του, θέλησε να αποδείξει τη δύναμή του. Ξέχασε την υπόσχεση στη Βασίλισσα και ευχήθηκε μέσω του δαχτυλιδιού να εμφανιστεί εκείνη μαζί με τον γιο τους.

Σε μια στιγμή, η Βασίλισσα βρέθηκε μπροστά τους, αλλά το πρόσωπό της ήταν γεμάτο δάκρυα και οργή. «Με πρόδωσες», του είπε. Ενώ εκείνος κοιμόταν το βράδυ, κουρασμένος από το γλέντι, η Βασίλισσα του έβγαλε το δαχτυλίδι από το δάχτυλο, του πήρε τις μαγικές μπότες που τον μετέφεραν παντού και εξαφανίστηκε πίσω στο Χρυσό Βουνό, αφήνοντάς του μόνο ένα παλιό δαχτυλίδι.

Όταν ξύπνησε, ο Βασιλιάς κατάλαβε το λάθος του. Αποφάσισε να γυρίσει με τα πόδια, όσο μακριά κι αν ήταν. Μετά από μήνες πεζοπορίας, συνάντησε τρεις γίγαντες που τσακώνονταν για την κληρονομιά του πατέρα τους: ένα σπαθί που έκοβε όλα τα κεφάλια αν έλεγες «Κεφάλια κάτω!», έναν μανδύα που σε έκανε αόρατο και τις μπότες της ταχύτητας. Ο Βασιλιάς τους είπε: «Αφήστε με να τα δοκιμάσω για να σας πω πώς να τα μοιράσετε». Μόλις φόρεσε τις μπότες, τον μανδύα και πήρε το σπαθί, έγινε άφαντος και βρέθηκε σε δευτερόλεπτα στις πύλες του Χρυσού Βουνού.

Εκεί, γινόταν μεγάλο συμπόσιο. Η Βασίλισσα, πιστεύοντας πως δεν θα επέστρεφε ποτέ, ετοιμαζόταν να παντρευτεί έναν άλλον άρχοντα. Ο Βασιλιάς, αόρατος κάτω από τον μανδύα του, μπήκε στην αίθουσα. Κάθε φορά που η Βασίλισσα πήγαινε να φάει ή να πιει, εκείνος της έπαιρνε το ποτήρι ή το πιάτο. Εκείνη έτρεμε από τον φόβο της, νομίζοντας πως την κυνηγούν πνεύματα. Τελικά, ο Βασιλιάς πέταξε τον μανδύα και στάθηκε μπροστά της.

«Είμαι ο σύζυγός σου και ο Βασιλιάς αυτού του τόπου», βρόντηξε η φωνή του. Η Βασίλισσα και ο νέος μνηστήρας κάλεσαν τους φρουρούς να τον συλλάβουν. Τότε ο Βασιλιάς, βλέποντας την προδοσία στα μάτια της, δεν έδειξε έλεος. Φώναξε στο σπαθί του: «Κεφάλια κάτω, εκτός από το δικό μου!». Σε μια στιγμή, όλα τα κεφάλια των προδοτών κύλησαν στο πάτωμα.

Ο Βασιλιάς του Χρυσού Βουνού έμεινε πλέον μόνος κυρίαρχος, έχοντας χάσει την εμπιστοσύνη στους ανθρώπους, αλλά έχοντας κερδίσει την απόλυτη δύναμη, θυμίζοντας σε όλους πως οι υποσχέσεις που δίνονται στη μαγεία και την αγάπη δεν πρέπει ποτέ να σπάνε.


ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΥ ΒΟΥΝΟΥ

ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM

Ένας έμπορος που έχασε όλη του την περιουσία συνάντησε στο δάσος έναν μαύρο νάνο, ο οποίος του υποσχέθηκε πλούτη αν του έδινε «αυτό που θα ακουμπούσε πρώτο το πόδι του όταν θα γύριζε σπίτι». Ο έμπορος πίστευε πως θα ήταν ο σκύλος του, αλλά ήταν ο μικρός του γιος. Όταν ο γιος μεγάλωσε, ο πατέρας τον οδήγησε στον νάνο, αλλά το παιδί, προστατευμένο από την αγνότητά του, δεν μπορούσε να αιχμαλωτιστεί.

Ο νέος ξεκίνησε ένα ταξίδι και έφτασε στο ΧΡΥΣΟ ΒΟΥΝΟ, όπου ένα στοιχειωμένο κάστρο κατοικούνταν από μια φίδισσα-πριγκίπισσα. Την ελευθέρωσε υπομένοντας τα βασανιστήρια δώδεκα μαύρων ανδρών για τρεις νύχτες. Έγινε ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΥ ΒΟΥΝΟΥ και παντρεύτηκε την πριγκίπισσα. Όμως, όταν θέλησε να επισκεφτεί τον πατέρα του, η γυναίκα του του έδωσε ένα μαγικό δαχτυλίδι που εκπλήρωνε ευχές, προειδοποιώντας τον να μην τη χρησιμοποιήσει για να την καλέσει κοντά του.

Ο νέος παρασύρθηκε από την υπερηφάνειά του και την κάλεσε. Εκείνη, οργισμένη από την προδοσία του όρκου, του έκλεψε το δαχτυλίδι ενώ κοιμόταν και επέστρεψε στο βασίλειό της. Ο νέος περιπλανήθηκε ξανά και, κλέβοντας με πονηριά τα τρία μαγικά αντικείμενα από τρεις γίγαντες (ένα καπέλο που σε κάνει αόρατο, ένα σπαθί που κόβει όλα τα κεφάλια και μπότες που διανύουν αποστάσεις στη στιγμή), επέστρεψε στο Χρυσό Βουνό. Εκεί, βρήκε τη γυναίκα του να γιορτάζει τον γάμο της με έναν άλλον. Με τη δύναμη του σπαθιού του, τιμώρησε τους προδότες και ανέκτησε τον θρόνο του, παραμένοντας ένας μοναχικός και δίκαιος κυρίαρχος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου