Σελίδες

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

ΤΟ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ



ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ



ΤΟ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ

Γεροντοπαλίκαρο σάρακας, τα χρόνια τον έριξαν στα γηρατιά· τα γηρατιά σαπίλα, ενέκρωναν φιλοδοξίες. Χιόνι βρέχει στον Όλυμπο, άσπρα κάτασπρα τα μαλλιά του κεφαλιού, τρεμάμενα τα πόδια, ταφόπλακα η καρδιά. Η νέα ζωή, πολύθόρυβη, μεγαλοντύνεται, σκορπάει γύρω του, φεύγει και χάνεται σαν γάργαρο νερό που τρέχει κάτω από ρουπάκι κατάξερο. Πώς να την αισθανθεί και πού να την ακολουθήσει; Αδύνατον!

Κράζει τον γιο του, μοναχογιό, βλαστό παρακαλεί και λέγει του: — Καλέ μου και χρυσέ μου, έλα και πάρε τα! Ντύσου χλαμύδες, βάλε το στέμμα στεφάνι, ανάλαβε το κεντρί του έθνους σου και κυβέρνα· κυβέρνα σαν πατέρας και σαν βασιλιάς.

Το Βασιλόπουλο πεισματικά του απαντά: — Πατέρα σε ονομάζω και βασιλιά σε προσκυνώ. Δεν θέλω τίποτα, δεν πιάνω τίποτα! Κακότροπη γοργόνα στέκεται δίπλα σου· βασίλειο δεν ορίζεις, λαό δεν κυβερνάς. Ή τη γοργόνα διώχνω ή εγώ χάνομαι!

Και παίρνει μια μπρατσέρα με κόκκινο πανί, καλά την αρματώνει. Πέλαγο δεν έχει χάρη, μόνο την παλικαριά μας και τη γνώση του Βασιλόπουλου. Δεν παίρνει μόνον άρματα, φονικά ια και σαΐτες, σπαθιά και απελάτικα, μα και τροφές, βρώση και πόση για ξεγέλασμα. Παίρνει κρέατα, βόδια ολάκερα, παίρνει ψωμιά, φούρνους αδαπάνητους, παίρνει κρασιά, βαρέλια χιλιοστέφανα και βάζει πλώρη ίσια κατά το νησί. — Σώνω τον λαό μου ή εγώ χάνομαι, λέγει αποφασιστικά.


Γοργόνα την λένε οι ναύτες, αλλά μοιάζει με σαλαμάνδρα, σαλαμάνδρα κυματιστή. Στα ολόγλυφα νερά του Λιβόρνο, εκεί απάνω έμεναν οι Αράπηδες. Τέσσερις Αράπηδες αιμοβόροι και απάνθρωποι, τυχηρός τρόμος των θαλασσινών. Ένας πατέρας ήταν, δυο του παιδιά και ένας ανιψιός. Σκληρός ο πατέρας, άκαρδα τα παιδιά, ο ανιψιός στέρφος. Ούτε νόμο είχαν ούτε Θεό. Μόνον μία τράτα καλάρωναν, και γοργόνοι εκάθονταν εκεί και παραμόνευαν νύχτα-ημέρα τα πέλαγα. Μόλις έβλεπαν κακότυχο πλεούμενο να αρμενίζει κοντά τους, όλοι μέσα στην τράτα και απάνω του! Ποιος μπορούσε να γλιτώσει και ποιος ετολμούσε να αντισταθεί; Εκρούσαν το πράγμα, έτρωγαν τους ανθρώπους.

Πολλά παλικάρια εκίνησαν και πήγαν να τους πολεμήσουν, πολλά βασιλόπουλα ηθέλησαν να δοξαστούν με τον θάνατό τους· μα όσοι κι αν επήγαν, κανείς δεν επρόφθασε να μετανοήσει για το κίνημά του το άχαρο. Το νησί, σαν να ήταν δασοφυτρωμένο με το λησμόνι, παντοτινά στα στέρνα του έδειχνε στο λιοπύρι μούχλα στα κόκκαλα. Και οι Αράπηδες, θεριακωμένοι πάντα, πικροί και αδάμαστοι, εκάθονταν εκεί, πνεύματα του απείρου ανθρώπων όλεθρου.

Μα του Λιβόρνο το Βασιλόπουλο δεν τα κοιτάζει αυτά. Της νέας ζωής του έθνους του ο ακράτητος πόθος, αυτό το τρέχει γοργά εμπρός. Το ελπιδοφόρο και πολυκάρπιστο του λαού δροσάτο, γίνονται αέρι και φουσκώνουν το κόκκινο πανί. Των θαλασσινών τα ευγνώμονα δάκρυα σμίγουν με το γαλάζιο κύμα και λακτίζουν εμπρός ακόμη το σκαφίδι του.

Έφτασε νύχτα στων θηρίων τη μονιά. Έβγαλαν έξω τις προμήθειες όλες· βγάζει τα κρέατα, βόδια ολάκερα, βγάζει τα καρβέλια, φούρνους αδαπάνητους, βγάζει το κρασί, βαρέλια χιλιοστέφανα και τα αποθέτει όλα στην ακρογιαλιά. Και εκείνο κρύβεται με την μπρατσέρα σε έναν απόσκεπο.

Χορτάσαν τα χόρτα, γέμισε η ακτή με τις ασυνήθιστες προμήθειες. Την αυγή, με το σύθαμπο, κατεβαίνουν οι Αράπηδες στην ακρογιαλιά. Βλέπουν τα κρέατα και τα ψωμιά, τα βλέπουν και ρωτούν: «Ποιος τάχα τα έστειλε;». Βέβαια κάποιος που τρομάζει το όνομά τους, που τρέμει στον ίσκιο τους. Μα αισθάνονται μεγαλύτερη όρεξη παρά την απορία. Κάθονται, τρώγουν και παραχορταίνουν. Βλέπουν και το κρασί, το μυρίζονται. Περισσότερη έχουν δίψα παρά έκπληξη. Ρίχνονται και ρουφούν, πάσχουν να ξεδιψάσουν.

— Μην το πίνουμε το δόλιο, μπάρμπα, και δεν ξέρουμε το τι μας βρίσκει, λέγει μια στιγμή ο ανιψιός φρόνιμα στο θείο του.

Ο κακονούσης εκείνος, του δίνει μια μπάτσα και του στραβώνει τη γόνα του, και ρίχνεται πάλι στο κρασί ο γέρος. Ρίχνονται τα δυο παιδιά, ρίχνεται και ο ανιψιός για να ξεχάσει τον πόνο του. Ρούφα-ρούφα, τα αδειάζουν τα βαγένια! Αδειάζουν τα βαγένια, θολώνουν τα στομάχια τους, σκοτίζουν τον νου τους. Αρχίζουν τα τραγούδια, πιάνουν τον χορό. Χορεύουν και χορεύουν, ώσπου ξαπλώνουν πάνω στην άμμο, αναίσθητα κορμιά.

— Πάτε τώρα, μαύροι δαίμονες! τότε αφήνει τον κρυψώνα του το Βασιλόπουλο.

Κοιτάζει άφοβα τους Αράπηδες, χαμογελά και οικτίρει την κατάστασή τους. Δεν χάνει καιρό· τους δένει καλά με βαριές αλυσίδες, τους φορτώνει σαβούρα, τους ρίχνει στην μπρατσέρα. Φτάνει γοργά στο Λιβόρνο. — Ο λαός μου εσώθη! συλλογίζεται πασχαλινά σε όλο το ταξίδι.


Ο γέροντας βασιλιάς, απάνω στον ολόχρυσο θρόνο του, παραλυμένος κοιτάζει από τον φόβο και την απελπισία. Ερημιά τριγύρω και πένθος μέσα του. Δωδεκάδα τον παραστέκει χλωμή και τ’ άρματα λαμπρά προστατεύουν την πολύτιμη ζωή του. Μα εκείνος ανήσυχος ένα άρμα προσμένει και έναν σύμβουλο: το παιδί του. Εμπρός, το άψυχο κρύσταλλο του παραθυριού δείχνει του κάτω το λιμάνι: πολύθορυβα πανιά και άρμενα πλήθος, απέραντη θάλασσα που οργώνεται από σκαφίδια. Χίλια τα σκαφίδια, όμως δεν έχουν γλώσσα γι’ αυτόν. Οι βίγλες δεν του δίνουν το ποθητό σημάδι. — Η γοργόνα, λέγει του, εκράτησε τον ακριβογιό μου. Έρημος θα μείνω και αβλαστίμιστος.

Ανοίγει η πόρτα και ξανθή ακτίνα μπαίνει μέσα. Το Βασιλόπουλο! — Πατέρα σε ονομάζω και βασιλιά σε προσκυνώ, λέγει γονατίζοντας εμπρός του. Όλα τα παίρνω τώρα και αλαφρώνω τη ζωή. Ντύνω με τη χλαμύδα το ιδρωμένο πουκάμισο, βάζω το στέμμα στεφάνι ανθοκαθαρό, παίρνω το σκήπτρο, κεντρί του έθνους μου. Κυβερνώ σαν πατέρας και σαν βασιλιάς.

Δεν επρόφθασε να αγκαλιάσει το παιδί του ο γέροντας, κι έξω αντήχησε φωνή τρανή, άγρια και κακή. Λες και το ξερονήσι έγινε κοσμοχαλασιά και κύκλωσε το παλάτι. — Εκδίκηση! Εκδίκηση! Διπλοτριπλασιάζεται η φωνή και ο λαός αμέτρητος ξαρματώνει τους φρουρούς, ανοίγει με τα τσεκούρια τις πόρτες, ανεβαίνει τις ταπητόστρωτες σκάλες, σκίζει κουρέλια τις μεταξωτές κουρτίνες, συντρίβει τα βάζα. Φθάνει αγριόδημος εμπρός στον βασιλιά.

— Να σε ρωτήσω, πατέρα μου, δίκαιε κριτή, του λέγει· με τι πληρώνει εκείνος που πατάει την καραντίνα; — Με θάνατο! Υπογράφει πρόθυμα τη χρυσή βούλα του ο βασιλιάς στην θανατική απόφαση. Τότε του διηγείται ο λαός το κάμα του Βασιλόπουλου. Κακή χολέρα θέριζε το νησί και είχε κάθαρση η πόλις. Όμως το Βασιλόπουλο, τυφλό στον θρίαμβό του, δεν επρόσμενε, μα ήρθε γραμμή στο παλάτι· ίσως έφερε την αρρώστια και μέσα στα σπίτια.

— Ευχαριστώ, λέγει ο βασιλιάς δακρύζοντας. Παιδί μου το Βασιλόπουλο, παιδί μου... μα και ο νόμος! Το Βασιλόπουλο αδίκησε τον νόμο· εκείνο θα χάσει!

Το Βασιλόπουλο επήραν, τον μοναχογιό βλαστό. Άνθη τον έντυσαν, και το άσπλαχνο λεπίδι του λαού έκοψε το βασιλικό δεντρί από τη ρίζα του.

Τώρα, κατάμεσης του Λιβόρνο, οι Αράπηδες στέκουν μαρμαρωμένοι με τις αλυσίδες στον λαιμό, βαριές, αιώνιο βάσανο της μαύρης ψυχής τους. Ο γέροντας πρώτος, απλωμένος μπρούμυτα στην πλάκα, τα χοντρά χείλη του ανοίγει φάραγγας, δείχνει τα δόντια του σαν να θέλει να χάψει τα πέλαγα. Τα δυο του παιδιά επάνω, ανάσκελα, σηκώνουν τα μάτια με πόνο στον ουρανό, λες και γυρεύουν το έλεος. Δίπλα ο ανιψιός, με τη γόνα ξεκλειδωμένη, μορφάζει ακόμη τον πόνο του.

Και πάνω απ’ όλους, ολόρθο το Βασιλόπουλο, ο νικητής και μάρτυρας, δείχνει τον θρίαμβο της χαράς και του θανάτου τη λύπη στο αγένειο πρόσωπό του. Το τρισεύγενικό έχει κακούργους για παντοτινό θρόνο του.

Η νέα ζωή, πολύθόρυβη, μεγαλοφόρα, φεύγει και χάνεται σαν γάργαρο νερό που τρέχει κάτω από ρουπάκι κατάξερο. Και κάπου-κάπου φωνή τρεμάμενη του λαού, ίσως-ίσως του γεροντοπαλίκαρου: — Βοήθεια το Βασιλόπουλο! Καλέ μου και χρυσέ μου, έλα και πάρε τα! Ντύσου χλαμύδα, το σιδερένιο πουκάμισο, βάλε το στέμμα στεφάνι, ανάλαβε το κεντρί του έθνους σου· δες πώς έχει, κυβέρνα! Κυβέρνα σαν πατέρας και σαν βασιλιάς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου