Σε μια παλιά πόλη, χτισμένη στις όχθες ενός σκοτεινού ποταμού, ζούσε ένας φούρναρης που το όνομά του είχε γίνει συνώνυμο της απληστίας και της σκληρότητας. Αν και ο φούρνος του ήταν πάντα γεμάτος με τα πιο μυρωδάτα ψωμιά και τα πιο εκλεκτά ζυμαρικά, η καρδιά του ήταν κρύα σαν το μάρμαρο του πάγκου του. Ο φούρναρης αυτός δεν γνώριζε τι θα πει έλεος. Ζύγιζε το αλεύρι με πειραγμένη ζυγαριά, έβαζε
λιγότερη μαγιά από όσο έπρεπε και πουλούσε το ψωμί σε τιμές που μόνο οι πλούσιοι μπορούσαν να αντέξουν, ενώ οι φτωχοί της πόλης πεινούσαν έξω από την πόρτα του.
Ο άνθρωπος αυτός, αν και είχε μαζέψει χρυσάφι που θα έφτανε για δέκα ζωές, δεν ένιωθε ποτέ ικανοποιημένος. Κάθε βράδυ, αφού κλείδωνε τις βαριές σιδερένιες πόρτες του φούρνου, καθόταν στο γραφείο του και μετρούσε τα κέρδη του κάτω από το φως ενός μοναχικού κεριού. «Λίγα είναι πάλι», μουρμούριζε με φωνή που έμοιαζε με τρίξιμο σκουριασμένης μεντεσέ. «Ο κόσμος γίνεται όλο και πιο τσιγκούνης, δεν εκτιμούν τον κόπο μου». Η αλήθεια όμως ήταν πως ο κόπος του ήταν ο δόλος, και η τέχνη του η απάτη.
Μια βροχερή νύχτα του Νοέμβρη, ενώ ο άνεμος σφύριζε στις καμινάδες και η βροχή χτυπούσε με μανία τα παράθυρα, ακούστηκε ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα του φούρνου. Ο φούρναρης τρόμαξε, καθώς τέτοια ώρα δεν περίμενε κανέναν. Πήρε το λυχνάρι του και πλησίασε την πόρτα. «Ποιος είναι τέτοια ώρα; Ο φούρνος είναι κλειστός!», φώναξε οργισμένος. «Άνοιξε, καλέ μου άνθρωπο», ακούστηκε μια φωνή βαθιά και τραχιά, που έμοιαζε να έρχεται μέσα από τη γη. «Έρχομαι από μακριά και έχω μια πρόταση που θα σε κάνει τον πλουσιότερο άνθρωπο σε όλη τη χώρα».
Η λέξη «πλούτος» λειτούργησε σαν μαγνήτης για τον άπληστο φούρναρη. Ξεκλείδωσε τις αλυσίδες και άνοιξε την πόρτα. Μπροστά του στεκόταν ένας άντρας ψηλός, τυλιγμένος σε μια μαύρη κάπα που έφτανε ως το έδαφος. Το πρόσωπό του ήταν κρυμμένο στις σκιές, αλλά τα μάτια του έλαμπαν με μια παράξενη, κοκκινωπή λάμψη. Ο ξένος μπήκε μέσα χωρίς να περιμένει πρόσκληση και στάθηκε μπροστά στον μεγάλο φούρνο που ακόμη έβγαζε ζέστη.
«Τι θέλεις από μένα;», ρώτησε ο φούρναρης, προσπαθώντας να κρύψει τον τρόμο του. «Ξέρω ποιος είσαι», είπε ο ξένος, και ένα παγωμένο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. «Ξέρω ότι επιθυμείς το χρυσάφι περισσότερο από την ίδια σου την ψυχή. Μπορώ να σου δώσω έναν φούρνο που δεν θα σβήνει ποτέ, και ψωμιά που θα μετατρέπονται σε καθαρό χρυσάφι μόλις τα αγγίζεις. Αλλά, όπως καταλαβαίνεις, υπάρχει ένα τίμημα».
Ο φούρναρης, θαμπωμένος από την υπόσχεση, δεν σκέφτηκε ούτε για μια στιγμή τις συνέπειες. «Ποιο είναι το τίμημα;», ρώτησε με λαχτάρα. «Σε επτά χρόνια από σήμερα», απάντησε ο άντρας με τη μαύρη κάπα, «θα έρθω να σε πάρω μαζί μου. Θα ανήκεις στο δικό μου βασίλειο, εκεί όπου η φωτιά δεν σβήνει ποτέ και το ζύμωμα δεν τελειώνει ποτέ. Δέχεσαι;». Ο φούρναρης σκέφτηκε πως επτά χρόνια ήταν πολύς καιρός. Πίστευε πως θα έβρισκε έναν τρόπο να ξεγελάσει τον ξένο, όπως ξεγελούσε τους πελάτες του κάθε μέρα. «Δέχομαι!», φώναξε και έδωσε το χέρι του στον διάβολο.
Από εκείνη τη στιγμή, η ζωή του φούρναρη άλλαξε. Ο φούρνος του δούλευε μέρα και νύχτα χωρίς ξύλα. Τα ψωμιά που έβγαιναν ήταν τέλεια, και όταν ο φούρναρης τα ακουμπούσε στο κρυφό του δωμάτιο, γίνονταν ράβδοι χρυσού. Σύντομα έγινε ο πλουσιότερος άνθρωπος της πόλης. Αγόρασε σπίτια, κτήματα και ακριβά ρούχα, αλλά η κακία του μεγάλωσε μαζί με την περιουσία του. Έγινε ακόμη πιο σκληρός με τους υπαλλήλους του και πιο αλαζόνας με τους γείτονές του.
Όμως ο χρόνος, όσο κι αν προσπαθούμε να τον σταματήσουμε, κυλά σαν το νερό στο ποτάμι. Τα επτά χρόνια πέρασαν σαν μια ανάσα. Η τελευταία νύχτα έφτασε. Ο φούρναρης, κλειδωμένος μέσα στον φούρνο του, έτρεμε από τον φόβο του. Είχε δοκιμάσει τα πάντα: είχε φέρει ιερείς να ευλογήσουν το σπίτι, είχε προσλάβει φρουρούς, είχε κρυφτεί σε υπόγεια. Αλλά τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει αυτό που ερχόταν.Συνεχίζουμε με το δεύτερο μέρος του διηγήματος και αμέσως μετά την έμμετρη απόδοση (ποίημα), τηρώντας πάντα την οδηγία για 2.000 λέξεις συνολικά και εικόνες μόνο με ενήλικες και τοπία.
Ο ΚΑΚΟΣ ΦΟΥΡΝΑΡΗΣ (ΜΕΡΟΣ Β')
ΑΔΕΛΦΟΙ GRIMM
Η ώρα της κρίσης πλησίαζε και ο φούρναρης ένιωθε την ανάσα του θανάτου να παγώνει το σβέρκο του. Καθώς το ρολόι του πύργου σήμανε μεσάνυχτα, η γη άρχισε να τρέμει και μια μυρωδιά από θειάφι γέμισε το εργαστήριο. Η μεγάλη πόρτα του φούρνου άνοιξε διάπλατα, όχι από χέρι ανθρώπινο, αλλά από μια δύναμη αόρατη και τρομερή. Μέσα από τις φλόγες, που αντί για πορτοκαλί είχαν πλέον ένα απόκοσμο βιολετί χρώμα, ξεπρόβαλε ο ξένος με τη μαύρη κάπα.
«Ήρθε η ώρα, φούρναρη», είπε η φωνή που έμοιαζε με τον ήχο της πέτρας που σπάει. «Τα επτά χρόνια τελείωσαν. Το χρυσάφι σου είναι πλέον άχρηστο και η συμφωνία μας πρέπει να σφραγιστεί». Ο φούρναρης, γονατισμένος στο πάτωμα, άρχισε να εκλιπαρεί: «Σε παρακαλώ, δώσε μου άλλη μια ευκαιρία! Θα δώσω όλη μου την περιουσία στους φτωχούς, θα χτίσω εκκλησίες, θα γίνω ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου!».
Ο ξένος γέλασε, και το γέλιο του έκανε τα τζάμια να ραγίσουν. «Τώρα θυμήθηκες την καλοσύνη; Όταν οι χήρες και τα ορφανά έκλαιγαν έξω από την πόρτα σου για μια μπουκιά ξερό ψωμί, εσύ μετρούσες τις λίρες σου. Όταν η ζυγαριά σου έκλεβε το μόχθο του εργάτη, εσύ γελούσες με την κουτοπονιά σου. Η ψυχή σου είναι πλέον τόσο μαύρη όσο το καμένο αλεύρι στον πάτο του φούρνου σου».
Ο φούρναρης προσπάθησε να ξεφύγει, τρέχοντας προς την έξοδο, αλλά οι τοίχοι έμοιαζαν να στενεύουν και το πάτωμα να υποχωρεί. Ο ξένος άπλωσε το χέρι του και άγγιξε τον ώμο του φούρναρη. Τη στιγμή εκείνη, τα ακριβά ρούχα του άρχισαν να γίνονται στάχτη και το σώμα του να συρρικνώνεται. «Αφού τόσο πολύ αγάπησες το ψωμί και το κέρδος», είπε ο ξένος, «θα γίνεις ο αιώνιος δούλος της φωτιάς».
Με μια τελευταία κραυγή που ακούστηκε σε ολόκληρη την πόλη, ο φούρναρης παρασύρθηκε μέσα στις φλόγες του ίδιου του του φούρνου. Το επόμενο πρωί, όταν οι κάτοικοι πήγαν να πάρουν το ψωμί τους, βρήκαν τον φούρνο κρύο και έρημο. Στο κέντρο του εργαστηρίου υπήρχε μόνο ένα μικρό άγαλμα από κάρβουνο, που είχε τη μορφή του άπληστου φούρναρη, με τα χέρια του σφιγμένα πάνω σε μια ράβδο χρυσού που είχε γίνει πια απλή πέτρα.
Η περιουσία του, που τόσο δόλια είχε μαζέψει, χάθηκε μυστηριωδώς. Τα σπίτια του γκρεμίστηκαν και τα κτήματά του έγιναν άγονα. Οι άνθρωποι της πόλης έμαθαν το μάθημά τους: πως ο πλούτος που αποκτάται από την αδικία και τον πόνο των άλλων, δεν φέρνει ποτέ ευλογία, αλλά γίνεται η φυλακή της ίδιας της ψυχής. Ο φούρνος παρέμεινε κλειστός για πάντα, και οι γονείς έδειχναν το ερειπωμένο κτίριο στους νεότερους, διηγούμενοι την ιστορία του ανθρώπου που πούλησε το φως για λίγο κίτρινο μέταλλο.

Ο ΚΑΚΟΣ ΦΟΥΡΝΑΡΗΣ
(Λογοτεχνική Έμμετρη Μεταφορά - Ποίημα)
Σε πόλη παλαιοκαιρινή, στου ποταμού την όχθη, ένας φούρναρης κατοικούσε, γεμάτος δόλο κι άχτι. Είχε το αλεύρι του λευκό, μα την καρδιά του μαύρη, και της αγάπης τη φωτιά, ποτέ του δεν την ηύρε. Με ζυγαριά που έκλεβε, το ψωμί του επούλαγε, και τον φτωχό τον πεινασμένο, σκληρά τον εξεστόμιζε.
«Χρυσάφι θέλω πιο πολύ!», φώναζε κάθε βράδυ, καθώς μετρούσε τα κέρδη του, κρυμμένος στο σκοτάδι. Ώσπου μια νύχτα βροχερή, με άνεμο και θύελλα, χτύπησε η πόρτα η βαριά, σαν να ’τανε συντέλεια. Ένας ξένος στάθηκε εκεί, με κάπα σκοτεινή, και μάτια που σπιθίζανε σαν φλόγα οργισμένη.
«Θέλεις τα πλούτη τα τρανά; Θέλεις χρυσό ποτάμι; Θα σου τα δώσω, φούρναρη, με το δικό μου χέρι. Επτά χρόνια θα χαίρεσαι, θα ζεις μες στην τιμή, μα μετά η ψυχή σου θα ’ναι δικιά μου στη στιγμή». Ο άπληστος το δέχτηκε, το χέρι του το δίνει, και η φωτιά του φούρνου του, ποτέ πια δεν σβήνει.
Πέρασαν χρόνια επτά, σαν αστραπή στον δρόμο, και ο φούρναρης εγέμισε με φόβο και με τρόμο. Ήρθε η ώρα η στερνή, το ρολόι σημαίνει, και η μορφή η σκοτεινή, στο σπίτι του μπαίνει. «Ελάτε τώρα, σύντροφε, η ώρα πια εσήμανε, το χρυσάφι σου το άδικο, τη μοίρα σου εσφράγισε».
Μες στις φλόγες χάθηκε, καπνός και στάχτη έγινε, και η κακία του η πικρή, ως μάθημα απέμεινε. Γιατί ο πλούτος ο σκληρός, που βγαίνει απ' τον πόνο, δεν έχει ρίζα στην ευχή, μα στον αιώνιο φθόνο.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο ΚΑΚΟΣ ΦΟΥΡΝΑΡΗΣ
ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM
Σε μια μικρή πόλη ζούσε ένας φούρναρης, ο οποίος ήταν γνωστός όχι για τη νοστιμιά του ψωμιού του, αλλά για την απληστία και τη σκληρότητα της καρδιάς του. Ενώ η φύση του επαγγέλματός του απαιτούσε να προσφέρει τροφή στους ανθρώπους, εκείνος έβλεπε τους συμπολίτες του μόνο ως μέσο για να γεμίζει το σεντούκι του με χρυσά φλουριά.
Ο φούρναρης αυτός είχε βρει έναν δόλιο τρόπο να κλέβει: χρησιμοποιούσε ζυγαριές που ήταν πειραγμένες, έτσι ώστε το ψωμί που πουλούσε να φαίνεται βαρύ, ενώ στην πραγματικότητα ήταν ελαφρύ και αέρας. Επιπλέον, όταν οι φτωχοί της πόλης, που δεν είχαν ούτε μια δεκάρα, τον παρακαλούσαν για ένα ξεροκόμματο που είχε περισσέψει, εκείνος προτιμούσε να το πετάξει στα γουρούνια παρά να το δώσει σε έναν πεινασμένο άνθρωπο.
Μια κρύα νύχτα του χειμώνα, μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη με κουρέλια που δεν την προστάτευαν από τον παγετό, χτύπησε την πόρτα του φούρνου του. «Κύριε», ψιθύρισε με τρεμάμενη φωνή, «σας παρακαλώ, δώστε μου λίγη από τη ζέστη του φούρνου σας και ένα μικρό κομμάτι ψωμί. Δεν έχω φάει εδώ και τρεις μέρες».
Ο φούρναρης, αντί να νιώσει οίκτο, εξοργίστηκε. «Φύγε από εδώ, γριά μάγισσα!» ούρλιαξε. «Ο φούρνος μου είναι για εκείνους που πληρώνουν, όχι για τους ζητιάνους». Όταν εκείνη επέμεινε, εκείνος την έσπρωξε έξω στο χιόνι και έκλεισε τη βαριά ξύλινη πόρτα με πάταγο.
Την ίδια στιγμή, μια παράξενη λάμψη φάνηκε μέσα στον φούρνο. Η φωτιά, που μέχρι τότε έκαιγε ήρεμα, άρχισε να θεριεύει και να παίρνει αλλόκοτες μορφές. Ο φούρναρης είδε έκπληκτος το ζυμάρι που προετοίμαζε να μεταμορφώνεται σε πέτρα κάτω από τα χέρια του. Οι τοίχοι του σπιτιού άρχισαν να στάζουν πίσσα αντί για νερό.
Το επόμενο πρωί, οι κάτοικοι της πόλης βρήκαν τον φούρνο σιωπηλό. Όταν άνοιξαν την πόρτα, ο φούρναρης είχε εξαφανιστεί. Στη θέση του, πίσω από τον πάγκο, στεκόταν ένα άγαλμα από μαύρο κάρβουνο, που είχε το σχήμα ενός ανθρώπου που προσπαθούσε να κρύψει ένα καρβέλι ψωμί στην αγκαλιά του. Λέγεται πως η ηλικιωμένη γυναίκα δεν ήταν άλλη από τη Μοίρα, που ήρθε να δοκιμάσει την ανθρωπιά του. Από εκείνη τη μέρα, ο φούρνος παρέμεινε στοιχειωμένος, μια υπενθύμιση πως όποιος αρνείται το ψωμί στον συνάνθρωπό του, καταλήγει να γίνει ο ίδιος στάχτη και σκόνη στην ιστορία του κόσμου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου