Σελίδες

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Ο ΑΛΗ ΜΠΑΜΠΑ ΚΙ ΟΙ ΣΑΡΑΝΤΑ ΚΛΕΦΤΕΣ

Ο Βασιλιάς, ανυπομονούσε να ακούσει τη νεα ιστορία, η Σεχραζάντ συνέχισε



ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΔΕΛΦΩΝ ΣΤΗΝ ΠΕΡΣΙΑ

Σε μια αρχαία και πολυάνθρωπη πόλη της Περσίας, στην καρδιά της Ανατολής, ζούσαν δύο αδελφοί, ο Κασίμ και ο Αλή Μπαμπά. Ο πατέρας τους ήταν ένας άνθρωπος της μέσης τάξης, που με τον τίμιο ιδρώτα του είχε καταφέρει να τους αφήσει μια μικρή κληρονομιά, μοιρασμένη εξίσου και δίκαια ανάμεσά τους.

Όμως, η μοίρα, που συχνά παίζει παιχνίδια με τις ζωές των θνητών, οδήγησε τα βήματά τους σε δρόμους εντελώς διαφορετικούς.

Ο Κασίμ, ο μεγαλύτερος, ήταν ένας άνθρωπος με πνεύμα ανήσυχο και καρδιά στραμμένη στα εγκόσμια μεγαλεία. Δεν άργησε να παντρευτεί μια γυναίκα που η ομορφιά της συνοδευόταν από μια τεράστια περιουσία. Με την προίκα της συζύγου του και την πονηριά του στο εμπόριο, ο Κασίμ έγινε σύντομα ένας από τους πιο ισχυρούς άνδρες της αγοράς. Το αρχοντικό του ήταν στολισμένο με σπάνια μάρμαρα, οι αποθήκες του ξεχείλιζαν από μπαχαρικά, μετάξια και πολύτιμα μέταλλα, και το όνομά του προφερόταν με σεβασμό στα συμβούλια των εμπόρων. Ζούσε μια ζωή μέσα στις ανέσεις, τρώγοντας από ασημένια πιάτα και κοιμώμενος σε στρώματα από πούπουλα.

Στην αντίπερα όχθη, ο Αλή Μπαμπά επέλεξε μια ζωή ταπεινή, ίσως από ανάγκη, ίσως από την ίδια του την αγαθή φύση. Παντρεύτηκε μια γυναίκα τόσο φτωχή όσο και ο ίδιος, και το σπιτικό τους ήταν μια μικρή, πλινθόκτιστη καλύβα στις παρυφές της πόλης. Η μοναδική του περιουσία ήταν τρία γέρικα γαϊδούρια, και η μοναδική του τέχνη ήταν αυτή του ξυλοκόπου. Κάθε μέρα, πριν ακόμα ο ήλιος προλάβει να διώξει τη δροσιά της νύχτας, ο Αλή Μπαμπά ξεκινούσε για τα δάση που κάλυπταν τους γύρω λόφους. Εκεί, κάτω από τον καυτό ήλιο ή τη βροχή, έκοβε ξύλα, τα έδενε προσεκτικά και τα φόρτωνε στα ζώα του για να τα πουλήσει στην αγορά. Τα λίγα νομίσματα που κέρδιζε έφταναν ίσα-ίσα για να μην πεινάσει η οικογένειά του, όμως η ψυχή του ήταν γεμάτη με μια γαλήνη που ο αδελφός του δεν γνώρισε ποτέ.

Η ΜΟΙΡΑΙΑ ΗΜΕΡΑ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ ΚΑΙ Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΛΗΣΤΩΝ

Μια μέρα, ο Αλή Μπαμπά αποφάσισε να προχωρήσει πιο βαθιά στο δάσος, σε ένα μέρος όπου τα δέντρα ήταν πιο γέρικα και το ξύλο τους πιο γερό. Είχε μόλις αρχίσει να δουλεύει με το τσεκούρι του, όταν ένας παράξενος, υπόκωφος θόρυβος διέκοψε τη σιωπή της φύσης. Ήταν ένας ρυθμικός χτύπος, σαν χιλιάδες πέταλα αλόγων που χτυπούσαν το σκληρό χώμα. Η σκόνη που σηκώθηκε στον ορίζοντα του φανέρωσε πως μια μεγάλη ομάδα ιππέων πλησίαζε με ταχύτητα προς το μέρος του.




Ο φόβος φώλιασε στην καρδιά του ξυλοκόπου. Εκείνα τα χρόνια, οι δρόμοι ήταν γεμάτοι ληστές που δεν δίσταζαν να σκοτώσουν για ένα ζευγάρι παπούτσια. Χωρίς να χάσει χρόνο, ο Αλή Μπαμπά οδήγησε τα τρία γαϊδούρια του σε μια πυκνή ρεματιά, τα έδεσε γερά και ο ίδιος σκαρφάλωσε σε ένα τεράστιο δέντρο που φύτρωνε ακριβώς απέναντι από έναν απόκρημνο, λείο βράχο. Το δέντρο είχε τόσο πυκνό φύλλωμα Ο Κασίμ, παγιδευμένος ανάμεσα σε βουνά από χρυσάφι που τώρα έμοιαζαν με πέτρινα δεσμά, ένιωθε τον χρόνο να κυλά εναντίον του. Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε, η αγωνία του μεγάλωνε. Το μυαλό του είχε γίνει ένας λαβύρινθος όπου η λέξη «Σουσάμι» είχε χαθεί οριστικά. Περιφερόταν στις γωνίες της σπηλιάς, σκοντάφτοντας πάνω στα σεντούκια που ο ίδιος είχε στοιβάξει στην είσοδο, ενώ η ανάσα του έβγαινε σπασμωδική και καυτή.Ο ιδρώτας έτρεχε στο μέτωπό του. Σκεφτόταν πως αν κατέβαινε και οι ληστές έβγαιναν ξαφνικά, η ζωή του δεν θα άξιζε ούτε μια δεκάρα. Πέρασε αρκετή ώρα —ώρες που στον ξυλοκόπο φάνηκαν αιώνες— μέχρι που ο βράχος άνοιξε ξανά. Οι σαράντα ληστές βγήκαν έξω, αυτή τη φορά με τα δισάκια τους άδεια και τα πρόσωπά τους πιο χαλαρά. Ο αρχηγός στάθηκε πάλι μπροστά στην είσοδο και διέταξε:

«Σουσάμι, κλείσε!»

Η πέτρα σφραγίστηκε και πάλι, χωρίς να αφήσει ούτε ίχνος χαραμάδας. Οι ληστές ανέβηκαν στα άλογά τους και χάθηκαν μέσα στο δάσος, αφήνοντας πίσω τους μόνο τη σκόνη και έναν άνθρωπο που η ζωή του είχε μόλις αλλάξει για πάντα.

Ο Αλή Μπαμπά κατέβηκε από το δέντρο με τρεμάμενα γόνατα. Η περιέργειά του ήταν ένας δαίμονας που τον έσπρωχνε προς τον βράχο. Πλησίασε την πέτρα, την άγγιξε με τις παλάμες του και, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, επανέλαβε τις λέξεις που είχαν χαραχτεί στη μνήμη του:

«Σουσάμι, άνοιξε!»


Μόλις ο Αλή Μπαμπά πρόφερε τις μαγικές λέξεις, η πέτρινη πύλη υποχώρησε με έναν ήχο που έμοιαζε με μακρινή βροντή, αποκαλύπτοντας ένα πέρασμα που δεν οδηγούσε σε μια σκοτεινή και υγρή σπηλιά, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά σε μια τεράστια, θολωτή αίθουσα. Το φως έμπαινε από ψηλά, μέσα από στρατηγικά τοποθετημένες χαραμάδες στον βράχο, και αντανακλούσε πάνω σε επιφάνειες που άστραφταν τόσο δυνατά, που ο ξυλοκόπος χρειάστηκε να τρίψει τα μάτια του για να βεβαιωθεί πως δεν ονειρευόταν.

Ο ΜΑΓΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΠΗΛΙΑΣ

Ο Αλή Μπαμπά δρασκέλισε το κατώφλι με την καρδιά να χτυπά στον ρυθμό ενός τυμπάνου. Μόλις μπήκε μέσα, η πόρτα έκλεισε πίσω του αυτόματα, αλλά ο φόβος του υποχώρησε μπροστά στο μεγαλείο που αντίκρισε. Η αίθουσα ήταν γεμάτη από τα λάφυρα αμέτρητων χρόνων ληστείας.

  • Τα υφάσματα και τα χαλιά: Στις γωνίες της σπηλιάς υπήρχαν σωροί από μεταξωτά υφάσματα, μπροκάρ κεντημένα με χρυσή κλωστή και βελούδα σε χρώματα που ο Αλή Μπαμπά δεν ήξερε καν ότι υπήρχαν. Βαριά χαλιά από το Ισπαχάν και την Τιφλίδα ήταν τυλιγμένα και στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο, αναδύοντας μια βαριά μυρωδιά από μαλλί και σπάνιες βαφές.

  • Τα ασημικά και τα σκεύη: Πιο πέρα, πάνω σε τραπέζια από έβενο, βρίσκονταν ασημένιοι δίσκοι, κύπελλα στολισμένα με σμάλτο και κανάτες από καθαρό ασήμι που είχαν κλαπεί από τα παλάτια των πιο πλούσιων εμπόρων της Ανατολής.

  • Οι πολύτιμοι λίθοι: Μέσα σε ανοιχτά σεντούκια από φίλντισι, ο Αλή Μπαμπά είδε βουνά από μαργαριτάρια που έμοιαζαν με παγωμένες σταγόνες του φεγγαριού, ρουμπίνια κατακόκκινα σαν τη φωτιά και σμαράγδια που άστραφταν με ένα βαθύ πράσινο χρώμα, σαν το φύλλωμα του δάσους μετά τη βροχή.

Το πιο εντυπωσιακό όμως ήταν το δάπεδο της σπηλιάς. Δεν υπήρχε χώμα, αλλά ένας απέραντος ωκεανός από χρυσά νομίσματα. Φλουριά από κάθε βασίλειο, παλιά και νέα, ήταν χυμένα σε τεράστιους σωρούς, σχηματίζοντας λόφους από χρυσάφι. Ο Αλή Μπαμπά περπάτησε ανάμεσά τους και ο ήχος του χρυσού που τρίβονταν κάτω από τα πόδια του ήταν η πιο μεθυστική μουσική που είχε ακούσει ποτέ.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ ΞΥΛΟΚΟΠΟΥ

Για μια στιγμή, ο Αλή Μπαμπά στάθηκε σκεπτικός. Η συνείδησή του, καθαρή σαν κρύσταλλο, αναρωτήθηκε αν ήταν σωστό να αγγίξει αυτά τα πλούτη. Όμως γρήγορα συλλογίστηκε πως αυτά τα χρήματα δεν ανήκαν πια στους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι πιθανότατα είχαν χαθεί από τα σπαθιά των ληστών. Αν τα άφηνε εκεί, θα συνέχιζαν να χρηματοδοτούν το έγκλημα. Παίρνοντας λίγα από αυτά, θα μπορούσε να σώσει την οικογένειά του από την αιώνια πείνα.

Με γρήγορες κινήσεις, έτρεξε έξω από τη σπηλιά, έφερε τα τρία γαϊδούρια του στην είσοδο και τα οδήγησε μέσα. Άρχισε να γεμίζει τα δερμάτινα σακιά του, όχι με τα κοσμήματα ή τα βαριά ασημικά —καθώς αυτά θα κινούσαν αμέσως υποψίες στην αγορά— αλλά μόνο με χρυσά νομίσματα. Τα σακιά έγιναν τόσο βαριά που τα ζώα λύγισαν για λίγο κάτω από το βάρος τους.

Για να κρύψει τον θησαυρό από τα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών ή των φρουρών στην πύλη της πόλης, ο Αλή Μπαμπά έκοψε μερικά ακόμα κλαδιά και ξύλα. Τα τοποθέτησε με τέτοια τέχνη πάνω από τα σακιά, ώστε από μακριά να φαίνεται πως μετέφερε το συνηθισμένο, φτωχικό του εμπόρευμα.

Όταν όλα ήταν έτοιμα, στάθηκε στην έξοδο και, με ένα τελευταίο βλέμμα στο εσωτερικό του βουνού, ψιθύρισε:

«Σουσάμι, κλείσε!»

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Ο δρόμος της επιστροφής ήταν γεμάτος αγωνία. Κάθε φορά που ένα πουλί πετούσε ξαφνικά από έναν θάμνο, ο Αλή Μπαμπά έπιανε το τσεκούρι του, φοβούμενος πως οι ληστές επέστρεφαν. Τα γαϊδούρια προχωρούσαν αργά, και κάθε βήμα τους πάνω στις πέτρες έκανε τα χρυσά φλουριά να κουδουνίζουν μέσα στα σακιά, ένας ήχος που στον ξυλοκόπο φαινόταν τόσο δυνατός όσο οι καμπάνες ενός ναού.

Πλησιάζοντας στα τείχη της πόλης, προσπάθησε να πάρει μια έκφραση ήρεμη και αδιάφορη. Χαιρέτησε τους φρουρούς στην πύλη με το συνηθισμένο του νεύμα και πέρασε μέσα από τα στενά σοκάκια, αποφεύγοντας τις μεγάλες αγορές όπου σύχναζε ο αδελφός του ο Κασίμ.

Όταν επιτέλους έφτασε στην πόρτα της καλύβας του, ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει να γέρνει προς τη δύση, βάφοντας τον ουρανό με χρώματα που του θύμιζαν τον χρυσό της σπηλιάς. Ξεφόρτωσε τα ζώα του με τρεμάμενα χέρια και φώναξε τη γυναίκα του να έρθει κοντά, με μια φωνή που έτρεμε από τη συγκίνηση και τον φόβο.

Μόλις ο Αλή Μπαμπάς βρέθηκε με ασφάλεια μέσα στην περίκλειστη αυλή του σπιτιού του, έσυρε τη βαριά ξύλινη αμπαριά στην εξώπορτα, νιώθοντας την καρδιά του να χτυπά ακόμα σαν τρελή. Η σύζυγός του, η οποία τον περίμενε με την ανησυχία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της —καθώς η ώρα είχε περάσει και το δείπνο τους, ένα απλό μπολ με χυλό, είχε ήδη κρυώσει— έτρεξε κοντά του.

«Αλή Μπαμπά», φώναξε, «γιατί τέτοια βιασύνη; Γιατί κλειδώνεις τις πόρτες λες και μας κυνηγούν οι δαίμονες; Και τι είναι αυτό το ασυνήθιστο βάρος που κουβαλούν τα καημένα τα ζώα;»

Ο ξυλοκόπος δεν άρθρωσε λέξη. Άρχισε να παραμερίζει τα κλαδιά και τα κούτσουρα με κινήσεις νευρικές, μέχρι που τα δερμάτινα σακιά φάνηκαν κάτω από το φως του δειλινού. Με μια απότομη κίνηση, έλυσε το σκοινί του πρώτου σακιού και το αναποδογύρισε στο κέντρο του δωματίου.


Η ΕΚΠΛΗΞΗ ΤΗΣ ΣΥΖΥΓΟΥ

Ένας καταρράκτης από χρυσά φλουριά ξεχύθηκε στο δάπεδο, σχηματίζοντας έναν λόφο που έλαμπε στο ημίφως. Η γυναίκα του έμεινε άναυδη. Τα μάτια της οργίωσαν και τα χέρια της ανέβηκαν στο στόμα της για να πνίξουν μια κραυγή τρόμου.

«Άνδρα μου!» ψιθύρισε με τρεμάμενη φωνή. «Μήπως έχασες τα λογικά σου; Μήπως... μήπως λήστεψες κάποιον ευγενή ή, ο Θεός να φυλάει, κάποιο ιερό μέρος; Αυτός ο πλούτος θα μας οδηγήσει στην αγχόνη!»

Ο Αλή Μπαμπάς την κράτησε από τους ώμους για να την ηρεμήσει. «Μη φοβάσαι, καλή μου γυναίκα. Δεν υπάρχει αίμα αθώων πάνω σε αυτά τα νομίσματα. Είναι τα λάφυρα των σαράντα ληστών, που ρημάζουν τα καραβάνια της ερήμου. Η τύχη με οδήγησε στο κρησφύγετό τους και πήρα μόνο ένα μικρό μέρος από όσα έχουν κλέψει από τον κόσμο. Αυτά τα χρήματα είναι πια δικά μας, ένα δώρο από τον ουρανό για τα χρόνια της υπομονής μας».

Η γυναίκα, ακούγοντας την ιστορία για τη μαγική σπηλιά και το «Σουσάμι, άνοιξε», άρχισε σιγά-σιγά να συνέρχεται από το σοκ. Η φτώχεια ετών φάνηκε να διαλύεται μπροστά στη θέα του χρυσού. Άπλωσε τα χέρια της και άρχισε να χαϊδεύει τα νομίσματα, νιώθοντας την ψυχρή, στιλπνή επιφάνειά τους.

«Πρέπει να τα μετρήσουμε!» αναφώνησε ξαφνικά. «Πρέπει να ξέρουμε πόσες χιλιάδες είναι, για να ξέρουμε πώς θα τα ξοδέψουμε χωρίς να μας καταλάβουν».

«Είσαι ανόητη;» αποκρίθηκε ο Αλή Μπαμπάς. «Αν αρχίσουμε να μετράμε ένα-ένα αυτά τα φλουριά, δεν θα τελειώσουμε ούτε σε τρία μερόνυχτα. Και ο ήχος τους θα ακουστεί στους γείτονες. Θα ανοίξω έναν λάκκο κάτω από το πάτωμα της αποθήκης και θα τα θάψουμε εκεί. Θα παίρνουμε μόνο όσα χρειαζόμαστε για να ζούμε με αξιοπρέπεια».

Όμως εκείνη, παρασυρμένη από μια πρωτόγνωρη επιθυμία να ορίσει τον πλούτο της, επέμενε. «Θέλω τουλάχιστον να ξέρω τον όγκο τους. Θα πάω στη νύφη μας, τη γυναίκα του Κασίμ, να δανειστώ ένα σκεύος μέτρησης σιτηρών, ένα "κασί". Θα το κάνω στα γρήγορα, θα μετρήσω πόσα γεμίσματα είναι ο θησαυρός και θα της το επιστρέψω πριν καν το καταλάβει».


ΤΟ ΤΕΧΝΑΣΜΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΤΟΥ ΚΑΣΙΜ

Η σύζυγος του Αλή Μπαμπά έτρεξε στο αρχοντικό του Κασίμ. Η γυναίκα του Κασίμ, μια γυναίκα που η καρδιά της ήταν σκληρή και το μυαλό της πάντα στραμμένο στην καχυποψία, παραξενεύτηκε βλέποντας τη φτωχή συγγενή της τέτοια ώρα.

«Τι μπορεί να θέλεις να μετρήσεις εσύ, που δεν έχεις ούτε αλεύρι για την αυριανή πίτα;» σκέφτηκε με περιφρόνηση. Όμως, αντί να αρνηθεί, αποφάσισε να ικανοποιήσει την περιέργειά της με μια πονηριά.

«Βεβαίως, αγαπητή μου, πάρε το σκεύος», της είπε με ένα ψεύτικο χαμόγελο. Πήγε στην κουζίνα και, πριν της το παραδώσει, άλειψε κρυφά τον εσωτερικό πάτο του σκεύους με λίγο λαρδί και κερί, φροντίζοντας να είναι κολλώδες αλλά να μη φαίνεται με το μάτι. «Αν μετρήσει σιτάρι ή κριθάρι, κάποιος σπόρος θα κολλήσει και θα μάθω τι σκαρώνουν οι φτωχοί», συλλογίστηκε.

Η γυναίκα του Αλή Μπαμπά επέστρεψε βιαστικά και άρχισε το έργο της. Γέμιζε το σκεύος μέχρι πάνω με τον χρυσό, το άδειαζε στον λάκκο που άνοιγε ο άνδρας της και σημείωνε στον τοίχο με μια γραμμή κάθε γέμισμα. Όταν τελείωσε, ήταν γεμάτη ικανοποίηση. Έτρεξε πίσω στο σπίτι του Κασίμ, παρέδωσε το σκεύος και ευχαρίστησε τη νύφη της, χωρίς να προσέξει πως στον πάτο, κολλημένο γερά πάνω στο λίπος, βρισκόταν ένα χρυσό φλουρί, ολοκαίνουργιο και βαρύ.


Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΚΑΙ Η ΖΗΛΙΑ

Μόλις η γυναίκα του Κασίμ έμεινε μόνη, έστρεψε το σκεύος προς το φως του λυχναριού. Όταν είδε τη λάμψη του χρυσού, το πρόσωπό της παραμορφώθηκε από μια μείξη έκπληξης και μίσους.

«Χρυσάφι!» ούρλιαξε σιγανά. «Ο Αλή Μπαμπάς, ο ζητιάνος, ο ξυλοκόπος, έχει τόσο χρυσάφι που δεν το μετράει με τα χέρια, αλλά με το "κασί"; Από πού; Πώς;»

Η ζήλια άρχισε να καίει τα σωθικά της. Περίμενε τον Κασίμ να επιστρέψει από την αγορά, περπατώντας πάνω-κάτω σαν πληγωμένο αγρίμι. Όταν εκείνος μπήκε, κουρασμένος από τις δοσοληψίες της ημέρας, εκείνη δεν του πρόσφερε νερό, αλλά του πέταξε το φλουρί στο πρόσωπο.

«Νομίζεις πως είσαι ο πλούσιος της οικογένειας, Κασίμ;» του είπε με φωνή που έσταζε δηλητήριο. «Ο αδελφός σου, που τον περιφρονείς, έχει θησαυρούς που εσύ ούτε στα όνειρά σου δεν είδες. Πήγαινε να τον βρεις και μάθε πού κρύβει τα πλούτη του, γιατί αλλιώς δεν θα έχω ησυχία ούτε εγώ, ούτε εσύ!»

Ο Κασίμ, ο οποίος αγαπούσε το χρυσάφι περισσότερο από την ίδια του την ψυχή, ένιωσε έναν παγερό φόβο να τον κυριεύει. Η σκέψη πως ο αδελφός του τον είχε ξεπεράσει σε πλούτο ήταν για εκείνον χειρότερη από τον θάνατο.

Μόλις ο Κασίμ αντίκρισε το χρυσό φλουρί, ο ύπνος χάθηκε από τα μάτια του. Όλη τη νύχτα στριφογύριζε στο μεταξωτό του στρώμα, νιώθοντας τη ζήλια να του καίει τα σωθικά σαν πυρωμένο σίδερο. Η σκέψη πως ο αδελφός του, ο «τιποτένιος» ξυλοκόπος, κατείχε πλούτη που μετρούνταν με το σκεύος, τον έκανε να νιώθει φτωχός μέσα στα ίδια του τα μεγαλεία.

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΚΑΙ Ο ΕΚΒΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΣΙΜ

Με το πρώτο φως της αυγής, ο Κασίμ σηκώθηκε, ντύθηκε βιαστικά και έτρεξε στο σπίτι του Αλή Μπαμπά. Χτύπησε την πόρτα με τέτοια δύναμη, που ο ξυλοκόπος πετάχτηκε έντρομος από το κρεβάτι του. Μόλις άνοιξε, ο Κασίμ όρμησε μέσα στην αυλή χωρίς να περιμένει πρόσκληση.

«Αλή Μπαμπά!» φώναξε με φωνή που έτρεμε από την καταπιεσμένη οργή. «Παριστάνεις τον ταπεινό και τον ακτήμονα, ενώ την ίδια στιγμή ζυγίζεις το χρυσάφι σου σαν να είναι κριθάρι! Μη μου πεις ψέματα, γιατί η γυναίκα μου βρήκε αυτό στον πάτο του σκεύους που δανείστηκες!» Και του έδειξε το φλουρί που είχε κολλήσει στο κερί.

Ο Αλή Μπαμπά, βλέποντας πως το μυστικό του είχε προδοθεί από την ίδια του την αφέλεια, ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται. Κατάλαβε πως η άρνηση θα ήταν μάταιη και επικίνδυνη. «Αδελφέ μου», είπε χαμηλόφωνα, προσπαθώντας να τον καλμάρει, «είναι αλήθεια πως η τύχη μου χαμογέλασε. Δεν ήθελα να σου το κρύψω από κακία, αλλά από φόβο. Θα σου δώσω το μερίδιο που σου αναλογεί, αρκεί να μείνει αυτό το μυστικό ανάμεσά μας, γιατί οι ληστές που το κατείχαν είναι αδίστακτοι».

Όμως ο Κασίμ δεν ήθελε μερίδια. Ήθελε την πηγή. «Δεν θέλω το έλεός σου!» ούρλιαξε. «Θέλω να μου πεις πού είναι αυτό το μέρος και πώς μπαίνει κανείς μέσα. Αν δεν μου το αποκαλύψεις τώρα, θα πάω αμέσως στον Βαλή και στον δικαστή και θα σε καταγγείλω ως κλεπταποδόχο. Τότε θα χάσεις όχι μόνο τον χρυσό, αλλά και το κεφάλι σου!»

Ο Αλή Μπαμπά, πνιγμένος από τον φόβο για την οικογένειά του και την απειλή του αδελφού του, υπέκυψε. Του περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια τη διαδρομή στο δάσος, τον γυμνό βράχο που δεν είχε καμία χαραμάδα και, το κυριότερο, τις μαγικές λέξεις που ξεκλείδωναν τη μοίρα: «Σουσάμι, άνοιξε» και «Σουσάμι, κλείσε».

Η ΑΠΛΗΣΤΙΑ ΤΟΥ ΚΑΣΙΜ ΚΑΙ Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ

Ο Κασίμ, χωρίς να πει ούτε ένα ευχαριστώ, έφυγε τρέχοντας. Στο μυαλό του είχε ήδη καταστρώσει το σχέδιό του. Δεν θα πήγαινε με τρία γαϊδούρια όπως ο ανόητος αδελφός του. Ετοίμασε δέκα μουλάρια, τα οποία φόρτωσε με τεράστια, άδεια πανέρια, αποφασισμένος να αδειάσει τη σπηλιά από κάθε νόμισμα και κάθε πολύτιμο λίθο.

Ξεκίνησε για το δάσος, οδηγώντας τα ζώα του με βιασύνη. Κάθε λεπτό που περνούσε του φαινόταν χαμένο. Καθώς προχωρούσε ανάμεσα στα δέντρα, ο εσωτερικός του μονόλογος ήταν μια καταιγίδα απληστίας: «Θα πάρω πρώτα τα διαμάντια», σκεφτόταν, «μετά τον χρυσό. Θα χτίσω ένα παλάτι μεγαλύτερο από του Σουλτάνου. Θα φοράω ρούχα από καθαρό μετάξι και θα με τρέμουν όλοι στην αγορά».

Όταν επιτέλους έφτασε μπροστά στον γυμνό βράχο, η ανάσα του ήταν βαριά. Στάθηκε μπροστά στην πέτρινη επιφάνεια και, με τη φωνή ενός ανθρώπου που νομίζει πως ο κόσμος του ανήκει, πρόφερε τη λέξη:

«Σουσάμι, άνοιξε!»

ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΘΗΣΑΥΡΟΦΥΛΑΚΙΟ: Η ΘΟΛΩΣΗ ΤΟΥ ΝΟΥ

Ο βράχος υπάκουσε και ο Κασίμ όρμησε μέσα πριν καν ανοίξει τελείως η πύλη. Μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω του, έμεινε για λίγο εμβρόντητος. Ο πλούτος που αντίκρισε ξεπερνούσε κάθε περιγραφή του Αλή Μπαμπά. Τα μάτια του έλαμψαν από μια αρρωστημένη χαρά.

Άρχισε να τρέχει από σωρό σε σωρό, χάνοντας κάθε αίσθηση του χρόνου και του μέτρου. Βύθιζε τα χέρια του στα χρυσά φλουριά, άφηνε τα μαργαριτάρια να κυλούν πάνω στο πρόσωπό του και φώναζε από έκσταση. Ξέχασε τα μουλάρια που περίμεναν έξω, ξέχασε την προσοχή που έπρεπε να έχει. Άρχισε να στοιβάζει τα πιο βαριά σεντούκια κοντά στην είσοδο, μοχθώντας και ιδρώνοντας, με το μυαλό του να οργιάζει από την επιθυμία της κατοχής.

Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ

Όταν πια είχε μαζέψει τόσο πλούτο που ούτε εκατό μουλάρια δεν θα μπορούσαν να σηκώσουν, αποφάσισε να βγει για να αρχίσει το φόρτωμα. Στάθηκε μπροστά στον κλειστό βράχο, σίγουρος και αλαζόνας. Όμως, η ίδια η απληστία που τον είχε τυφλώσει, άρχισε να διαβρώνει τη μνήμη του.

«Κριθάρι, άνοιξε!» φώναξε με σιγουριά. Ο βράχος δεν κουνήθηκε ούτε ένα χιλιοστό. Ο Κασίμ ξαφνιάστηκε. Μια μικρή σταγόνα κρύου ιδρώτα κύλησε στο μέτωπό του. «Τι είπα; Α, ναι... Σιτάρι, άνοιξε!» Η σιωπή της σπηλιάς ήταν η μόνη απάντηση. «Βρώμη, άνοιξε! Σίκαλη, άνοιξε! Σπόρε, άνοιξε!»

Ο Κασίμ άρχισε να φωνάζει με απόγνωση όλα τα ονόματα των καρπών και των δημητριακών που γνώριζε. Το μυαλό του ήταν γεμάτο από τις συναλλαγές της αγοράς, αλλά η απλή λέξη «Σουσάμι» είχε σβηστεί λες και δεν υπήρξε ποτέ. Ο τρόμος άρχισε να τον πνίγει. Έτρεχε πάνω-κάτω στη σπηλιά, χτυπώντας το κεφάλι του στους τοίχους, ενώ ο χρυσός γύρω του άρχισε να μοιάζει με τις πλάκες ενός τάφου.

Ήταν πια δέσμιος του ίδιου του του πλούτου.



Ο Κασίμ, παγιδευμένος ανάμεσα σε βουνά από χρυσάφι που τώρα έμοιαζαν με πέτρινα δεσμά, ένιωθε τον χρόνο να κυλά εναντίον του. Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε, η αγωνία του μεγάλωνε. Το μυαλό του είχε γίνει ένας λαβύρινθος όπου η λέξη «Σουσάμι» είχε χαθεί οριστικά. Περιφερόταν στις γωνίες της σπηλιάς, σκοντάφτοντας πάνω στα σεντούκια που ο ίδιος είχε στοιβάξει στην είσοδο, ενώ η ανάσα του έβγαινε σπασμωδική και καυτή.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΣΑΡΑΝΤΑ ΛΗΣΤΩΝ

Ενώ ο Κασίμ πάλευε με τις σκιές και τη λήθη του, στο βάθος του δάσους ακούστηκε ξανά ο γνώριμος, υπόκωφος καλπασμός. Οι σαράντα ληστές επέστρεφαν από μια ακόμη επιδρομή, με τα άλογά τους να αφρίζουν και τις σέλες τους φορτωμένες με νέα λάφυρα.

Πλησιάζοντας στον βράχο, ο αρχηγός τράβηξε τα χαλινάρια του αλόγου του τόσο απότομα, που το ζώο σηκώθηκε στα πισινά του πόδια. Τα μάτια του, έμπειρα στο να διακρίνουν την παραμικρή αλλαγή στο τοπίο, έπεσαν πάνω στα δέκα μουλάρια του Κασίμ, που ήταν δεμένα στους θάμνους και περίμεναν υπομονετικά τον κύριό τους.

«Σταματήστε!» βρόντηξε η φωνή του αρχηγού. «Μας πρόδωσαν! Κάποιος ανακάλυψε το κρησφύγετό μας και βρίσκεται ήδη μέσα».

Οι ληστές ξεπέζεψαν αμέσως, τραβώντας τα σπαθιά τους από τα θηκάρια. Ο ήχος του μετάλλου που έβγαινε από το δέρμα αντήχησε απειλητικά στη σιωπή του δάσους. Ο αρχηγός, με το πρόσωπο παραμορφωμένο από τη δολοφονική οργή, στάθηκε μπροστά στην πέτρα.

«Σουσάμι, άνοιξε!»

Η ΜΟΙΡΑΙΑ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ

Μέσα στη σπηλιά, ο Κασίμ άκουσε τη μαγική λέξη. Η ελπίδα φώτισε για μια στιγμή το πρόσωπό του —πίστεψε πως αν ορμούσε έξω με ορμή, θα κατάφερνε να ξεφύγει ανάμεσα από τους εισβολείς. Μόλις ο βράχος άρχισε να παραμερίζει, ο Κασίμ έτρεξε προς το φως με όση δύναμη του είχε απομείνει, πέφτοντας με το σώμα του πάνω στην πέτρα που ακόμα άνοιγε.

Όμως, δεν βρέθηκε στην ελευθερία. Βρέθηκε αντιμέτωπος με σαράντα διψασμένα για αίμα σπαθιά. Πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη, πριν προλάβει να ζητήσει έλεος ή να εξηγήσει την παρουσία του, ο αρχηγός των ληστών τον χτύπησε με μια τρομερή σπαθιά. Ο Κασίμ έπεσε νεκρός στο κατώφλι της σπηλιάς, πληρώνοντας με τη ζωή του το τίμημα της απληστίας του.

Οι ληστές μπήκαν μέσα και είδαν τα σεντούκια που είχε ετοιμάσει ο Κασίμ για να κλέψει. Κατάλαβαν πως ο εισβολέας δεν ήταν ένας τυχαίος περαστικός, αλλά κάποιος που γνώριζε το μυστικό τους.

«Πρέπει να δώσουμε ένα μάθημα σε όποιον άλλον τολμήσει να πλησιάσει», είπε ο αρχηγός με φωνή παγερή. Διέταξε τους άνδρες του να κόψουν το σώμα του Κασίμ σε τέσσερα κομμάτια. Έπειτα, τα κρέμασαν μέσα στη σπηλιά, δύο από τη μια πλευρά της εισόδου και δύο από την άλλη, ως ένα μακάβριο προειδοποιητικό σημάδι για οποιονδήποτε μελλοντικό επισκέπτη.

Αφού τακτοποίησαν τα δικά τους λάφυρα και πήραν μαζί τους τα δέκα μουλάρια του Κασίμ, βγήκαν έξω, σφράγισαν τη σπηλιά και έφυγαν πάλι, πιστεύοντας πως το μυστικό τους ήταν πλέον ασφαλές πίσω από τη θέα του θανάτου.

Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΗΣ ΧΗΡΑΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΛΗ ΜΠΑΜΠΑ

Πίσω στην πόλη, η νύχτα πέρασε βασανιστικά για τη γυναίκα του Κασίμ. Καθώς το ξημέρωμα πλησίαζε και ο άνδρας της δεν φαινόταν πουθενά, η περηφάνια της διαλύθηκε. Έτρεξε στο σπίτι του Αλή Μπαμπά και, με δάκρυα στα μάτια, του εξομολογήθηκε την ανησυχία της.

Ο Αλή Μπαμπά, παρόλο που ήξερε τον κίνδυνο, δεν μπορούσε να αφήσει την οικογένειά του στη δυστυχία. Πήρε τα τρία γαϊδούρια του και ξεκίνησε για το δάσος. Η καρδιά του ήταν βαριά σαν πέτρα. Όταν έφτασε στη σπηλιά και πρόφερε τις λέξεις, η θέα που αντίκρισε τον έκανε να λυγίσει. Βρήκε τα λείψανα του αδελφού του να κρέμονται στους τοίχους της σπηλιάς, ανάμεσα στο χρυσάφι και τα μετάξια.

Με πονεμένη καρδιά και τρεμάμενα χέρια, ο Αλή Μπαμπά κατέβασε τα κομμάτια του αδελφού του. Τα τύλιξε προσεκτικά σε καθαρά υφάσματα και τα τοποθέτησε πάνω σε ένα από τα γαϊδούρια του, καλύπτοντάς τα με κλαδιά για να μη φαίνονται. Στα άλλα δύο ζώα φόρτωσε μερικά σακιά χρυσό, σχεδόν χωρίς να το σκέφτεται, και πήρε τον δρόμο της επιστροφής, σκεπτόμενος πώς θα κατάφερνε να κρύψει αυτή την τραγωδία από τον κόσμο και, κυρίως, από τους ληστές.

Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΗΣ ΜΟΡΓΚΙΑΝΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Όταν ο Αλή Μπαμπά έφτασε κρυφά στο σπίτι του Κασίμ, τον υποδέχτηκε η Μοργκιάνα, η πιστή και πανέξυπνη σκλάβα του αδελφού του. Η Μοργκιάνα δεν ήταν μια συνηθισμένη υπηρέτρια. Είχε μυαλό που έκοβε σαν σπαθί και ψυχραιμία που δεν κλονιζόταν από τίποτα.

Μόλις ο Αλή Μπαμπά της αποκάλυψε τη φρικτή αλήθεια και τον κίνδυνο που διέτρεχαν όλοι αν μαθευόταν ο τρόπος του θανάτου του Κασίμ, η Μοργκιάνα πήρε την κατάσταση στα χέρια της.

«Κύριε», είπε στον Αλή Μπαμπά, «μην αφήσεις τη λύπη να σε καταβάλει. Πρέπει να πείσουμε την πόλη πως ο Κασίμ πέθανε από φυσικό θάνατο. Άφησε τα πάντα σε μένα».

Πρώτα, έτρεξε στο φαρμακείο και ζήτησε με δάκρυα στα μάτια ένα σπάνιο φάρμακο, λέγοντας πως ο κύριός της ήταν βαριά άρρωστος. Την επόμενη μέρα ζήτησε ένα ακόμα πιο δυνατό φάρμακο, έτσι ώστε όλοι στη γειτονιά να πιστέψουν πως ο Κασίμ έσβηνε αργά στο κρεβάτι του. Όταν τελικά ανακοίνωσαν τον θάνατό του, κανείς δεν υποψιάστηκε το παραμικρό.

Όμως έμενε το πιο δύσκολο κομμάτι: πώς θα έραβαν το σώμα του Κασίμ ώστε να φαίνεται ακέραιο την ώρα της ταφής;


Η Μοργκιάνα, αφού βεβαιώθηκε πως η γειτονιά είχε πειστεί για την ασθένεια του κυρίου της, έθεσε σε εφαρμογή το πιο παράτολμο μέρος του σχεδίου της. Χρειαζόταν έναν τεχνίτη ικανό να ενώσει τα κομμάτια του σώματος του Κασίμ, αλλά κάποιον που δεν θα γνώριζε ποτέ πού βρέθηκε ή τι ακριβώς έκανε.

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΑ ΜΟΥΣΤΑΦΑ

Πολύ νωρίς το επόμενο πρωί, πριν ακόμα οι πρώτες αχτίδες του ήλιου φωτίσουν τα στενά δρομάκια της πόλης, η Μοργκιάνα κατευθύνθηκε σε μια απομακρυσμένη συνοικία, εκεί όπου οι έμποροι και οι πλούσιοι δεν πάταγαν ποτέ το πόδι τους. Στη γωνία ενός ετοιμόρροπου πανδοχείου, βρήκε τον Μπάμπα Μουστάφα, έναν γέροντα τσαγκάρη που ήταν γνωστός για την εξαιρετική του ικανότητα στο ράψιμο του δέρματος, αλλά και για το γεγονός ότι άνοιγε το εργαστήριό του πριν από όλους τους άλλους.

Ο γέροντας καθόταν στον πάγκο του, προσπαθώντας να περάσει μια κλωστή στη βελόνα του κάτω από το αμυδρό φως ενός λαδιού. Η Μοργκιάνα τον πλησίασε με σταθερό βήμα και του έβαλε στο χέρι ένα χρυσό νόμισμα.

«Καλημέρα σου, Μπάμπα Μουστάφα», είπε χαμηλόφωνα. «Πάρε αυτό το χρυσό φλουρί και ετοιμάσου να με ακολουθήσεις. Όμως, υπάρχει ένας όρος: θα πρέπει να σου δέσω τα μάτια πριν ξεκινήσουμε και δεν θα τα λύσεις μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας».

Ο τσαγκάρης ξαφνιάστηκε. «Κόρη μου», απάντησε με δισταγμό, «μου ζητάς κάτι παράξενο. Η τιμή μου και η υπόληψή μου δεν μου επιτρέπουν να εμπλέκομαι σε σκοτεινές δουλειές. Γιατί να μου δέσεις τα μάτια;»

Η Μοργκιάνα του χαμογέλασε καθησυχαστικά και του έδειξε ένα δεύτερο χρυσό νόμισμα. «Δεν υπάρχει τίποτα παράνομο σε αυτό που ζητώ. Πρόκειται για μια οικογενειακή υπόθεση που απαιτεί απόλυτη μυστικότητα. Η τέχνη σου είναι απαραίτητη και θα πληρωθείς βασιλικά».

Η λάμψη του δεύτερου χρυσού νομίσματος έκαμψε τις αντιστάσεις του γέροντα. Δέχτηκε να του δέσει η Μοργκιάνα ένα μαντήλι σφιχτά γύρω από τα μάτια. Η κοπέλα τον πήρε από το χέρι και άρχισε να τον οδηγεί μέσα από έναν λαβύρινθο από σοκάκια, κάνοντας κύκλους και στρίβοντας επίτηδες σε λάθος στενά, για να χάσει ο γέροντας κάθε αίσθηση προσανατολισμού.

ΤΟ ΜΑΚΑΒΡΙΟ ΕΡΓΟ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Όταν επιτέλους έφτασαν στο αρχοντικό του Κασίμ, η Μοργκιάνα τον οδήγησε από την πίσω πόρτα κατευθείαν στο δωμάτιο όπου βρισκόταν το σώμα. Μόνο τότε του έλυσε το μαντήλι, σε ένα δωμάτιο που φωτιζόταν αμυδρά από ένα και μόνο κερί.

«Μπάμπα Μουστάφα», είπε δείχνοντάς του τα λείψανα του Κασίμ, «πρέπει να ράψεις αυτά τα κομμάτια με τέτοια τέχνη, ώστε όταν το σώμα πλυθεί και τυλιχτεί στο σάβανο, κανείς να μην καταλάβει πως ήταν χωρισμένο. Μην ρωτήσεις τίποτα, απλώς κάνε τη δουλειά σου».

Ο τσαγκάρης, παρόλο που τρόμαξε από το θέαμα, κατάλαβε πως δεν είχε επιστροφή. Έβγαλε τα σύνεργά του, τις γερές κλωστές και τις κυρτές βελόνες του. Δούλευε για ώρες με απίστευτη προσοχή, ενώ η Μοργκιάνα στεκόταν δίπλα του σιωπηλή, προσφέροντάς του φως. Όταν τελείωσε, το σώμα του Κασίμ έμοιαζε και πάλι ακέραιο.

Η Μοργκιάνα, αφού τον ευχαρίστησε και του έδωσε ακόμα ένα φλουρί, του έδεσε ξανά τα μάτια και τον οδήγησε πίσω στο εργαστήριό του με τον ίδιο περίπλοκο τρόπο. Ο Μπάμπα Μουστάφα επέστρεψε στον πάγκο του, σίγουρος μόνο για ένα πράγμα: πως εκείνο το πρωί είχε κερδίσει περισσότερα χρήματα από όσα κέρδιζε σε έναν ολόκληρο χρόνο, αλλά δεν θα μπορούσε ποτέ να βρει το σπίτι όπου τα κέρδισε.


Η ΤΑΦΗ ΚΑΙ Η ΗΡΕΜΙΑ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Μετά την αποχώρηση του τσαγκάρη, ο Αλή Μπαμπά και η Μοργκιάνα έπλυναν το σώμα του Κασίμ με αρωματισμένο νερό και το τύλιξαν σε λευκά σεντόνια. Η κηδεία έγινε την ίδια μέρα. Οι γείτονες, βλέποντας τον Αλή Μπαμπά και τη χήρα του Κασίμ να θρηνούν γοερά, δεν υποψιάστηκαν το παραμικρό. Πίστεψαν πως ο πλούσιος έμπορος πέθανε από την απότομη ασθένεια που τον χτύπησε.

Ο Αλή Μπαμπά, μετά τις ημέρες του πένθους, μετακόμισε στο αρχοντικό του αδελφού του για να προστατέψει τη χήρα και να αναλάβει τις επιχειρήσεις του Κασίμ. Τα πλούτη της σπηλιάς άρχισαν να χρησιμοποιούνται με σύνεση, και η ζωή φάνηκε να κυλά πάλι ήρεμα.

Όμως, βαθιά μέσα στο δάσος, οι σαράντα ληστές επέστρεψαν στη σπηλιά τους. Όταν ο αρχηγός είδε πως το σώμα του Κασίμ είχε εξαφανιστεί, το πρόσωπό του έγινε σκοτεινό σαν τη νύχτα.

«Άνδρες μου», φώναξε, «ο άνθρωπος που σκοτώσαμε δεν ήταν μόνος! Υπάρχει και άλλος που γνωρίζει το μυστικό μας και τόλμησε να κλέψει τον νεκρό μέσα από το σπίτι μας. Αν δεν τον βρούμε και δεν τον εξοντώσουμε, ο θησαυρός μας δεν θα είναι ποτέ ξανά ασφαλής!»

Οι σαράντα ληστές, συντετριμμένοι από την ανακάλυψη πως κάποιος άλλος κατείχε το μυστικό της σπηλιάς τους, δεν μπορούσαν να ησυχάσουν. Ο αρχηγός τους, ένας άνδρας που η πονηριά του ήταν ίση με τη σκληρότητά του, συγκέντρωσε την ομάδα κάτω από τη σκιά των δέντρων, μακριά από την είσοδο του βράχου.

«Αδέλφια μου», είπε με φωνή χαμηλή και απειλητική, «ο θάνατος του ανθρώπου που βρήκαμε στη σπηλιά δεν ήταν αρκετός. Το γεγονός ότι το σώμα του εξαφανίστηκε σημαίνει πως έχει συνεργούς. Αν δεν τους βρούμε, σύντομα οι θησαυροί μας θα γίνουν δημόσιο θέαμα στις αγορές της Περσίας. Χρειάζομαι έναν εθελοντή, τον πιο τολμηρό και εύστροφο ανάμεσά σας, να μπει στην πόλη μεταμφιεσμένος σε ταξιδιώτη και να ανακαλύψει αν κάποιος πέθανε πρόσφατα κάτω από περίεργες συνθήκες».

Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΛΗΣΤΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Ένας από τους ληστές, γνωστός για την ικανότητά του να περνά απαρατήρητος, προσφέρθηκε αμέσως. Ντύθηκε με τα ρούχα ενός ξένου εμπόρου και, με το πρώτο φως της επόμενης μέρας, πέρασε τις πύλες της πόλης. Άρχισε να περιπλανιέται στα στενά σοκάκια, σταματώντας σε πανδοχεία και καφενεία, ακούγοντας τις συζητήσεις των ανθρώπων, αλλά κανείς δεν έλεγε τίποτα το ασυνήθιστο.

Καθώς η αυγή άρχισε να δίνει τη θέση της στο λαμπρό φως του πρωινού, ο ληστής βρέθηκε στην απομακρυσμένη γειτονιά όπου βρισκόταν το εργαστήριο του Μπάμπα Μουστάφα. Ο γέροντας τσαγκάρης ήταν ήδη στο πόδι, καθισμένος στον πάγκο του, προσπαθώντας να φτιάξει ένα παλιό σανδάλι. Ο ληστής, πλησιάζοντας, παρατήρησε πως ο γέροντας είχε μια έκφραση ικανοποίησης, σαν κάποιος που κατέχει ένα σπουδαίο μυστικό.

«Καλημέρα σου, γέροντα», είπε ο ληστής με φωνή φιλική. «Πώς είναι δυνατόν στην ηλικία σου να βλέπεις να δουλεύεις τόσο νωρίς, ενώ το φως είναι ακόμα τόσο αμυδρό;»

Ο Μπάμπα Μουστάφα σήκωσε το κεφάλι του και χαμογέλασε με περηφάνια. «Ξένε μου, μπορεί τα μάτια μου να είναι κουρασμένα, αλλά τα χέρια μου έχουν μια μνήμη που δεν την έχει κανένας νέος. Μη σε ξεγελά το σκοτάδι. Πριν από λίγες μέρες, έραψα έναν νεκρό μέσα σε ένα δωμάτιο που δεν είχε περισσότερο φως από αυτό που βλέπεις τώρα γύρω μας!»

Ο ληστής ένιωσε την καρδιά του να σκιρτά. Είχε βρει την άκρη του νήματος. «Έναν νεκρό;» ρώτησε προσποιούμενος την έκπληξη. «Μάλλον θα εννοείς πως έραψες το σάβανό του».

«Όχι, όχι», αποκρίθηκε ο γέροντας, παρασυρμένος από την επιθυμία του να καυχηθεί. «Έραψα το ίδιο το σώμα! Ήταν κομμένο σε κομμάτια, και εγώ τα ένωσα τόσο τέλεια, που αν τον έβλεπες, θα νόμιζες πως κοιμόταν».


ΤΟ ΤΕΧΝΑΣΜΑ ΤΟΥ ΣΗΜΑΔΙΟΥ

Ο ληστής κατάλαβε πως βρισκόταν μπροστά στον άνθρωπο που είχε βοηθήσει να κρυφτεί το έγκλημα. Έβγαλε ένα χρυσό νόμισμα και το ακούμπησε στον πάγκο. «Γέροντα, αυτό το μυστικό αξίζει χρυσάφι. Θα σου δώσω άλλο ένα, αν μπορείς να με οδηγήσεις σε εκείνο το σπίτι».

Ο Μπάμπα Μουστάφα δίστασε. «Θα ήθελα πολύ να σε βοηθήσω, ξένε, αλλά μου είχαν δέσει τα μάτια. Με οδήγησαν από χίλια σοκάκια και δεν ξέρω πού βρίσκεται εκείνο το αρχοντικό».

«Τότε», είπε ο ληστής, «θα κάνουμε το εξής: Θα σου δέσω εγώ τα μάτια στο ίδιο σημείο που ξεκινήσατε εκείνο το βράδυ. Εσύ θα προσπαθήσεις να θυμηθείς τα βήματα, τις στροφές και την αίσθηση του δρόμου κάτω από τα πόδια σου. Η μνήμη των ποδιών είναι συχνά πιο δυνατή από εκείνη των ματιών».

Ο γέροντας δέχτηκε. Η Μοργκιάνα είχε κάνει κύκλους, αλλά ο Μπάμπα Μουστάφα θυμόταν την κλίση του εδάφους και τον αριθμό των βημάτων ανάμεσα στις στροφές. Με τα μάτια δεμένα, άρχισε να περπατά αργά, με τον ληστή να τον κρατά από το μπράτσο.

«Εδώ στρίψαμε αριστερά... εδώ ανεβήκαμε μια ανηφόρα... εδώ μύριζε το γιασεμί από έναν κήπο...» ψιθύριζε ο γέροντας. Τελικά, σταμάτησε ακριβώς μπροστά στην πόρτα του αρχοντικού που άλλοτε ανήκε στον Κασίμ και τώρα κατοικούσε ο Αλή Μπαμπά.

«Εδώ είναι», είπε ο τσαγκάρης με σιγουριά.

Ο ληστής, γεμάτος θριαμβευτική χαρά, έβγαλε ένα κομμάτι λευκή κιμωλία από την τσέπη του και τράβηξε έναν μεγάλο σταυρό πάνω στην ξύλινη πόρτα. Ήθελε να είναι σίγουρος πως το βράδυ, όταν θα επέστρεφε με την ομάδα του, δεν θα έχανε το σπίτι. Αφού πλήρωσε τον γέροντα και τον άφησε να επιστρέψει, έτρεξε πίσω στο δάσος για να αναφέρει την επιτυχία του.


Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΜΟΡΓΚΙΑΝΑ

Λίγη ώρα αργότερα, η Μοργκιάνα βγήκε από το σπίτι για να πάει στην αγορά. Το έμπειρο μάτι της παρατήρησε αμέσως τον λευκό σταυρό πάνω στην πόρτα. Στάθηκε για μια στιγμή, συλλογιζόμενη τον κίνδυνο.

«Αυτό το σημάδι δεν είναι τυχαίο», σκέφτηκε. «Κάποιος εχθρός το έβαλε για να ξεχωρίσει το σπίτι μας μέσα στη νύχτα. Αν είναι έτσι, θα τους δώσω εγώ ένα μάθημα που δεν θα το ξεχάσουν».

Πήρε ένα κομμάτι κιμωλία και, με απόλυτη ψυχραιμία, άρχισε να σημαδεύει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όλες τις πόρτες της γειτονιάς. Στο τέλος της ώρας, κάθε σπίτι στον δρόμο έφερε έναν λευκό σταυρό στην πόρτα του, κάνοντας το σημάδι του ληστή εντελώς άχρηστο.

Όταν ο ληστής επέστρεψε στο δάσος, η υποδοχή που του επιφύλαξαν οι σύντροφοί του ήταν γεμάτη ζητωκραυγές. Ο αρχηγός, αν και συγκρατημένος, ένιωσε μια βαθιά ικανοποίηση. «Αδελφοί μου», αναφώνησε, «η ώρα της εκδίκησης πλησιάζει. Ετοιμαστείτε! Μόλις το σκοτάδι καλύψει την πόλη, θα επιτεθούμε στο σπίτι που φέρει το σημάδι και δεν θα αφήσουμε κανέναν ζωντανό».

Η ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΩΝ ΛΗΣΤΩΝ

Οι σαράντα ληστές, οπλισμένοι με τα κοφτερά τους γιαταγάνια και κρύβοντας τα πρόσωπά τους κάτω από μαύρα μαντίλια, πλησίασαν τις πύλες της πόλης λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Ο οδηγός-ληστής προχωρούσε μπροστά με σιγουριά, οδηγώντας την ομάδα προς τη γειτονιά που είχε σημαδέψει.

Όταν όμως έφτασαν στο πρώτο στενό, ο ληστής πάγωσε. «Εδώ είναι!» είπε δείχνοντας μια πόρτα με έναν λευκό σταυρό. Όμως, ο αρχηγός, κοιτάζοντας το δίπλα σπίτι, είδε έναν ολόιδιο σταυρό. Και στο απέναντι. Και στο επόμενο.

Σε ολόκληρο τον δρόμο, από την αρχή μέχρι το τέλος, κάθε πόρτα έφερε το ίδιο ακριβώς σημάδι. Οι ληστές άρχισαν να περιφέρονται σαν χαμένοι, ψιθυρίζοντας με οργή, καθώς ήταν αδύνατον να ξεχωρίσουν ποιο ήταν το αρχοντικό του Αλή Μπαμπά. Η Μοργκιάνα είχε καταφέρει να μετατρέψει το όπλο τους σε μια παγίδα σύγχυσης.

Ο αρχηγός, βλέποντας πως η επιχείρηση κατέρρεε και φοβούμενος μήπως τους αντιληφθεί η νυχτερινή φρουρά της πόλης, διέταξε άμεση υποχώρηση. Επέστρεψαν στο δάσος μέσα στην καταισχύνη. Εκεί, ο ληστής που είχε βάλει το πρώτο σημάδι, μην αντέχοντας την ντροπή της αποτυχίας του, προσφέρθηκε να τιμωρηθεί με θάνατο, και οι υπόλοιποι δεν έφεραν αντίρρηση, καθώς στον κόσμο τους το λάθος πληρωνόταν ακριβά.


Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΜΕ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΗΜΑΔΙ

Ένας δεύτερος ληστής, ακόμα πιο έμπειρος στην κατασκοπεία, ανέλαβε την αποστολή. Επισκέφθηκε και αυτός τον Μπάμπα Μουστάφα, τον πλήρωσε με περισσότερα χρυσάφια και οδηγήθηκε πάλι μπροστά στο αρχοντικό. Αυτή τη φορά, σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει κάτι πιο διακριτικό. Με ένα κομμάτι κόκκινη πέτρα, τράβηξε ένα μικρό σημάδι σε μια γωνιά της πόρτας που δεν φαινόταν με την πρώτη ματιά.

Όμως, η Μοργκιάνα, που η επαγρύπνησή της δεν είχε όρια, παρατήρησε και αυτό το σημάδι κατά την επιστροφή της από τα καθημερινά ψώνια. Χωρίς να πανικοβληθεί, πήρε μια κόκκινη πέτρα και σημάδεψε όλες τις πόρτες της γειτονιάς στο ίδιο ακριβώς σημείο.

Όταν οι ληστές επέστρεψαν τη δεύτερη νύχτα, βρέθηκαν μπροστά στο ίδιο θέαμα. Δεκάδες κόκκινα σημάδια τους περιγέλασαν μέσα στο σκοτάδι. Ο αρχηγός, βλέποντας και τον δεύτερο ληστή του να αποτυγχάνει, κατάλαβε πως είχε να κάνει με έναν αντίπαλο εξαιρετικής ευφυΐας. «Αρκετά!» βρόντηξε. «Θα πάω ο ίδιος».

Η ΠΟΝΗΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ

Ο αρχηγός των ληστών δεν εμπιστεύτηκε την κιμωλία ή το χρώμα. Πήγε στον Μπάμπα Μουστάφα, οδηγήθηκε στο σπίτι, αλλά αντί να βάλει σημάδι, στάθηκε απέναντι και αποτύπωσε στη μνήμη του κάθε λεπτομέρεια: τον αριθμό των παραθύρων, το σχήμα της πόρτας, την απόσταση από τη γωνία του δρόμου.

Επέστρεψε στο δάσος και διέταξε τους άνδρες του να αγοράσουν δεκαεννέα μουλάρια και τριάντα οκτώ τεράστια δερμάτινα πιθάρια, από αυτά που χρησιμοποιούν οι έμποροι για να μεταφέρουν το λάδι.

  • Το Σχέδιο: Γέμισε ένα από τα πιθάρια με λάδι, αλλά στα υπόλοιπα τριάντα επτά κρύφτηκαν οι ληστές του, οπλισμένοι και έτοιμοι για δράση. Τα πιθάρια είχαν μικρές τρύπες για να μπορούν οι άνδρες να αναπνέουν.

  • Η Μεταμφίεση: Ο ίδιος ντύθηκε σαν ένας πλούσιος έμπορος λαδιού από μια μακρινή χώρα. Οδήγησε τα μουλάρια του στην πόλη και έφτασε στο σπίτι του Αλή Μπαμπά την ώρα που εκείνος καθόταν στην αυλή του, απολαμβάνοντας τη δροσιά του απογεύματος.

«Κύριε», είπε ο αρχηγός με φωνή ταπεινή και ευγενική, «φέρνω λάδι από πολύ μακριά για να το πουλήσω στην αυριανή αγορά. Η ώρα είναι περασμένη, τα πανδοχεία είναι γεμάτα και δεν έχω πού να μείνω. Θα μπορούσες, για την αγάπη του Θεού, να μου προσφέρεις φιλοξενία στην αυλή σου για μια νύχτα;»

Ο Αλή Μπαμπά, που η καλοσύνη του δεν είχε μειωθεί παρά τα πλούτη του, τον καλωσόρισε με ανοιχτές αγκάλες. «Ξένε μου, το σπίτι μου είναι δικό σου», απάντησε. Διέταξε τους υπηρέτες να ξεφορτώσουν τα μουλάρια και να βάλουν τα πιθάρια στη σειρά στην αυλή, ενώ κάλεσε τον «έμπορο» στο τραπέζι του για δείπνο.

Ο αρχηγός των ληστών χαμογέλασε κρυφά κάτω από τα γένια του. Το θήραμά του τον είχε βάλει ο ίδιος μέσα στη φωλιά του.

Η νύχτα είχε απλωθεί βαριά πάνω από την πόλη και στο αρχοντικό του Αλή Μπαμπά επικρατούσε μια φαινομενική γαλήνη. Ο «έμπορος λαδιού» είχε δειπνήσει πλούσια με τον οικοδεσπότη του και στη συνέχεια αποσύρθηκε στην αυλή, δήθεν για να ελέγξει τα εμπορεύματά του, αλλά στην πραγματικότητα για να δώσει τις τελευταίες οδηγίες στους άνδρες του.

«Όταν ακούσετε το σφύριγμα από το παράθυρό μου», τους ψιθύρισε περνώντας δίπλα από κάθε πιθάρι, «βγείτε με τα σπαθιά σας και μη δείξετε έλεος σε κανέναν». Έπειτα, επέστρεψε στο δωμάτιο που του είχε παραχωρήσει ο Αλή Μπαμπάς και έσβησε το φως, περιμένοντας να κοιμηθεί όλο το σπίτι.




Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΜΟΡΓΚΙΑΝΑ

Στην κουζίνα, η Μοργκιάνα εργαζόταν ακόμα, τακτοποιώντας τα σκεύη μετά το δείπνο. Ξαφνικά, το λυχνάρι της άρχισε να τρεμοπαίζει και τελικά έσβησε. Είχε ξεμείνει από λάδι. Οι υπόλοιποι υπηρέτες είχαν ήδη κοιμηθεί και η Μοργκιάνα δεν ήθελε να ενοχλήσει τον Αλή Μπαμπά.

«Γιατί να ανησυχώ;» σκέφτηκε. «Στην αυλή μας υπάρχουν τριάντα οκτώ πιθάρια γεμάτα λάδι. Θα πάρω λίγο από τον ξένο και αύριο το πρωί ο κύριός μου θα τον πληρώσει για τη ζημιά».

Πήρε ένα μικρό δοχείο και βγήκε στην σκοτεινή αυλή. Πλησίασε το πρώτο πιθάρι και, πριν προλάβει να βυθίσει το σκεύος της, άκουσε μια υπόκωφη, τραχιά φωνή να βγαίνει από το εσωτερικό του: «Είναι η ώρα, αρχηγέ;»

Οποιαδήποτε άλλη γυναίκα θα είχε βάλει τις κραυγές, αποκαλύπτοντας την παρουσία της και προκαλώντας τον θάνατό της. Όμως η Μοργκιάνα διέθετε ψυχή από ατσάλι. Κατάλαβε αμέσως πως ο «έμπορος» ήταν ο αρχηγός των ληστών και πως οι άνδρες του παραμόνευαν μέσα στα πιθάρια. Χωρίς να τρέμει η φωνή της, ψιθύρισε μιμούμενη τον αρχηγό: «Όχι ακόμα. Περίμενε».

Πήγε στο δεύτερο πιθάρι, στο τρίτο, στο τέταρτο... Σε όλα πήρε την ίδια ερώτηση και έδωσε την ίδια απάντηση, μέχρι που έφτασε στο τελευταίο, το οποίο ήταν το μόνο που περιείχε πράγματι λάδι.

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΜΟΡΓΚΙΑΝΑ

Η Μοργκιάνα δεν έχασε ούτε δευτερόλεπτο. Γέμισε ένα μεγάλο καζάνι με λάδι από το τελευταίο πιθάρι και το έβαλε πάνω στη φωτιά της κουζίνας. Περίμενε μέχρι το λάδι να αρχίσει να βράζει και να αναδύει καπνούς. Τότε, με απίστευτη δύναμη και προσοχή, μετέφερε το καυτερό υγρό στην αυλή.

Πλησίασε κάθε πιθάρι και έχυσε μια ποσότητα από το βραστό λάδι μέσα στην τρύπα αναπνοής. Οι ληστές, παγιδευμένοι στον στενό χώρο, βρήκαν ακαριαίο θάνατο χωρίς να προλάβουν να βγάλουν ούτε μια κραυγή που θα προειδοποιούσε τους υπόλοιπους. Έναν προς έναν, η Μοργκιάνα εξόντωσε και τους τριάντα επτά ληστές, αφήνοντας μόνο τον αρχηγό τους ζωντανό μέσα στο δωμάτιο του παλατιού.

Αφού τελείωσε το μακάβριο αλλά αναγκαίο έργο της, επέστρεψε στην κουζίνα, έσβησε τη φωτιά και περίμενε στο σκοτάδι.

Η ΦΥΓΗ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ο αρχηγός των ληστών σηκώθηκε και άνοιξε το παράθυρό του. Πέταξε μερικά χαλίκια προς τα πιθάρια, δίνοντας το σύνθημα της επίθεσης. Περίμενε, αλλά κανείς δεν κουνήθηκε. Πέταξε κι άλλα, πιο δυνατά, όμως η σιωπή στην αυλή ήταν απόλυτη.

Γεμάτος ανησυχία, κατέβηκε κάτω και πλησίασε το πρώτο πιθάρι. Η μυρωδιά του καμένου λαδιού τον χτύπησε στο πρόσωπο. Κοίταξε μέσα και είδε τον άνδρα του νεκρό. Έτρεξε στο δεύτερο, στο τρίτο, παντού η ίδια φρίκη. Κατάλαβε πως το σχέδιό του είχε αποκαλυφθεί και πως βρισκόταν σε θανάσιμη παγίδα.

Χωρίς να κοιτάξει πίσω, πήδηξε τον τοίχο της αυλής και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι της πόλης, ορκισμένος να πάρει μια εκδίκηση που ο Αλή Μπαμπάς δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί.

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΣΤΟΝ ΑΛΗ ΜΠΑΜΠΑ

Το πρωί, ο Αλή Μπαμπάς ξύπνησε και απόρησε που ο έμπορος και τα μουλάρια του βρίσκονταν ακόμα στην αυλή. Η Μοργκιάνα τον οδήγησε έξω και του έδειξε το εσωτερικό των πιθαριών. Ο ξυλοκόπος έμεινε άναυδος, τρέμοντας από τον κίνδυνο που είχε διατρέξει.

«Μοργκιάνα», είπε με δάκρυα στα μάτια, «μου έσωσες τη ζωή για δεύτερη φορά. Από σήμερα δεν είσαι πια σκλάβα μου, είσαι ελεύθερη και μέλος της οικογένειάς μου».

Όμως η ιστορία δεν είχε τελειώσει. Ο αρχηγός των ληστών, ο μοναδικός επιζών, άρχισε να προετοιμάζει το τελικό του σχέδιο, μεταμφιεσμένος αυτή τη φορά σε έναν πλούσιο έμπορο μεταξιού με το όνομα Κότζα Χουσεΐν, με σκοπό να μπει στην καρδιά της οικογένειας του Αλή Μπαμπά.

Μετά την τρομερή νύχτα με τα πιθάρια, ο αρχηγός των ληστών, απομονωμένος και γεμάτος λύσσα για την απώλεια των ανδρών του, αποσύρθηκε σε μια απομακρυσμένη σπηλιά στα βουνά. Όμως η σκέψη του δεν ήταν στην ησυχία, αλλά στην εκδίκηση. Κατάλαβε πως η βία δεν είχε φέρει αποτέλεσμα, οπότε έπρεπε να χρησιμοποιήσει την απόλυτη πονηριά.

Η ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΗ ΤΟΥ ΚΟΤΖΑ ΧΟΥΣΕΪΝ

Ο αρχηγός άλλαξε εντελώς την εμφάνισή του. Ξύρισε το γένι του, φόρεσε τα πιο εκλεκτά μεταξωτά ενδύματα και νοίκιασε μια αποθήκη στην καρδιά της κεντρικής αγοράς, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως Κότζα Χουσεΐν, έναν πλούσιο έμπορο από μακρινά μέρη. Με την ευγένεια και τα πλούτη του, κέρδισε γρήγορα την εμπιστοσύνη των υπολοίπων εμπόρων.

Ανάμεσα στους νέους του γνωστούς ήταν και ο γιος του Αλή Μπαμπά, ο οποίος είχε αναλάβει το παλιό κατάστημα του Κασίμ. Ο Κότζα Χουσεΐν άρχισε να του κάνει δώρα και να του φέρεται με πατρική στοργή. Ο νεαρός, γοητευμένος από τον «ευγενή» έμπορο, τον σύστησε στον πατέρα του. Ο Αλή Μπαμπάς, μη αναγνωρίζοντας τον αρχηγό των ληστών κάτω από τα πλούσια ρούχα και τους καλούς τρόπους, τον κάλεσε στο αρχοντικό του για ένα επίσημο δείπνο ευχαριστίας.

ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΚΑΙ Η ΥΠΟΨΙΑ ΤΗΣ ΜΟΡΓΚΙΑΝΑ

Ο αρχηγός των ληστών έφτασε στο σπίτι, έχοντας κρυμμένο κάτω από το ένδυμά του ένα κοφτερό στιλέτο. Το σχέδιό του ήταν απλό: μόλις οι οικοδεσπότες θα χαλάρωναν από το φαγητό και το κρασί, θα σκότωνε τον Αλή Μπαμπά και τον γιο του και θα εξαφανιζόταν μέσα στη νύχτα.

Ωστόσο, η Μοργκιάνα ήταν εκεί. Καθώς σέρβιρε το φαγητό, παρατήρησε κάτι που κανείς άλλος δεν είδε. Ο Κότζα Χουσεΐν απέφευγε με παράξενο τρόπο να φάει αλάτι, κάτι που σύμφωνα με την παράδοση της Ανατολής σήμαινε πως δεν ήθελε να δεσμευτεί με τους ιερούς κανόνες της φιλοξενίας —γιατί όποιος τρώει το αλάτι σου, δεν μπορεί να σου κάνει κακό.

Πλησιάζοντας πιο κοντά, το έμπειρο μάτι της διέκρινε τη λαβή του στιλέτου να προεξέχει ελάχιστα κάτω από τη ζώνη του. Η Μοργκιάνα δεν είπε τίποτα. Χαμογέλασε και αποσύρθηκε, αλλά η καρδιά της ήδη προετοίμαζε την τελευταία της πράξη.

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΣΤΙΛΕΤΩΝ

Όταν τελείωσε το δείπνο, η Μοργκιάνα εμφανίστηκε ξανά στην αίθουσα, ντυμένη με μια στολή χορεύτριας που έλαμπε από χρυσά φλουριά, και κρατώντας ένα ασημένιο στιλέτο στο χέρι.

«Κύριε», είπε στον Αλή Μπαμπά, «επιτρέψτε μου να διασκεδάσω εσάς και τον εκλεκτό καλεσμένο σας με έναν χορό».

Ο Αλή Μπαμπάς δέχτηκε με χαρά. Η Μοργκιάνα άρχισε να κινείται με απίστευτη χάρη. Ο χορός της ήταν γεμάτος στροφές και γρήγορες κινήσεις, ενώ το στιλέτο της άστραφτε στον αέρα, κάνοντας τον Κότζα Χουσεΐν να παρακολουθεί μαγεμένος, πιστεύοντας πως δεν ήταν παρά μια απλή διασκέδαση.

Καθώς ο ρυθμός της μουσικής κορυφωνόταν, η Μοργκιάνα πλησίασε τον «έμπορο». Με μια κίνηση τόσο γρήγορη που το ανθρώπινο μάτι δεν πρόλαβε να ακολουθήσει, βύθισε το στιλέτο της στην καρδιά του αρχηγού των ληστών.

Η ΤΕΛΙΚΗ ΔΙΚΑΙΩΣΗ

Ο Αλή Μπαμπάς και ο γιος του πετάχτηκαν έντρομοι. «Μοργκιάνα! Τι έκανες;» φώναξε ο ξυλοκόπος. «Σκότωσες τον καλεσμένο μας!»

Τότε η Μοργκιάνα άνοιξε το ένδυμα του νεκρού και αποκάλυψε το κρυμμένο στιλέτο του. «Κοιτάξτε καλά, κύριε», είπε σταθερά. «Αυτός δεν ήταν έμπορος, αλλά ο αρχηγός των σαράντα ληστών που επέστρεψε για να ολοκληρώσει το έγκλημά του. Σας έσωσα από τον θάνατο για τελευταία φορά».

Ο Αλή Μπαμπάς, καταλαβαίνοντας το μέγεθος της αφοσίωσής της, την αγκάλιασε με δάκρυα. Ως ανταμοιβή, την πάντρεψε με τον γιο του, προσφέροντάς της μια ζωή γεμάτη πλούτη και αγάπη.

Χρόνια αργότερα, ο Αλή Μπαμπάς επέστρεψε στη σπηλιά και πήρε τον υπόλοιπο θησαυρό, τον οποίο χρησιμοποίησε για να βοηθήσει τους φτωχούς της πόλης. Η ιστορία του έγινε θρύλος, θυμίζοντας σε όλους πως η πονηριά και η κακία πάντα ηττώνται από την εξυπνάδα και την καθαρή καρδιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου