Σε μια παλιά, πέτρινη έπαυλη που στεκόταν στην άκρη ενός ομιχλώδους δάσους, ζούσαν δύο μικροσκοπικοί σύντροφοι: μια ψείρα και ένας ψύλλος. Παρά το μικρό τους μέγεθος, η αγάπη τους ήταν μεγάλη και η ζωή τους οργανωμένη με μια τάξη που θα ζήλευαν και οι άνθρωποι. Κατοικούσαν μέσα στις πτυχές ενός βαρύτιμου βελούδινου υφάσματος, σε μια κάμαρη με ψηλά ταβάνια και βαριές κουρτίνες που δεν άφηναν το φως του ήλιου να μπει παρά μόνο σαν χρυσή σκόνη. Μια μέρα, αποφάσισαν να ετοιμάσουν ένα γεύμα. Η ψείρα, που ήταν προσεκτική και νοικοκυρά, άρχισε να βράζει νερό σε ένα κέλυφος αυγού. Όμως, μια ξαφνική κίνηση, μια απροσεξία της στιγμής, την έκανε να γλιστρήσει και να πέσει μέσα στο καυτό νερό. Ο ψύλλος, βλέποντας την αγαπημένη του να χάνεται, ξέσπασε σε θρήνο σπαρακτικό. Δεν μπορούσε να αντέξει την απώλεια. «Γιατί κλαις, ψύλλε;» ρώτησε η μικρή πόρτα της κάμαρης που έτριζε στον άνεμο. «Γιατί η ψείρα κάηκε, και η καρδιά μου έγινε στάχτη», αποκρίθηκε εκείνος. Τότε η πόρτα, νιώθοντας τον πόνο του, άρχισε να χτυπά με μανία τους μεντεσέδες της, βγάζοντας έναν ήχο θρηνητικό. Ένα παλιό σκουπόξυλο που στεκόταν στη γωνία του διαδρόμου είδε την πόρτα να σπαράζει. «Γιατί χτυπιέσαι, πόρτα;» ρώτησε με τη βραχνή του φωνή. «Γιατί ο ψύλλος κλαίει, κι η ψείρα χάθηκε στο νερό», απάντησε η πόρτα. Τότε το σκουπόξυλο άρχισε να σαρώνει το πάτωμα με τέτοια ορμή που η σκόνη σηκώθηκε σαν σύννεφο στον αέρα, πενθώντας κι αυτό με τον τρόπο του. Ένα κάρο που βρισκόταν στην αυλή, φορτωμένο με ξερά ξύλα, είδε τη σκόνη και ρώτησε τη σκούπα: «Γιατί τρέχεις έτσι και σαρώνεις το κενό;». «Γιατί ο θάνατος πέρασε από το σπίτι», είπε η σκούπα, «και ο ψύλλος θρηνεί τη σύντροφό του». Το κάρο, ακούγοντας τα νέα, άρχισε να τρέχει μόνο του στην κατηφόρα, πάνω στις πέτρες, βγάζοντας έναν ήχο που έμοιαζε με μοιρολόγι, μέχρι που έφτασε στη μεγάλη κοπριά της αυλής. Η κοπριά, βλέποντας το κάρο να τρέχει ξέφρενα, ρώτησε: «Τι κακό σε βρήκε και τρέχεις προς το βάραθρο;». «Πενθώ για τον ψύλλο και την ψείρα», είπε το κάρο. Τότε η κοπριά άρχισε να βγάζει καπνούς και να φλέγεται εσωτερικά από τη θλίψη. Μια γριά δρυς που στεκόταν στην άκρη του κτήματος είδε τον καπνό. «Γιατί καίγεσαι, κοπριά;» ρώτησε. «Γιατί όλη η φύση πενθεί για τη μικρή ψείρα που χάθηκε», ήταν η απάντηση. Τότε η δρυς άρχισε να τραντάζεται με τέτοια δύναμη που όλα τα φύλλα της έπεσαν στο χώμα, αφήνοντας τα κλαδιά της γυμνά σαν χέρια που ζητούν έλεος. Τέλος, μια νεαρή γυναίκα, η υπηρέτρια του σπιτιού, πέρασε από εκεί κρατώντας μια στάμνα με νερό. Είδε τη γυμνή δρυ και τρόμαξε. «Γιατί πέταξες τα φύλλα σου μες στο κατακαλόκαιρο;» ρώτησε. «Γιατί ο κόσμος έχασε την ισορροπία του», είπε το δέντρο. Η κοπέλα, συγκλονισμένη από την αλυσίδα του πόνου, έσπασε τη στάμνα της στη γη. Το νερό χύθηκε, και μαζί του χύθηκαν και τα δάκρυά της, καθώς κατάλαβε πως ακόμα και το πιο μικρό πλάσμα, όταν χάνεται, αφήνει μια πληγή στην πλάση. ΠΟΙΗΜΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΨΕΙΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΨΥΛΛΟΥ Σε κάμαρη ψηλή, σε αρχοντικό, ζούσαν δύο φίλοι, σ’ έναν κόσμο μικρό. Η ψείρα η σεμνή κι ο ψύλλος ο τρανός, μα ήρθε η μοίρα, μαύρος κεραυνός. Στο νερό η ψείρα έπεσε, χάθηκε η ζωή, κι ο ψύλλος εθρήνησε με πικρή φωνή. Η πόρτα εχτύπησε, το ξύλο εράγισε, η σκούπα εσάρωσε, τη σκόνη ετάραξε. Το κάρο ετρακάνησε στην πέτρινη οδό, η κοπριά εφλέχτηκε στο πένθος το βουβό. Η δρυς η αιωνόβια τα φύλλα της πετά, κι η κόρη τη στάμνα της συντρίβει στα σκαλιά. ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η ΛΟΥΙΖΑ ΚΑΙ Ο ΨΥΛΛΟΣ (LOUSE AND FLEA)
ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM
Σε αυτή την ιστορία, ο κόσμος των μικροσκοπικών πλασμάτων γίνεται το σκηνικό μιας παράλογης και κλιμακούμενης καταστροφής. Μια λουίζα (ψείρα) και ένας ψύλλος ζούσαν μαζί και έβραζαν μπίρα σε ένα τσόφλι αυγού. Ξαφνικά, η λουίζα έπεσε μέσα στο τσόφλι και κάηκε. Τότε ο ψύλλος άρχισε να θρηνεί με δυνατές κραυγές.
Η πόρτα του δωματίου ρώτησε: «Ψύλλε, γιατί κλαις;». Όταν έμαθε την αιτία, η πόρτα άρχισε να τρίζει από τη λύπη της. Μια σκούπα στη γωνία ρώτησε την πόρτα και, μόλις έμαθε τα νέα, άρχισε να σκουπίζει μανιασμένα. Ένα καροτσάκι άρχισε να τρέχει, μια κοπριά άρχισε να καίγεται, ένα δέντρο άρχισε να τινάζει τα φύλλα του, και μια πηγή άρχισε να αναβλύζει ορμητικά.
Όταν ένα κορίτσι πήγε στην πηγή με το σταμνί του, η πηγή της είπε: «Η λουίζα κάηκε, ο ψύλλος κλαίει, η πόρτα τρίζει, η σκούπα σκουπίζει, το καρότσι τρέχει, η κοπριά καίγεται, το δέντρο τινάζεται, και γι' αυτό κι εγώ αναβλύζω!». Το κορίτσι, τρομοκρατημένο, έσπασε το σταμνί του. Τότε το νερό της πηγής θέριεψε τόσο πολύ, που παρέσυρε το κορίτσι, το δέντρο, την κοπριά, το καρότσι, τη σκούπα, την πόρτα, τον ψύλλο και τη λουίζα, πνίγοντάς τα όλα μαζί.
Η ιστορία αυτή, μέσα από την επαναλαμβανόμενη δομή της, αποτελεί μια ειρωνική αλληγορία για το πώς ένα μικρό, ασήμαντο γεγονός μπορεί να προκαλέσει μια αλυσίδα αντιδράσεων που οδηγεί στην ολοκληρωτική καταστροφή, υπενθυμίζοντας την ευθραυστότητα της ισορροπίας του κόσμου.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου