Στις αχανείς πεδιάδες της Ρωσίας, εκεί όπου ο χειμώνας διαρκεί μήνες και το χιόνι καλύπτει τα πάντα σαν ένα βαρύ, λευκό σεντόνι, ζούσε μια ηλικιωμένη γυναίκα, η Μπαμπούσκα. Η μικρή της καλύβα βρισκόταν στην άκρη ενός χωριού, απομονωμένη, αλλά πάντα φροντισμένη με μια σχολαστικότητα που άγγιζε την υπερβολή.
Η Μπαμπούσκα δεν είχε οικογένεια, κι έτσι όλη της την αγάπη την είχε διοχετεύσει στο σπίτι της. Κάθε πρωί, πριν ακόμα ανατείλει ο ήλιος, άρχιζε το τελετουργικό της. Σκούπιζε το πάτωμα μέχρι που οι σανίδες από ξύλο πεύκου άρχιζαν να μοσχοβολούν, γυάλιζε τα χάλκινα καζάνια της μέχρι να φέγγουν σαν μικροί ήλιοι και φρόντιζε η φωτιά στην εστία να καίει πάντα σιγανά, δίχως να αφήνει στάχτες έξω από την πυρά.
Η επίσκεψη των τριών μάγων
Εκείνη την ιστορική νύχτα, η παγωνιά ήταν τόσο έντονη που τα κλαδιά των δέντρων έσπαζαν με κρότο. Η Μπαμπούσκα είχε μόλις τελειώσει το γυάλισμα των κηροπηγίων της, όταν ακούστηκε ένα βαρύ και
ρυθμικό χτύπημα στην ξύλινη πόρτα.Όταν την άνοιξε, ο παγωμένος αέρας μπήκε ορμητικός μέσα, αλλά αυτό που είδε την έκανε να ξεχάσει το κρύο. Τρεις άνδρες με επιβλητικό ανάστημα στέκονταν στο κατώφλι της. Φορούσαν μανδύες από πορφυρό βελούδο, επενδυμένους με την πιο ακριβή γούνα ερμίνας, και στα κεφάλια τους έλαμπαν στέμματα γεμάτα ζαφείρια και ρουμπίνια. Πίσω τους, οι καμήλες τους άχνιζαν στην παγωνιά, φορτωμένες με μπαούλα από σκαλιστό ξύλο και χρυσό.
«Ειρήνη σε αυτό το σπίτι, καλή γυναίκα», είπε ο πρώτος μάγος, ο Μελχιόρ. «Είμαστε οδοιπόροι από χώρες μακρινές», συνέχισε ο δεύτερος, ο Κασπάρ. «Και αναζητούμε το μονοπάτι που οδηγεί στη Βηθλεέμ», κατέληξε ο τρίτος, ο Βαλτάσαρ.
Η Μπαμπούσκα τους κοίταξε με δέος. «Περάστε μέσα να ζεσταθείτε, ευγενικοί άρχοντες. Η φωτιά μου είναι αναμμένη και η σούπα μου ζεστή».
Οι μάγοι μπήκαν στο σπίτι και η λαμπρότητά τους έκανε την καλύβα να φαίνεται σαν παλάτι. «Δεν έχουμε χρόνο για ξεκούραση», είπε ο Μελχιόρ. «Κοίτα έξω από το παράθυρό σου, Μπαμπούσκα. Βλέπεις εκείνο το αστέρι που λάμπει πιο δυνατά από όλα τα άλλα;».
Η γριά γυναίκα πλησίασε στο τζάμι και είδε ένα άστρο τόσο φωτεινό, που οι ακτίνες του έμοιαζαν να αγγίζουν τη γη.
«Αυτό το αστέρι είναι το σημάδι», ψιθύρισε ο Κασπάρ. «Μας οδηγεί σε έναν νέο βασιλιά, έναν βασιλιά που δεν φορά στέμμα από χρυσό, αλλά είναι ο σωτήρας του κόσμου. Γεννήθηκε σε μια φάτνη και εμείς πηγαίνουμε να Του προσφέρουμε χρυσό, λίβανο και σμύρνα».«Έλα μαζί μας, Μπαμπούσκα», την παρότρυνε ο Βαλτάσαρ. «Ένα τέτοιο γεγονός συμβαίνει μόνο μια φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας. Έλα να Τον προσκυνήσεις κι εσύ».
Η δειλία και η αναβολή
Η Μπαμπούσκα κοίταξε τους μάγους και μετά κοίταξε τις δουλειές που είχε αφήσει στη μέση. «Ω, θα ήθελα πολύ να έρθω», είπε με μια δόση αγωνίας στη φωνή της. «Αλλά κοιτάξτε το σπίτι μου! Δεν έχω τελειώσει ακόμα το καθάρισμα. Οι γωνίες έχουν ακόμα σκόνη και δεν έχω στρώσει τα καλά μου τραπεζομάντιλα. Πώς μπορώ να αφήσω το σπίτι μου σε τέτοια κατάσταση;».
«Το σπίτι μπορεί να περιμένει, Μπαμπούσκα», είπε ο Μελχιόρ. «Ο βασιλιάς όμως γεννήθηκε τώρα».
«Σας παρακαλώ», επέμεινε εκείνη, «φύγετε εσείς που έχετε τις γρήγορες καμήλες. Εγώ θα καθαρίσω λίγο ακόμα, θα ετοιμάσω μερικά δώρα για το παιδί και θα σας προλάβω αύριο το πρωί. Ξέρω τον δρόμο, θα ακολουθήσω τα ίχνη σας στο χιόνι».
Οι μάγοι αναστέναξαν λυπημένα. «Πρόσεξε, Μπαμπούσκα», είπε ο Κασπάρ καθώς έβγαιναν. «Το φως του αστεριού δεν μένει για πάντα στον ορίζοντα. Όποιος αργεί να ακολουθήσει την κλήση του, μπορεί να χαθεί στο σκοτάδι».
Η μάταιη προσπάθεια
Μόλις η πόρτα έκλεισε, η Μπαμπούσκα άρχισε να δουλεύει με πυρετώδεις ρυθμούς. Σφουγγάρισε, ξεσκόνησε, γυάλισε τα πάντα μέχρι να μην υπάρχει ούτε κόκκος σκόνης. Μετά, πήγε στο παλιό της σεντούκι και έβγαλε τα πιο πολύτιμα πράγματα που είχε: μερικά χειροποίητα παιχνίδια, μια ξύλινη κούκλα που είχε φτιάξει ο πατέρας της και μερικά ζαχαρωτά. Τα τύλιξε προσεκτικά σε ένα λινό ύφασμα και τα έβαλε στο καλάθι της.
Όταν επιτέλους ήταν έτοιμη, ξημέρωνε. Βγήκε έξω με το μπαστούνι της, αλλά η καρδιά της σκίστηκε. Κατά τη διάρκεια της νύχτας είχε πέσει φρέσκο χιόνι, καλύπτοντας τα ίχνη από τις καμήλες των μάγων. Σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό, αλλά το φως της ημέρας είχε σβήσει το λαμπρό αστέρι.
«Δεν πειράζει», είπε στον εαυτό της, «θα ρωτήσω τον δρόμο».
Άρχισε να περπατά, ρωτώντας κάθε ταξιδιώτη που συναντούσε: «Είδατε τους τρεις μάγους με τις καμήλες; Είδατε πού βρίσκεται ο νέος βασιλιάς;».
Όλοι της έδιναν διαφορετικές απαντήσεις. Άλλοι έλεγαν πως οι μάγοι πέρασαν από εκεί μέρες πριν, άλλοι πως δεν είδαν τίποτα. Η Μπαμπούσκα συνέχισε να περπατά. Οι μέρες έγιναν εβδομάδες και οι εβδομάδες έγιναν μήνες. Η αναζήτησή της την έβγαλε έξω από τα όρια της Ρωσίας, σε χώρες άγνωστες και μακρινές.
Η αιώνια περιπλάνηση
Τα χρόνια πέρασαν και η Μπαμπούσκα γέρασε. Η πλάτη της λύγισε και τα μαλλιά της έγιναν λευκά σαν την πάχνη. Όμως δεν σταμάτησε ποτέ. Κάθε χρόνο, όταν πλησιάζει η νύχτα της γέννησης του παιδιού, η δύναμή της φαίνεται να επιστρέφει.
Ο θρύλος λέει πως η Μπαμπούσκα συνεχίζει να ψάχνει. Μπαίνει αθόρυβα στα σπίτια από τις χαραμάδες των θυρών, κρατώντας ένα μικρό κερί. Πλησιάζει τις κούνιες των παιδιών που κοιμούνται και τα κοιτάζει ένα προς ένα με λαχτάρα. «Είναι αυτό το παιδί;» ψιθυρίζει με τρεμάμενη φωνή. Και όταν βλέπει πως δεν είναι, αφήνει ένα μικρό παιχνίδι από το καλάθι της ως σημάδι αγάπης, ελπίζοντας πως αν ποτέ συναντήσει τον αληθινό βασιλιά, εκείνος θα την συγχωρέσει που άργησε τόσο πολύ για χάρη μιας μάταιης καθαριότητας.





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.