Η ΕΞΥΠΝΗ ΕΛΣΑ
ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM
Η ΕΛΣΑ ήταν μια κοπέλα που φημιζόταν για την οξύνοιά της, ή τουλάχιστον έτσι πίστευαν οι γονείς της. Όταν ένας νέος, ο Χανς, ήρθε να τη ζητήσει σε γάμο, έθεσε έναν όρο: «Πρέπει να είναι πράγματι έξυπνη». Η ΕΛΣΑ κατέβηκε στο κελάρι να φέρει μπίρα. Εκεί, είδε μια τσεκούρα καρφωμένη σε ένα δοκάρι πάνω από το βαρέλι, την οποία είχαν ξεχάσει οι χτίστες.
Αντί να γεμίσει το κανάτι, η ΕΛΣΑ άρχισε να κλαίει: «Αν παντρευτώ τον Χανς και κάνουμε ένα παιδί, και το παιδί μεγαλώσει και το στείλουμε στο κελάρι να φέρει μπίρα, η τσεκούρα θα πέσει στο κεφάλι του και θα το σκοτώσει!». Η μητέρα, ο πατέρας και η υπηρέτρια που κατέβηκαν διαδοχικά να δουν τι συμβαίνει, άρχισαν κι αυτοί να κλαίνε, θαυμάζοντας την «προνόησή» της. Ο Χανς, βλέποντας τόση «εξυπνάδα», τη νυμφεύτηκε.
Μετά τον γάμο, ο Χανς την έστειλε στο χωράφι να θερίσει το σιτάρι. Η ΕΛΣΑ, όμως, αντί να δουλέψει, έφαγε, κοιμήθηκε και μπερδεύτηκε τόσο πολύ από τον ύπνο της που αναρωτήθηκε: «Είμαι εγώ η ΕΛΣΑ ή δεν είμαι;». Για να βρει την απάντηση, γύρισε στο σπίτι και βρήκε τις πόρτες κλειδωμένες. Φώναξε στον άντρα της: «Χανς, είναι η ΕΛΣΑ μέσα;».
Ο Χανς απάντησε: «Ναι, μέσα είναι». Τότε εκείνη, τρομοκρατημένη, σκέφτηκε: «Αλίμονο, τότε εγώ δεν είμαι η ΕΛΣΑ!». Άρχισε να περιπλανιέται στους δρόμους και τους αγρούς, χαμένη μέσα στη δική της παράνοια, και κανείς δεν την ξανάδε ποτέ. Η ιστορία της αποτελεί μια τραγική και ειρωνική απεικόνιση του πώς η υπερβολική ανάλυση φανταστικών κινδύνων και η έλλειψη αυτογνωσίας μπορούν να οδηγήσουν στην απόλυτη απώλεια του εαυτού.
Ποιητικό Κείμενο: Στο κελάρι η Έλσα σκύβει με καημό, μια αξίνα βλέπει, φόβος την ορίζει, σκέψεις για το μέλλον, πόνος και δαρμός, το μυαλό της μόνο έγνοιες πια θερίζει. «Αν ο γάμος έρθει, αν η τύχη φέρει, έναν άνθρωπο στον κόσμο να φανεί, η αξίνα αυτή, σαν πικρό μαχαίρι, θα του κόψει τη ζωή τη φωτεινή».
Κι ο Χανς την παίρνει, με τιμή μεγάλη, μα η πλάνη αρχίζει μες στη μοναξιά, ένα δίχτυ πέφτει, ζάλη στο κεφάλι, κουδουνάκια ηχούν στην έρημη καρδιά. «Ποια είμαι εγώ;» ρωτά μες στο σκοτάδι, ο εαυτός της χάνεται, γίνεται καπνός, φεύγει μακριά, σαν άδειο πια υφάδι, και την τρώει ο δρόμος, ο παντοτινός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου