Το βράδυ εκείνο, ενώ η συντροφιά βρισκόταν στο κομψό καπηλειό, έξαφνα χιόνι άρχισε να πέφτει, αλλά τόσο ήσυχα και τόσο μαλακά, σαν να έστρωνε ο Θεός λευκά σεντόνια για τους φτωχούς και για τους άστεγους, στο δρόμο. Ο άνεμος είχε κοπάσει αίφνης, δεν υπήρχε ψύχος επαισθητό.
Τόσο γλυκά και σιγανά, βρέθηκαν έξαφνα πλατιές λευκές λωρίδες να καλύπτουν τη γη.
Ένας απ΄ τους χαρτοπαίκτες, σηκώθηκε για να ξεμουδιάσει από το τραπέζι (ήταν μισή ώρα μετά τα μεσάνυκτα) είχε έλθει προς το παράθυρο και θέλησε να κοιτάξει έξω από το θολωμένο τζάμι. Αλλά σχεδόν δεν έβλεπε τίποτε, μόνο ένα αχανές υπόλευκο φαιό. Την ίδια στιγμή χτύπησε η πόρτα του καπηλειού, μανταλωμένη από μέσα.
— Άνοιξε, κυρ Θανάση!
— Ποιος είναι; φώναξε με συναχωμένη φωνή ο κάπηλος, καθισμένος στο τραπέζι και επιτηρώντας άγρυπνα τους παίζοντες.
— Άνοιξε, γιατί ρίχνει χιόνι.
Όχι τόσο λόγω των επικλήσεων αυτού που κτυπούσε την πόρτα, όσο κατά σύμπτωση μάλλον, διότι αυτός που σηκώθηκε να κοιτάξει από το παράθυρο παίκτης, αφού είδε συγκεχυμένα μέσα από τα τζάμια, αισθάνθηκε την επιθυμία να δει καλύτερα αν χιόνισε, ανοίχθηκε η πόρτα (ο ίδιος ο παίκτης την άνοιξε) και μπήκε ο μπαρμπα-Στέργιος τινάζοντας την κάπα του, ασπρισμένη τη φορά αυτή, όχι από ασβέστη, διότι έως να φθάσει από το σπίτι του στου γιατρού κι από κει στην αγορά, όπου είδε φως στο μαγαζί του Θανάση του Μωρεγυιού, η χιονόπτωση έγινε πολύ πυκνότερη και μέσα σε λίγα λεπτά στρώθηκε ως μια σπιθαμή από το έδαφος.
— Χιονίζει, χιονίζει! είπαν όλοι, βλέποντας ασπρισμένο τον μπαρμπα-Στέργιο και όσοι ήταν όρθιοι προχώρησαν προς την πόρτα, ενώ οι καθήμενοι στο τραπέζι του παιχνιδιού φώναζαν:
— Κλείστε μας την πόρτα!
— Κι από πού μας έρχεσαι, μπαρμπα-Στέργιο!
— Πού βρέθηκες τέτοια ώρα;
— Μεσάνυχτα μας ήρθε απ’ το καμίνι!
Ο μπαρμπα-Στέργιος δεν έδωκε απάντηση στις φωνές τούτες, αλλά βλέποντας με το πρώτο βλέμμα το γιατρό, που καθόταν μεταξύ του υπολιμενάρχη και του γραμματέα του
ειρηνοδικείου, πλησίασε και σκύβοντας στο αυτί του, του μίλησε:
—Μου κάνεις τη χάρη ’ξοχώτατε, να πάμε ως το σπίτι, έχω άρρωστο.
—Ποιος δεν μπορεί; Η γυναίκα σου;
—Όχι, το παιδί μου.
—Και τέτοια ώρα ήρθες;
— Δε μου είπε η βλοημένη η γυναίκα.
Μα από νωρίς ήταν καλά το παιδί και τώρα τη νύκτα εβάρυνε.
— Δε βλέπεις που χιονίζει! Πώς να πάμε;
— Έλα, έλα, κόπιασε από δω, μπαρμπα-Στέργιο, είπε μία άλλη φωνή.
Φέρε Θανάση, ένα μοσχάτο του μπαρμπα-Στέργιου.
Πιε ένα μοσχάτο να ζεσταθείς. Έλα, στο πλάι μου κάτσε.
Ήταν ο γραμματεύς του ειρηνοδικείου, ψηλός νέος, ξανθός, με μεγάλα μονόχρωμα μουστάκια, με τους οφθαλμούς προέχοντες του προσώπου. Αυτός είχε την ώρα εκείνη τον μπάγκο και τα μουστάκια του, άμα είδε τον μπαρμπα-Στέργιο, ανέβαιναν και κατέβαιναν σαν της γάτας που οσφράνθηκε ποντικό.
Τον έπιασε από τον αγκώνα με το στιβαρό χέρι του και τον έβαλε με το είδος εκείνο της φιλικής βίας, με το οποίο κάποιοι άνθρωποι αγαπούν να μετέρχονται προς τους ασθενέστερους τον χαρακτήρα και τον έβαλε να καθίσει πλησίον του.
Τον έλεγαν Αριστείδη Μαγγανόπουλο και είχε εκσφενδονισθεί κατά την αλλαγή του υπουργείου (ήταν περί το 188….) από το ένα άκρο του Βασιλείου στο άλλο. Ήταν φιλήδονος, φιλοπότης, καλόκαρδος, αλλά πως να ζήσει κανείς με εξήντα δραχμές το μήνα;
Ο μπαρμπα-Στέργιος ήπιε το ποτήρι του μοσχάτου και πάλι, σκύβοντας πίσω από το γραμματέα, στο αυτί του γιατρού, του είπε:
— Κάμε μου αυτή την καλοσύνη γιατρέ κι ο Θεός να σου δώσει ότι αγαπάς. Μ’ έστειλε η γυναίκα μου και θα με περιμένει.
Το παιδί κινδυνεύει.
— Στάσου να περάσει λίγο, να σταματήσει το χιόνι, είπε ο γιατρός.
Ο γιατρός ήταν καλός νέος, πλησιάζοντας στο τεσσαρακοστό έτος, ψηλός, λιγνός, πρόθυμος, όχι πολύ σκληρός ούτε πλεονέκτης.
Ήταν απόφοιτος του εν Αθήναις πανεπιστημίου και δεν τον είχε κολλήσει μανία, αν και είχε τα μέσα, να μεταβεί στην Εσπερία, για να αγοράσει σοφία.
Εντούτοις, ενίοτε βαριόταν και το βράδυ αυτό κατηγορούσε τον εαυτό του, ότι δελεάσθηκε από τη χαρτοπαικτική εσπερίδα. Του φαινόταν ότι, αν ήταν από νωρίς στο κρεβάτι του, το παιδί του μπαρμπα-Στέργιου δεν θα αρρώσταινε, ούτε θα ερχόταν αυτός να του χαλάσει την ησυχία.
— Πώς έμαθες πως είμ’ εδώ; του λέγει έξαφνα.
Ο μπαρμπα-Στέργιος τη στιγμή εκείνη θυμήθηκε τη σύσταση της υπηρέτριας και απάντησε:
— Επήγαινα στο σπίτι σας κι ήρθα απ’ το γιαλό, οπού ’ναι πιο απάγκειο … Σαν είδα φως στο μαγαζί, λέω, ας ’μπω μέσα, μήπως κι είν’ εδώ ο γιατρός.
— Και τι λόγους είχες να το υποθέσεις;
— Δεν ξέρω πως μου ήρθε … κάτι μου έλεγε πως θα ήσαστ’ εδώ… ήθελα να πιώ κι ένα ρουμάκι για να ζεσταθώ …
— Και αντί για ρουμάκι ήπιες μοσχάτο …
— Ας είναι καλά ο κυρ-γραμματικός, μ’ εκέρασε ….
Ο Αριστείδης Μαγγανόπουλος δεν είχε λησμονήσει τον μπαρμπα-Στέργιο, αλλά τον κρατούσε κάπως με το γόνατο. Όταν άκουσε όμως τη φράση του ασβεστά, έσπευσε να λάβει μέρος στη συζήτηση.
٭٭٭٭٭٭
— Ε! τώρα, δεν θα πουντάρεις καμιά δεκαρίτσα, μπαρμπα-Στέργιο, για να περάσ’ η ώρα;
Ο μπάρμπα-Στέργιος δεν ήταν τελείως άπειρος του χαρτοπαίγνιου.
Στη νεότητά του υπήρξε δεκανεύς στο στρατό και είχε ζήσει επί τέσσερα χρόνια σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος.
Για να ευχαριστήσει το γραμματικό, άρχισε από τη δεκάρα και την έχασε. Αλλά μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας, έβγαλε από την τσέπη όσα κέρματα είχε, πάνω από δραχμή και τα έχασε όλα.
Για να τον παρηγορήσει, ο Αριστείδης Μαγγανόπουλος, τον κέρασε ένα δεκάρικο μοσχάτο. Ο μπαρμπα-Στέργιος το ρούφηξε και έπειτα σκύβοντας πάλι στο αυτί του γιατρού:
— Δεν πάμε τώρα, γιατρέ … Θα σταμάτησε το χιόνι.
— Σταμάτησε, μα δεν έλιωσε, ψιθύρισε σιγά ο γραμματικός.
— Τώρα, να κοιτάξουμε … να δούμε αν θα μπορέσουμε, μπαρμπα-Στέργιο, είπε ο γιατρός, τι διάβολο, τώρα βρέθηκε να αρρωστήσει κι αυτό το παιδί σου;
— Να χαρείς ότι αγαπάς, γιατρέ μου …
Ο γραμματικός, στράφηκε προς τον μπαρμπα-Στέργιο.
— Έλα τώρα, μπαρμπα-Στέργιο, του λέγει, τι συλλογιέσαι; …
Παίξε να περάσ’ η ώρα … Να πάρεις και τα λεπτά σου πίσω.
— Δεν έχω άλλα λεπτά, κυρ γραμματικέ.
— Μη μας πουλάς ψευτιές, μπαρμπα-Στέργιο … Θαρρείς δεν το ξέρω εγώ που πούλησες ασβέστη σήμερα;
Ο απλοϊκός άνθρωπος έσκυψε στο αυτί του γραμματικού και του είπε ψιθυριστά.
— Πες και του λόγου σου του γιατρού, να τον καταφέρεις να πάμε.
— Να πάτε; … Πού;
— Στο σπίτι … έχω το παιδί άρρωστο.
— Δεν έχει τίποτε, είπε ο γραμματικός, μη σε μέλει … θα γένει καλά.
— Με καρτερεί η γυναίκα μοναχή της … για συλλογίσου κυρ-γραμματικέ.
— Μπα! όξου καρδιά, μπαρμπα-Στέργιο! … μη φοβάσαι … δεν παθαίνει τίποτε το παιδί.
Ο μπαρμπα-Στέργιος έσκυψε το κεφάλι και τη στιγμή εκείνη, του ήρθε στο νου απαίσια εικόνα του αγωνιώντος παιδιού, να βήχει, ασθματικού, με νεκρική ωχρότητα επί του μετώπου και της πονεμένης μητέρας, να συνάπτει τα χέρια και να επικαλείται έλεος.
— Φέρε μας δύο μοσχάτα με τον μπαρμπα-Στέργιο, Θανάση, διέταξε ο γραμματικός.
Ο κάπηλος έφερε τα δύο μοσχάτα. Ο Μαγγανόπουλος έριξε το περισσότερο του δικού του στο ποτήρι του μπαρμπα-Στέργιου.
— Δεν πίνω, είπε ο γέρος ασβεστάς, θα μου πέσει πολύ … είχα πιει κι απ’ το βράδυ.
— Πιε και μη σε μέλει … μη συλλογίζεσαι … Δεν έχει τίποτε το παιδί.
Ο μπαρμπα-Στέργιος ήπιε το ευώδες ποτό και σιγά-σιγά οι ατμοί ανέβαιναν.
— Είσαι καλός φίλος, είπε στο γραμματικό.
Μου έδωσες θάρρος … είχα πολύ φόβο για το παιδί μου.
— Βγάλε και μισό ταλιράκι να σου χαλάσω, μπαρμπα-Στέργιο, είπε ο γραμματικός, ανακινώντας τις δεκάρες πάνω στο τραπέζι, αυτά όλα που βλέπεις, τα είχα χαμένα όλα πρωτύτερα … ούτε τα λεπτά μου δεν πιάνω.
Ο μπαρμπα-Στέργιος έβγαλε την πάνινη σακούλα του, την λιπώδη και μαύρη, δεμένη με σπάγκο περί το στόμιο, την άνοιξε, έβγαλε ένα τάλιρο και ο γραμματικός του το άλλαξε.
Ένας από τη συντροφιά είχε βγει έξω και τη στιγμή εκείνη επέστρεψε.
— Το χιόνι είναι παραπάν’ απ’ το γόνα … πώς θα πάμε στα σπίτια μας, βρε παιδιά;
— Έπαψε τουλάχιστον να ρίχνει; ρώτησε ο γιατρός.
— Ρίχνει ακόμα.
— Ω! διάβολε!
— Τ’ ακούς, μπαρμπα-Στέργιο; είπε ο γραμματικός.
Ρίχνει ακόμα … Κάθισε ως που να σταματήσει και τότε πάτε με το γιατρό.
— Τι να γίνει, κυρ γραμματικέ!
— Δεν παίζεις από καμιά δεκαρούλα;
Ο μπαρμπα-Στέργιος άρχισε να παίζει από μία δεκαρούλα, από δύο και δώσ’ του και πάει τέρτσο τίρο και πάει και απαγάι και πάρολι και σε κάθε απαγάι ο γραμματικός τον κερνούσε από ένα μοσχάτο και σε κάθε πάρολι, τον κερνούσε από ένα δεκάρικο.
Και σε μισή ώρα, έχασε το τάλιρο μέχρι λεπτού. Και έβγαλε τότε δεύτερο τάλιρο και σε ένα τέταρτο της ώρας το έχασε, έβγαλε και το τρίτο τάλιρο, το τελευταίο που είχε ακόμη και σε δέκα λεπτά της ώρας ο γραμματικός με τον πάγκο του το σφούγγισε.
Ήταν δε τότε τρεις η ώρα μετά τα μεσάνυκτα.
Έξαφνα χτύπησε η πόρτα του καπηλειού.
— Ανοίξτε! Ανοίξτε!
— Ποιος παλαβός είναι τέτοια ώρα, με τέτοιο χιόνι; Είπε ο κάπηλος.
— Άνοιξε, παρακαλώ, κυρ Θανάση!
— Ποιος είσαι;
— Είμ’ εγώ, ο Γιώργης ο Σεφερτζής.
— Και τι θέλεις;
— Είν’ εδώ ο μπαρμπα-Στέργιος ο ασβεστάς;
— Και τι τόνε θέλεις;
Όλοι στράφηκαν προς τον μπαρμπα-Στέργιο, ο οποίος, ζαλισμένος από το μοσχάτο, χαμογελούσε ηλίθια στους μύστακες του γραμματικού κι έλεγε.
— Δεν με μέλει! πάρ’ τα όλα! Όξου φτώχεια! … παράδες δεν προσκυνώ εγώ! … Εγώ εχτιμώ φιλίαν! … Είσαι όμως καλός φίλος!
Ανοίχθηκε η πόρτα και μπήκε ο Γιώργης ο Σεφερτζής.
٭٭٭٭٭٭
Ακουμπισμένη η Θοδωριά στο προσκέφαλο, αισθανόταν στο μάγουλό της τη θερμή πνοή του παιδιού και μετρούσε τις στιγμές και την ώρα, όση είχε περάσει από την αναχώρηση του συζύγου της κι έλεγε: «Τώρα θα έρθει, έρχεται … όπου είναι θα φτάσει … θά ’ρθει κι ο γιατρός μαζί, να μου κάμει καλά το παιδί μου … Τι φταίνε οι γιατροί; Φταίνε οι γονιοί που δεν αιστάνονται … αν τον επροσκαλούσα, το γιατρό, με την ώρα μου, δε θα μου πέθαινε ο Χαραλαμπάκης».
Έτεινε το αυτί να ακούσει κάποιο κρότο, που να αναγγέλλει τον ερχομό του συζύγου και του γιατρού, αλλά κανείς κρότος ακουόταν. Ο Θεός χιόνιζε αθόρυβα, έριχνε νιφάδες να μεθύσει τη γη, για να φάγουν οι ζώντες τους καρπούς αυτής και λευκό σάβανο για τους νεκρούς, για να είναι βαθύτερα υπό τη γη θαμμένοι.
Εντούτοις περνούσε η ώρα και ο μπαρμπα-Στέργιος δεν έδιδε σημείο επιστροφής. Η Θοδωριά σηκώθηκε, έριξε μερικά ξύλα στο τζάκι, συνδαύλισε τη φωτιά κι επανερχόμενη ξάπλωσε πάλι κοντά στο κρεβατάκι του μικρού Ελευθέρη. Το παιδί στέναζε, γόγγυζε θλιβερά, είχε κοιμηθεί εναγώνιο ύπνο, ξύπνησε πάλι, έκλαιγε κι έβηχε με σπασμούς.
Σώπα καλέ μου, σώπα μικρό μου, θα γίνεις καλά αύριο.
Πάει ο πατέρας να σ’ αγοράσει καλούδια, να τα ’χεις μεθαύριο τ’ Αϊ-Βασιλιού, να παίζεις, να παίζεις, να χαίρεσαι. Θα σ’ κάμω κι εγώ μια όμορφη κοκκώνα, αλειμμένη με το αυγό, που να είναι πλασένια, θα σ’ φέρει κι η νουνά σ’ άλλη μια μεγάλη κοκκώνα, λαμπένια και στραφτένια, με τα κεντίδια, με τα πουλάκια, με τ’ αηδονάκια, που να μην την έχει κανένα παιδί.
Το παιδί δεν αισθανόταν ίσως και από το βράδυ έπαψε να ψελλίζει.
Η Θοδωριά δεν έπαυε να ρωτάει: «Πού σ’ πονεί, Λευθεράκη μ’, πού σ’ πονεί;» αλλά ο μικρός σε απάντηση γόγγυζε μόνο και άσθμαινε.
Στο τζάκι, ένας δαυλός άρχισε έξαφνα με θόρυβο να σπινθηρίζει και η Θοδωριά θυμήθηκε το δημώδες και άρχισε να επαναλαμβάνει:
«Αν είναι φίλος να χαρεί,
αν είν’ εχτρός, να σκάσει,
κι αν είν’ από το σπίτι μας,
ογλήγορα να φτάσει …»
Αλλά ο σπινθηρισμός εξακολούθησε επί πολύ ώρα και η επωδή δεν φαινόταν να έχει τη δύναμη να τον σταματήσει, ίσως γιατί τη φορά αυτή ήταν και φίλος, ήταν κι εχθρός, ήταν από το σπίτι και δεν ήταν από το σπίτι.
Τέλος ο σπινθηρισμός έπαψε, αλλά ο μπαρμπα-Στέργιος δεν είχε γυρίσει. Η Θοδωριά δεν είχε κλείσει μάτι από το βράδυ.
Ω! πόσο μακρές ήταν οι ώρες!
Η φτωχή γυναίκα, ακούσια έκλεισε τα μάτια και απονεκρώθηκε για λίγες στιγμές, φθάνοντας μέχρι την κατάσταση εκείνη, κατά την οποία η ψυχή εισέρχεται στα προπύλαια του φανταστικού παλατιού των ονείρων, χωρίς ο ύπνος να έχει καταλάβει εξ ολοκλήρου το σώμα.
Αλλά μετά ένα λεπτό την ξύπνησε άλλος θόρυβος, όχι ανόμοιος με τον προηγούμενο, ο κρότος της θρυαλλίδας του κανδηλιού που αγωνιζόταν, με την τελευταία ρανίδα του λαδιού, να σωθεί από την επαφή του νερού, όπως ο άνθρωπος ο πνιγόμενος και προσκολλώμενος σε σανίδα, όπως η ψυχή η βασανιζόμενη και σε μεγάλη αγωνία πλέουσα πριν χωρισθεί από το σώμα.
Πόσο μυστηριώδης, πόσο θλιβερός ήταν ο θόρυβος εκείνος!
Ποια φρικίαση εξήγειρε, ποιο φόβο προκαλούσε!
Φαινόταν το κανδήλι εκείνο σαν έμψυχο, σαν μαντικό, σαν προφητικό.
Τι να θυμόταν άραγε, τι να έβλεπε, τι να προέλεγε;
Σαν να βαρέθηκε να είναι συνάμα ιερό και βέβηλο, να φωτίζει την απάθεια και ηρεμία των Βυζαντινών Αγίων και τα πάθη και τις κινήσεις της ψυχής και τα αμαρτήματα των ανθρώπων, φαινόταν ότι ήθελε να σβήσει …
Το κανδήλι ήθελε να σβήσει, αλλά η θρυαλλίδα αντιστεκόταν και τιναζόταν.
Η Θοδωριά σηκώθηκε, σήκωσε το κεφάλι της κι έμεινε για λίγες στιγμές ακούγοντας το θόρυβο της θρυαλλίδας.
Το πρόσωπο, το πηγούνι και ο λαιμός της έλαβαν την εκφραστική εκείνη θέση, την οποία στις εικόνες των μεγάλων τεχνιτών της Δύσεως θαυμάζουμε.
٭٭٭٭٭٭
Ήταν ψηλή, μελαχρινή, συμπαθής, νόστιμη, σχεδόν ωραία. Πολλές τρίχες της μαύρης κόμης της ήταν ήδη γύρω από τους κροτάφους, αν και ήταν τριάντα πέντε ετών, ήταν λευκόφαιοι, σαν να τις είχε αποτεφρώσει ο φούρνος ή να τις είχε ασπρίσει ο ασβέστης.
Πτωχή ασβεστού! Δυστυχής φουρνάρισσα!
Η Θοδωριά πήρε από ένα ερμάριο το λαδικό, κατέβασε το κανδήλι και ο κρότος της προστριβής του σχοινιού επί της
μικρής τροχαλίας την έκαμε ν’ ανατριχιάσει. Έριξε λάδι στο κανδήλι, το ανέβασε πάλι, έκαμε τρεις σταυρούς μπροστά στα εικονίσματα των Αγίων κι επικαλέσθηκε τη βοήθεια της Παναγίας.
«Ωστόσο ο άνδρας μου πολύ άργησε, είπε έπειτα, τι να έγινε, Θεέ μου!» Της φάνηκε ότι αν άνοιγε το παράθυρο να αγναντέψει, θα τον έβλεπε να έρχεται και το γιατρό μαζί.
Ήλθε στο παράθυρο, το άνοιξε, και ξαφνίστηκε, βλέποντας όλο το δρόμο να λευκάζει στο σκοτάδι και τις στέγες όλες λευκές.
— Χιόνισε! Χριστέ μου! πότε χιόνισε;
Συνένωσε τότε απελπισμένη τα χέρια και αισθάνθηκε διπλασιαζόμενο το βάρος της δυστυχίας της. Έως τώρα είχε το φόβο για το άρρωστο παιδί, τώρα άρχισε να ανησυχεί και για τον άνδρα της.
Τι να έγινε; Μην τον πλάκωσε το χιόνι; Μην έπεσε πουθενά;
Μην ξεπάγιασε; Μην κάρδιασε; Θέ μου; Και κατηγορούσε τον εαυτό της, γιατί να τον στείλει τέτοια ώρα να καλέσει το γιατρό.
Καλύτερα να άφηνε στο έλεος του Θεού το παιδί της.
Χριστέ και Παναγία! τι έγινε ο μπαρμπα-Στέργιος;
Δεν θα είναι καλά. Και αν της τον φέρουν το πρωί ξεπαγιασμένο, καρδιασμένο, αποθαμένο! ω!
Έκλεισε το παράθυρο, σκέφθηκε προς στιγμή τι να κάμει.
Της ερχόταν να κινήσει η ίδια, όπως βρισκόταν, να πάει να δει τι έγινε ο άνδρας της. Αλλά το παιδί, πού ν’ αφήσει το παιδί;
Κι έπειτα μπορούσε αυτή, γυναίκα, να πάει να τρέξει νύκτα μες στα χιόνια;
Πατιόταν τάχα ο τόπος; Αναζητούσε στο λογισμό της εικασίες, για να καθησυχάσει τον εαυτό της. Ίσως ο μπαρμπα-Στέργιος δεν έπεισε το γιατρό, ίσως ο γιατρός φάνηκε σκληρός και ο μπαρμπα-Στέργιος θα ντρεπόταν να γυρίσει άπρακτος και στον θυμό του επάνω … να βρήκε τάχα κανένα μαγαζί ανοικτό τέτοια ώρα, να αντάμωσε τίποτε φίλους του και άρχισαν να πίνουν; … Αλλά τι ώρα να είναι; … Θα είναι πολλή ώρα που λείπει. Τέτοια ώρα μαγαζί ανοικτό;
Δεν είναι καλή δουλειά αυτή. Δίστασε ακόμη λίγο και έπειτα, πηγαίνοντας προς την άλλη πλευρά του σπιτιού, άνοιξε το άλλο παράθυρο, προς δυσμάς.
Εκεί κολλητά σχεδόν ήταν το σπίτι του Γιώργη του Σεφερτζή, γείτονα, με τον οποίο προ πολλού δεν έτυχε να μαλώσουν.
— Γειτόνισσα Γιώργαινα! ανέκραξε, γειτόνισσα Γιώργαινα!
Περίμενε λίγες στιγμές.
Δεν έλαβε απάντηση.
— Γειτόνισσα! επανέλαβε, γείτονα Γιώργη!
Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα ακόμη και έπειτα γυναικεία φωνή είπε:
— Τι φωνάζεις, Στέργαινα;
— Κοιμάται ο Γιώργης; είπε η Θοδωριά, αναγνωρίζοντας τη φωνή της γειτόνισσας.
— Κοιμάται.
— Δε μου κάνεις τη χάρη να τόνε ξυπνήσεις;
— Τι τρέχει;
Η Γιώργαινα είχε ανοίξει το παράθυρο.
Η Στέργαινα διηγήθηκε εν συντομία τι της συνέβαινε.
— Και τι τόνε θέλεις;
— Ας κάμει ένα έλεος, να πάει να δει τι έγινε ο άνδρας μου.
— Και πώς να πάει, που είναι το χιόνι ένα μπόι;
— Ένα μπόι; … Ωχ ! καημένη, τι να γένω;
Εντωμεταξύ είχε ξυπνήσει και ο Γιώργης, ο οποίος μετά μερικές αντιρρήσεις, κάμφθηκε από τις παρακλήσεις της δύστυχης γυναίκας και αποφάσισε να πάει προς αναζήτηση του συζύγου της.
Το χιόνι ήταν πράγματι σε κάποια μέρη πάνω από το γόνατο, αλλού, στα πλέον υπήνεμα, ως δύο σπιθαμές.
Ευτυχώς, ο Γεώργιος Σεφερτζής, πρώην ναυτικός και νυν γεωργοκτηματίας, είχε ζεύγος παλαιών υποδημάτων υψηλών
πάνω από το γόνατο.
٭٭٭٭٭٭
Στην άκρη του παραθαλάσσιου ανηφορικού δρόμου, στο λιθόστρωτο, από το οποίο ανέβαινε κανείς στην πάνω ενορία, εκεί που δεν ήταν πλέον αγορά, αλλά και όχι έξω της αγοράς εξ ολοκλήρου, ήταν το μαγαζί του Κυρ-Αργυρού του Συρματένιου.
Εάν τυχόν ο έφορος και ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου και δεν ξέρω ποιος άλλος ακόμη, ήθελαν να κατανείμουν δίκαια τους φόρους του επιτηδεύματος, πολύ θα δίσταζαν σε ποια τάξη εμπορευόμενων να τον κατατάξουν, γιατί, κατά το φαινόμενο, δεν πουλούσε τίποτε.
Μέσα στο μαγαζί, που ήταν ανοικτό πάντοτε από το πρωί μέχρι της οκτώ το βράδυ, δεν έβλεπε κανείς τίποτε άλλο, μόνο τα «σκελετά», μόστρες κενές, με δύο ή τρία βαρέλια πάντοτε άδεια, με μία ζυγαριά, η οποία άγνωστο σε τι χρησίμευε και με ένα πιθαράκι δίπλα στη ζυγαριά, του οποίου το σκέπασμα, πολλοί πολλές φορές ανασήκωσαν, υποθέτοντας ότι περιείχε ταμπάκο, αλλά διαψεύθηκαν, βρίσκοντες το πιθαράκι αδειανό.
Είναι αλήθεια, ότι τότε, πρόθυμη προσφέρθηκε σ΄ αυτούς η ταμπακέρα του κυρ-Αργυρού του Συρματένιου, ο οποίος καθόταν όλη την ημέρα στο κάθισμά του ρουφώντας ταμπάκο και συνομιλώντας με μερικούς φίλους περί των πολιτικών της ημέρας ή περί των τοπικών πραγμάτων.
Ο κυρ-Αργυρός, ψηλός, λευκός, ευτραφής, εξήντα ετών, ξανθόφαιος, με λεπτούς χαρακτήρες, με μικρά μάτια αόρατα πίσω από τα ματογυάλια, που αργά αποφάσισε να φραγκοφορέσει, υπακούοντας στις απαιτήσεις της εποχής, φορώντας κατά κάποιον τρόπο πάνω από τα φράγκικα ενδύματα τη γούνα του μακριά ως τους αστραγάλους και σκούφο κεντητό στο κεφάλι, είχε πάντοτε τον αντίχειρα και τον δείκτη της αριστεράς ενωμένους, σχεδόν κολλημένους, κρατώντας αιωνίως την πρέζα του.
Ροφούσε ταμπάκο, καθώς όλοι οι γέροντες φιλάργυροι, που αισθάνονται την ανάγκη να αντικαταστήσουν όλα τα πάθη, τον καπνό, τον οίνο, τα χαρτιά, το σφαιριστήριο, τις εκδρομές, τα συμπόσια και αυτόν τον έρωτα, με ένα μόνο, το φθηνότερο.
Και παρόλο ότι το πιθαράκι ήταν κενό, ο κυρ-Αργυρός πρόθυμα προσέφερε πρέζα από την ταμπακέρα του, σκεπτόμενος ίσως, ότι με δεκαπέντε ή είκοσι πεντάρες το μήνα υποχρέωνε τόσους και τόσους και τους έκανε φίλους.
Κι ενώ κάτω στο μαγαζί, έτσι μονότονα περνούσε τις ημέρες του ο φιλήσυχος κυρ-Αργυρός, παρέχοντας πολλές φορές και συμβουλές σε όλους, πάνω στο σπίτι, η γυναίκα του, γριά συνομήλικη με αυτόν, εξασκούσε το κυρίως εμπόριο, το οποίο συνίστατο στην πώληση μεταξωτών υφασμάτων και χρυσού νήματος διαφόρων ποιοτήτων στις γυναίκες όλου του χωριού, που είχαν κορίτσια προς παντρειά και υποχρεωμένες να κεντήσουν τα «προικιά».
Απ΄ το εμπόριο τούτο ο κυρ-Αργυρός, ευσυνειδήτως λίαν, θα ωφελείτο έως 75 τοις %.
Λεγόταν εντούτοις, ότι ενίοτε δάνειζε σε στενούς φίλους και χρήματα, με ενέχυρο πάντοτε τριπλάσιας αξίας αυτής του δανειζόμενου ποσού, και με τόκο όχι ανώτερο των 80 τοις εκατόν κατ’ έτος.
«Οι καιροί είναι δύσκολοι, να σας χαρώ. Και ο παράς, το σήμερο, εύκολα δε βγαίνει. Κι όταν εσύ, κατάλαβες, είσαι ανάξιος και χαλνάς τα λεπτά, μοναχός σου χαλνιέσαι.
Κι αν εσύ πας και τα πίνεις, κατάλαβες, σου φταίει άλλος, ορίστε; Τι σου χρωστάει άλλος, ας πούμε, να σου δώσει λεπτά; Εσύ φταις που είσαι τεμπέλης, έτσι να έχουμε καλά στερνά και δεν είσαι ικανός να ζήσεις. Περισσεύουν λεπτά, να ’χουμε καλή ψυχή, για να βοηθήσει κανείς κι έναν άλλονε; Εγώ δεν μπορώ να δώσω, έτσι να ιδούμε Θεού πρόσωπο, δεν μπορώ να δώσω παράδες στα χαμένα …»
٭٭٭٭٭٭
Το πρωί της μέρας εκείνης, όταν έπαψε ο να πέφτει το χιόνι και τα νέφη διαλύθηκαν, ο ήλιος είχε ανατείλει πράος φωτίζοντας τη γη, διαλύοντας που και που τα ελαφρότερα στρώματα του χιονιού, σε πολλά μέρη δε της πολίχνης, που κατά γειτονιά, άνθρωποι με ψηλά υποδήματα και με φτυάρια, κοπίαζαν να ξεχιονίσουν και να ανοίξουν δρόμο διά μέσου του χιονιού, ο μπαρμπα-Στέργιος με την κάπα του, στυγνός, κατηφής, παρουσιάσθηκε περί τις εννέα η ώρα, στο μαγαζί του κυρ-Αργυρού.
— Τι έχουμε Στέργιο; του είπε αυτός … Σαν συλλογισμένο σε βλέπω.
— Τι νά ’χουμε, κυρ Αργυρέ, απάντησε στενάζοντας ο μπαρμπα-Στέργιος, μην τα ρωτάς … Δεν είμαι καλά.
— Τι τρέχει;
— Το παιδί μου πέθανε σήμερα το πρωί, ένα που το είχα …
Και λέγοντας δάκρυσε.
— Πώς; … Είχε καιρό άρρωστο;
— Λίγες μέρες είχε, μα … ψες το βράδυ εβάρυνε … πήγα μεσάνυχτα να φωνάξω το γιατρό κι έξαφνα άρχισε να χιονίζει. … Δε μπόρεσα να ξυπνήσω το γιατρό, γύρισα πίσω, τα μάτια κλαμένα … κι ως το πρωί το παιδί τελείωσε.
— Και γιατί δεν ξυπνούσες το γιατρό, αφού ήταν ανάγκη;
— Δεν ήταν στο σπίτι.
— Πώς γίνεται; Τέτοια ώρα;
— Ή δεν ήταν, ή δεν μου τον μαρτύρησαν, είπε ο μπαρμπα-Στέργιος, αποφεύγοντας να πει ολόκληρη την αλήθεια.
Μετά στιγμιαία σιωπή, ο μπαρμπα-Στέργιος εξακολούθησε:
— Ήρθα, κυρ-Αργυρέ, να βάλω τα μούτρα μου … επειδής είμαι σε μεγάλη απελπισία … σου έφερα κι αυτά τα πράγματα … αν θέλεις να με δανείσεις καμιά εικοσαριά δραχμές, να κάμω τα έξοδα της θανής του παιδιού … επειδής δεν έχω λεπτά σε χέρι…
Και του έδειξε δύο σκουλαρίκια αργυρά της γυναίκας του και ένα δακτυλίδι.
— Πώς δεν έχεις λεπτά, είπε με στρυφνό ύφος ο κυρ-Αργυρός, εσύ φέτος έκαμες, καθώς έμαθα, τόσα καμίνια …
— Κι εψές ακόμα επήρα λεπτά, είπε ο μπαρμπα-Στέργιος, μα χρωστούσα και τά ’δωκα … που να ήξερα;
— Και δεν πας σ’ εκεινούς που χρωστούσες και πλήρωσες, να σε ξαναδανείσουν; παρατήρησε ο κυρ-Αργυρός, χωρίς να αγγίξει με τα χέρια τα αργυρά κοσμήματα.
Ο μπαρμπα-Στέργιος, ήταν και στις δεινές περιστάσεις ετοιμόλογος.
— Κείνοι που τους χρωστούσα είναι μπακάληδες και δε δανείζουν, απάντησε, το χρέος μου ήταν από βερεσέδια.
— Κι εμένα, με ξέρεις να δανείζω; είπε ο κυρ-Αργυρός.
Ο μπαρμπα-Στέργιος είπε με θλίψη:
— Αν θέλεις, κυρ-Αργυρέ …. ύστερα-ύστερα, μπορώ να το θάψω και βερεσέ το παιδί μου …
Ο κυρ-Αργυρός πήρε στα χέρια του τα τρία αργυρά τεμάχια και τα εξέτασε για πολύ ώρα.
—Ποιος ξέρει αν είναι κι ασήμι; είπε, χρειάζεται να είναι κανείς κουϊμτζής για να ξέρει … Μα ωστόσο, δεν τα πιστεύω όλα όσα είπες, Στέργιο … Χρωστούσες κι επλήρωσες … μπορεί.
Σ’ αυτή την εποχή που βρεθήκαμε, να σε χαρώ … Μεγάλο κεσάτι, μεγάλη δυστυχία στον κόσμο! …
Ο παράς, δεν ξέρω που πάει και χώνεται και δε βγαίνει στο μεϊντάνι … Κι αν πας εσύ και πίνεις και μεθάς, να ’χουμε καλή ψυχή … Όταν τα έχεις τα λεπτά, δεν τα στιμάρεις … Δε μου βρίσκονται παράδες, έτσι να ’χω καλά υστερνά … Να δω, αν έχω είκοσι δραχμές να σου δώσω, έτσι να ιδούμε Θεού πρόσωπο …
Κοίταξε ακόμη τα τρία κοσμήματα, τα ζύγισε με το χέρι και έπειτα είπε:
— Αυτά δεν αξίζουν ούτε δέκα δραχμές … Σύρε να μου φέρεις και τίποτε άλλο, καν.
— Δεν έχω άλλο ασημικό στο σπίτι.
— Δεν είχε τσαπράκια η γυναίκα σου;
— Δεν είχε.
— Κανένα κερμεσούτι φουστάνι δεν της βρίσκεται; Κανένα λαχουρί; Κανένα μπαμπουκλί ατλαζένιο, καμιά καζάκα βελουδένια;
— Να πάω να δω.
Ο μπαρμπα-Στέργιος πήγε στο σπίτι, πήρε ότι μεταξωτό ένδυμα είχε η Θοδωριά κι επέστρεψε πάλι στου κυρ-Αργυρού.
Ο γέρος τοκογλύφος του μέτρησε τότε είκοσι δραχμές.
٭٭٭٭٭٭
Είχε γυρίσει στο σπίτι περίπου τα χαράματα, αφού πείσθηκε από τις παραινέσεις του Γιώργη του Σεφερτζή, που είχε έλθει στο καπηλειό.
Ο γιατρός πείσθηκε και αυτός, αφού άλλωστε θα πήγαινε σπίτι να κοιμηθεί το πρωί, να περάσει από το σπίτι του γέροντα ασβεστά.
Έφθασε στο σπίτι, ενώ προπορευόταν ο Γιώργης ο Σεφερτζής, πατώντας στα ίδια ίχνη, τα οποία είχε αφήσει πάνω στο χιόνι κατά την κάθοδό του στην αγορά και κρατώντας φανάρι.
Ο γιατρός ερχόταν δεύτερος και τελευταίος ο μπαρμπα-Στέργιος, παραπατώντας και γλιστρώντας στο χιόνι, πέφτοντας και ανορθούμενος.
Έφθασαν, ενώ το παιδί έπνεε τα λοίσθια.
Παρέστησαν στις τελευταίες στιγμές του.
Ο γιατρός είχε επάνω του μολυβδοκόνδυλο και χαρτί, έγραψε το «ενταφιαστήριον» ή την έκθεση της νεκροσκοπίας, την έδωσε στον μπαρμπα-Στέργιο και πήγε να κοιμηθεί.
Η Θοδωριά έκλαιε σπαρακτικά…
٭٭٭٭٭٭
Περί το δειλινό, έβγαινε η μικρή πομπή από την εκκλησία.
Ένα μικρό φέρετρο, όμοιο με λίκνο, που το κρατούσαν δύο άνθρωποι, οι δύο ιερείς της ενορίας, ο μπαρμπα-Στέργιος, η Θοδωριά και τέσσερις-πέντε άλλες γυναίκες, συγγενείς ή γειτόνισσες.
Αντίκρυ απ΄ την εκκλησία, μπροστά στην πόρτα ενός παντοπωλείου, στεκόταν ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι βλέποντας την πομπή, έβγαλαν τα καπέλα τους.
Ήταν ο υπολιμενάρχης, ο τηλεγραφητής και ο γραμματεύς του ειρηνοδικείου και δύο άλλοι.
Ο Αριστείδης Μαγγανόπουλος αναγνώρισε το γέροντα ασβεστά και ρώτησε:
— Μπα! ο μπαρμπα-Στέργιος, τι θέλει εκεί;
— Είναι το παιδί του που πέθανε, απάντησε ένας εντόπιος.
— Αλήθεια; Κι απόψε τα μεσάνυχτα περάσαμε τόσο καλά μαζι.
Βρήκε τον καιρό να πεθάνει με τέτοιο χιόνι!
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου