Σελίδες

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ ΚΛΕΦΤΗΣ ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM

 Μια μέρα, ένας ηλικιωμένος χωρικός καθόταν με τη γυναίκα του μπροστά στην πόρτα της φτωχικής τους καλύβας και ξεκουράζονταν από τη δουλειά. Ξαφνικά, είδαν να πλησιάζει μια λαμπρή άμαξα, την οποία έσερναν τέσσερα μαύρα άλογα. Ένας κομψά ντυμένος κύριος, με ακριβά ρούχα, κατέβηκε από την άμαξα. Ο χωρικός σηκώθηκε, τον χαιρέτησε με σεβασμό και τον ρώτησε αν θα ήθελε να ξεκουραστεί. «Θα ήθελα μόνο ένα απλό γεύμα χωριάτικο», απάντησε ο ξένος. Η γυναίκα έφερε γάλα, μαύρο ψωμί και τυρί. Καθώς έτρωγαν, ο ξένος κοίταζε γύρω του με νοσταλγία και τελικά ρώτησε: «Δεν με αναγνωρίζετε;». Οι γέροι κούνησαν το κεφάλι τους αρνητικά. «Είμαι ο γιος σας», είπε ο ξένος. Οι γονείς άρχισαν να κλαίνε από χαρά, αλλά και από φόβο, βλέποντας τον πλούτο του. «Πώς απέκτησες όλα αυτά, παιδί μου;» ρώτησε ο πατέρας. «Έγινα κυρίαρχος κλέφτης», είπε ο γιος. Ο πατέρας πάγωσε. «Αυτό είναι ένα επάγγελμα που οδηγεί στην αγχόνη! Ο νονός σου, ο Κόμης του κάστρου, αν το μάθει, δεν θα σε λυπηθεί». Ο γιος όμως χαμογέλασε: «Μην ανησυχείτε. Δεν είμαι ένας κοινός κλέφτης. Παίρνω μόνο από εκείνους που έχουν τόσα πολλά που δεν ξέρουν τι να τα κάνουν». Την επόμενη μέρα, ο κλέφτης αποφάσισε να επισκεφτεί τον νονό του στο κάστρο. Ο Κόμης, ένας ενήλικας άνδρας με αυστηρό βλέμμα, τον υποδέχτηκε με έκπληξη. Όταν ο νεαρός ομολόγησε την τέχνη του, ο Κόμης είπε: «Επειδή είμαι νονός σου, θα σου δώσω μια ευκαιρία να σώσεις το κεφάλι σου. Αλλά αν αποτύχεις, θα σε κρεμάσω στην πλατεία. Πρέπει να φέρεις εις πέρας τρεις δοκιμασίες. Η πρώτη είναι αυτή: Πρέπει να κλέψεις το αγαπημένο μου άλογο από τον στάβλο μου απόψε το βράδυ, ενώ θα το φυλάνε οι καλύτεροι στρατιώτες μου». Ο κλέφτης δέχτηκε. Όταν έπεσε το σκοτάδι, μεταμφιέστηκε σε μια γριά γυναίκα. Φόρεσε ένα μαντήλι, έβαψε το πρόσωπό του με ρυτίδες και πήρε μαζί του ένα καλάθι με ένα βαρέλι δυνατό κρασί, στο οποίο είχε ρίξει μια μεγάλη δόση υπνωτικού βοτάνου. Πήγε στον στάβλο του κάστρου. Εκεί, τρεις στρατιώτες κάθονταν γύρω από το άλογο: ο ένας κρατούσε τα γκέμια, ο άλλος καθόταν πάνω στη σέλα και ο τρίτος κρατούσε την ουρά του ζώου. «Καλησπέρα, παλικάρια μου», είπε η «γριά» με τρεμουλιαστή φωνή. «Έχει πολύ κρύο απόψε. Θέλετε μια γουλιά κρασί να ζεσταθείτε;». Οι στρατιώτες, που βαριούνταν τη σκοπιά, δέχτηκαν με χαρά. Ήπιαν μια φορά, ήπιαν δύο, και το κρασί τους φάνηκε γλυκό και δυνατό. Σύντομα, το βότανο άρχισε να δράσει. Ο στρατιώτης που κρατούσε τα γκέμια έγειρε το κεφάλι και αποκοιμήθηκε. Εκείνος που καθόταν στη σέλα άρχισε να ροχαλίζει δυνατά, και ο τρίτος άφησε την ουρά και έπεσε στο άχυρο. Τότε ο κλέφτης έπιασε δουλειά. Έκοψε τα γκέμια και έβαλε στα χέρια του κοιμισμένου στρατιώτη δύο κομμάτια σχοινί. Έβαλε ένα ομοίωμα από άχυρο κάτω από τον στρατιώτη που ήταν στη σέλα, ώστε εκείνος να μην νιώσει τη διαφορά, και τέλος έδεσε μια δέσμη άχυρα στο χέρι εκείνου που κρατούσε την ουρά. Μετά, οδήγησε το άλογο έξω από τον στάβλο, το καβάλισε και εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα. Το πρωί, όταν ο Κόμης πήγε στον στάβλο, βρήκε τους στρατιώτες του να κοιμούνται κρατώντας σχοινιά και άχυρα, και το άλογό του να έχει γίνει καπνός. Ο Κόμης εξοργίστηκε, αλλά παραδέχτηκε την επιτυχία. «Αυτή ήταν μόνο η αρχή», είπε στον κλέφτη. «Η δεύτερη δοκιμασία είναι πιο δύσκολη: Απόψε, πρέπει να έρθεις στην κρεβατοκάμαρά μου ενώ θα κοιμάμαι με τη γυναίκα μου. Πρέπει να μου κλέψεις το σεντόνι κάτω από το σώμα μου και τη χρυσή βέρα από το δάχτυλο της Κόμισσας. Αν σε πιάσω, είσαι νεκρός». Ο κλέφτης, χωρίς να χάσει το θάρρος του, περίμενε να πέσει το βαθύ σκοτάδι της νύχτας. Πήγε στην αγχόνη της πόλης, όπου κρεμόταν ένας εκτελεσμένος κατάδικος, και τον κατέβασε. Τον έντυσε με τα δικά του ρούχα, τον φόρτωσε στην πλάτη και πήγε στο κάστρο. Ο Κόμης, που παραφύλαγε στο παράθυρο της κρεβατοκάμαράς του με ένα γεμάτο όπλο, είδε στο αχνό φως του φεγγαριού μια φιγούρα να σκαρφαλώνει στον τοίχο προς το παράθυρο. «Σε έπιασα!» σκέφτηκε και πυροβόλησε. Η φιγούρα έπεσε στο κενό με έναν δυνατό γδούπο. Ο Κόμης, πιστεύοντας πως σκότωσε τον βαφτισιμιό του, ένιωσε μια ξαφνική μεταμέλεια. «Δεν ήθελα να τον σκοτώσω, μόνο να τον φοβίσω», είπε στη γυναίκα του. Βγήκε γρήγορα στον κήπο για να θάψει το πτώμα κρυφά, ώστε να μην μαθευτεί το φονικό. Μόλις ο Κόμης απομακρύνθηκε, ο πραγματικός κλέφτης, που ήταν κρυμμένος στις σκιές, σκαρφάλωσε στο παράθυρο και μπήκε στην κρεβατοκάμαρα. Πλησίασε την Κόμισσα στο σκοτάδι και, προσποιούμενος τη φωνή του Κόμη, της είπε αναστατωμένος: «Αχ, αγαπημένη μου, τον σκότωσα τελικά. Πρέπει να τον θάψω τώρα, αλλά νιώθω τόσο άσχημα. Δώσε μου το σεντόνι για να τον τυλίξω με σεβασμό και τη βέρα σου για να την κρατήσω ως ενθύμιο της δεινής αυτής νύχτας». Η Κόμισσα, μέσα στη σύγχυση και το σκοτάδι, πίστεψε πως ήταν ο σύζυγός της. Του έδωσε το σεντόνι και τη βέρα, και ο κλέφτης εξαφανίστηκε αμέσως. Το επόμενο πρωί, ο κλέφτης εμφανίστηκε μπροστά στον Κόμη κρατώντας τη βέρα και το σεντόνι. Ο Κόμης έμεινε άναυδος. «Είσαι μάγος ή ο ίδιος ο διάβολος;» ρώτησε. «Κατάφερες το αδύνατο. Όμως μένει μια τελευταία δοκιμασία, η πιο δύσκολη: Πρέπει να κλέψεις τον παπά και τον ψάλτη από την εκκλησία, και μάλιστα μέσα από τα ίδια τους τα σπίτια». Ο κλέφτης ετοίμασε το σχέδιό του. Πήρε ένα μεγάλο σακί και γέμισε τις τσέπες του με καβούρια. Σε κάθε καβούρι κόλλησε στην πλάτη ένα μικρό κερί. Μόλις νύχτωσε, πήγε στην εκκλησία, άναψε τα κεριά και άφησε τα καβούρια να περπατούν στο πάτωμα. Μετά, φόρεσε έναν λευκό μανδύα που έμοιαζε με αγγελική στολή, ανέβηκε στον άμβωνα και άρχισε να φωνάζει με βροντερή φωνή: «Ακούστε, αμαρτωλοί! Η ώρα της κρίσης έφτασε! Το τέλος του κόσμου είναι εδώ! Όποιος θέλει να σωθεί και να πάει κατευθείαν στον παράδεισο, ας έρθει να μπει στο σακί μου!». Ο παπάς και ο ψάλτης, που έμεναν δίπλα στην εκκλησία, άκουσαν τις φωνές και είδαν από τα παράθυρα τα παράξενα φώτα να κινούνται στο πάτωμα της σκοτεινής εκκλησίας. Πίστεψαν πως ήταν οι ψυχές που ανέβαιναν στον ουρανό. Έτρεξαν έντρομοι μέσα και, βλέποντας τη λευκή φιγούρα στον άμβωνα, έπεσαν στα γόνατα. «Άγγελε Κυρίου, πάρε μας μαζί σου!» φώναξαν. Ο κλέφτης τους έβαλε μέσα στο σακί, το έδεσε σφιχτά και άρχισε να το σέρνει έξω, ανεβαίνοντας τα σκαλιά και περνώντας μέσα από λάσπες. «Τώρα περνάμε τα βουνά της μετάνοιας», τους έλεγε, ενώ εκείνοι κουτουλούσαν μέσα στο σκοτάδι. Τελικά, έφτασε στο κάστρο και ανέβασε το σακί στο κοτέτσι, ανάμεσα στις κότες και τις χήνες. «Τώρα είστε στον προθάλαμο του παραδείσου, ακούστε τους αγγέλους που φτερουγίζουν!» τους είπε και έφυγε. Το πρωί, όταν οι υπηρέτες άνοιξαν το κοτέτσι, βρήκαν τον παπά και τον ψάλτη να κάθονται μέσα στο σακί ανάμεσα στις κουτσουλιές. Ο Κόμης, βλέποντας πως ο κλέφτης είχε εκτελέσει και την τρίτη δοκιμασία με τέτοια πονηριά, παραδέχτηκε την ήττα του. «Είσαι πράγματι ο κυρίαρχος των κλεφτών», του είπε. «Σου χαρίζω τη ζωή και την ελευθερία σου, γιατί απέδειξες την αξία σου. Όμως, δεν μπορείς να μείνεις άλλο εδώ. Η παρουσία σου είναι κίνδυνος για την τάξη του τόπου. Φύγε μακριά και μην ξαναγυρίσεις ποτέ». Ο κλέφτης αποχαιρέτησε τους γονείς του, τους άφησε αρκετά χρήματα για να ζήσουν με άνεση τα γεράματά τους και χάθηκε για πάντα στον ορίζοντα, αφήνοντας πίσω του μια φήμη που κράτησε για γενιές ολόκληρες.

ΠΟΙΗΜΑ

Σε καλύβα παλιά, μες στη φτώχεια τη μαύρη, δυο γέροντες είδαν τη χαρά να τους εύρει. Μια άμαξα φτάνει, ο γιος τους γυρνά, με πλούτη, με δόξα και ρούχα λαμπρά. «Τι τέχνη έμαθες;» ο πατέρας ρωτά, κι ο γιος του αποκρίνεται με λόγια κοφτά: «Κυρίαρχος Κλέφτης έγινα, πατέρα, κανείς δεν με πιάνει τη νύχτα ή τη μέρα».

Ο Κόμης ο νονός του, το νέο σαν μαθαίνει, στο κάστρο τον καλεί, η οργή του πληγαίνει. «Αν κλέφτης δηλώνεις, τη ζωή σου αν ορίζεις, τρεις άθλους σου βάζω, αν θες να κερδίζεις. Το άλογο κλέψε απ’ τον στάβλο τη νύχτα, που φρουροί το φυλάνε με μάτια ανοιχτά».

Ο κλέφτης γριά ντύνεται, με κρασί μεθυσμένο, τους φρουρούς αποκοίμισε, το είχε σχεδιασμένο. Του ενός δίνει σχοινί, στον άλλον το άχυρο, κι έφυγε με το άλογο, μες στο βράδυ το άπειρο. Ο Κόμης σαν το είδε, του λέει: «Δεν φτάνει, δεύτερος άθλος το κεφάλι σου κάνει. Τη βέρα της γυναίκας μου και το σεντόνι, πάρε απ’ το κρεβάτι μας, που ο φόβος παγώνει».

Ένα πτώμα ο κλέφτης στο παράθυρο υψώνει, ο Κόμης πυροβολεί, το σκοτάδι θολώνει. Νομίζει πως τον σκότωσε και τρέχει να τον θάψει, κι ο κλέφτης στο δωμάτιο τη βέρα έχει αρπάξει. Με φωνή του Κόμη, το σεντόνι ζητάει, και η Κόμισσα έντρομη, στα χέρια του το ακουμπάει.

«Μια τρίτη δοκιμασία», ο Κόμης προστάζει, «τον παπά και τον ψάλτη να κλέψεις σου ταιριάζει». Με καβούρια και κεριά, μες στην εκκλησιά μπαίνει, σαν άγγελος ουράνιος, τους πιστούς περιμένει. «Η κρίση έφτασε! Στο σακί μου ελάτε, για τον παράδεισο ψηλά, τον δρόμο να φάτε». Ο παπάς κι ο ψάλτης στο σακί έχουν μπει, και στο κοτέτσι τους άφησε, πριν βγει η αυγή.

Ο Κόμης υποκλίθηκε: «Την τέχνη σου ξέρεις, μα φεύγα απ’ τον τόπο μου, κακό να μη φέρεις. Η αγχόνη σε περιμένει αν πίσω γυρίσεις, Κυρίαρχος Κλέφτης, αλλού να επιζήσεις». Κι ο γιος τους αποχαιρέτησε, χάθηκε στο φως, ένας κλέφτης περίτεχνος, δίκαιος και σοφός.




ΠΕΡΙΛΗΨΗ

 Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ ΚΛΕΦΤΗΣ

ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM

Σε ένα πλούσιο αρχοντικό, ένας κομψός ξένος εμφανίστηκε και αποκάλυψε στον ιδιοκτήτη (που ήταν ο νονός του) πως είχε γίνει ένας ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ ΚΛΕΦΤΗΣ. Ο νονός του, για να πειστεί για την ικανότητά του και να μην τον παραδώσει στην αγχόνη, του έθεσε τρεις ακατόρθωτες δοκιμασίες:

  1. Να κλέψει το άλογο του βασιλιά από τον στάβλο, ενώ το φρουρούσαν στρατιώτες.

  2. Να κλέψει το σεντόνι κάτω από το σώμα του βασιλιά και της βασίλισσας ενώ κοιμόντουσαν.

  3. Να κλέψει τον ίδιο τον παπά και τον ψάλτη από την εκκλησία.

Ο κλέφτης χρησιμοποίησε την πονηριά του και όχι τη βία. Κοίμισε τους φρουρούς με υπνωτικό κρασί και πήρε το άλογο. Χρησιμοποίησε ένα ομοίωμα πτώματος για να παραπλανήσει τον βασιλιά μέσα στη νύχτα και να πάρει το σεντόνι. Τέλος, μεταμφιέστηκε σε άγγελο και έπεισε τον παπά πως είχε έρθει η ώρα της κρίσης, βάζοντάς τον μέσα σε ένα σακί για να τον οδηγήσει δήθεν στον Παράδεισο, ενώ τον πήγαινε στο σπίτι του νονού του.

Ο νονός, εντυπωσιασμένος από την ευφυΐα του, τον άφησε ελεύθερο, προειδοποιώντας τον όμως να φύγει μακριά και να μην ξανακλέψει ποτέ στην περιοχή του. Η ιστορία αυτή, παρά τον τίτλο της, υμνεί την εφευρετικότητα του ανθρώπου που καταφέρνει να ξεπερνά τα εμπόδια χρησιμοποιώντας το μυαλό του ως το πιο κοφτερό εργαλείο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου