Με το μπρίκι του καπετάν Φαράση αρμένιζαν μεσοκάναλα τη νύχτα· σπάνια νύχτα, πρώτη και τελευταία θαρρώ στη ζωή μου. Τι είχαμε φορτωμένο; Τι άλλο από σιτάρι. Πού πηγαίναμε; Πού αλλού από τον Πειραιά. Πράγματα και τα δύο που τα έκαμα το λιγότερο είκοσι φορές, μα εκείνη τη βραδιά αισθανόμουν τέτοιο πλάκωμα στην ψυχή που εκινδύνευε, δεν ξέρω τι μου έφυγε. Θέλεις η γαληνεμένη θάλασσα, θέλεις ο ξάστερος ουρανός, θέλεις το διαπεραστικό κρύο; Έβρισκα τόσο σαχλή τη ζωή που αν με άρπαζε κανείς να με ρίξει στο νερό δεν θα έλεγα όχι.
Ο ήλιος ήταν ώρα βασιλεμένος. Πόρφυρες συχνές επρόφεραν το κατέβασμα του στον πλατύ ορίζοντα. Ο Αποσπερίτης έλαμψε κρύσταλλο χιονιού στα σκούρα· εφάνηκαν ψηλά οι αστερισμοί, ένας και ένας. Τα νερά επήραν εκείνο το λευκόσαρκο λαχταριστό του ατσαλιού. Το ναυτόπουλο άναψε τα φανάρια στη θέση τους. Ο καπετάνιος εκάθησε να κοιμηθεί, ο μπέης έκατσε στο τιμόνι, ο Μπραχάμης, ο σκύλος μας, εκουλουριάστηκε στη ρίζα του αργά να αναπαυθεί.
Εγώ ούτε να αναπαυθώ μπορούσα, ούτε ύπνο, ούτε ξύπνιο είχα. Επήγα να πιάσω κουβέντα με το τιμονιέρη, μα είχε τόσην ευθυμία σαν φωτιά αναμμένη με χλωρά ξύλα. Επήγα να παίξω με τον Μπραχάμη, αλλά και εκείνος έχωνε το μουσούδι στα πόδια του και βαριεστημένος εγκρίνιζε: «Άφησέ με και δεν έχω την όρεξή σου». Τότε, βαριεστημένος και εγώ, επήγα και εξαπλώθηκα κατάμεσης και έκλεισα στη χούφτα τα μάτια μου, θέλοντας να μη βλέπω τίποτα.
Άξαφνα όμως άρχισα να ανατριχιάζω. Κάποια μαγνητική ενέργεια ερέθιζε τα νεύρα μου. Ευθύς, πορφυρό κύμα εχύθη επάνω μου, επέρασε στα αισθητήρια και επλημμύρισε το εγώ μου ολάκερο. Επίστεψα πως κολυμπώ στα αίματα. Τα μάτια μου τα άνοιξα ή τα έκλεισα, δεν θυμάμαι· θυμάμαι μόνον πως έμεινα ακίνητος, μαρμαρωμένος, όπως οι αρχαίοι εμπρός στο κεφάλι της Μέδουσας.
Όλα ψηλά και χαμηλά στρωμένα ήσαν με ρούχο κατακόκκινο κυματιστό. Κάπου στα πέρατα της γης πυρκαγιά ετίναξε τη λαμπάδα της ψηλά. Κάτω στα βάθη του βοριά, κάποιο μενεξεδένιο σύγνεφο άπλωσε και τύλιξε τα αστέρια. Και παραπάνω, τόξο απλώθηκε λευκοκίτρινο και έχυσε ποτάμια σκοτεινά και ποτάμια πράσινα. Η θάλασσα ακίνητη αντανακλούσε τα τόσα χρώματα. «Έφτασε», είπα, «του κόσμου η συντέλεια».
Άξαφνα όμως ανατρόμαξα. Είδα να προβαίνει ίσκιος πελώριος, με χοντρή κορμοστασιά. Τα δυο του μάτια μεγάλα και λαμπρά γύριζαν φωτεινούς κύκλους. Είπα: «Ο θεόσταλτος άγγελος, ο χαλαστής και σωτήρας». Επρόσμενα να πέσει επάνω μου το φριχτό χτύπημα. Μα ο ίσκιος επρόβαινε στα νερά με άλματα πύρινα και άξαφνα, μια θεότρελα όμορφη κόρη εστάθηκε αντίκρυ μου.
Διαμαντόσκονη οι τρίχες της άπλωναν στις πλάτες ως κάτω στα κύματα. Μέτωπο πλατύ, αμυγδαλωτά μάτια, χείλη κοραλλένια. Έσφιγγε το κορμί ολόχρυσο θώρακας, πρόβαλλε στο αριστερό την ασπίδα και έπλεε στο δεξί τη μακεδονική σάρισα. Φωνή γλυκιά και μαλακή σαν ψιθύρισμα βρύσης την άκουσα να μου λέει: — «Ναύτη, καλέ ναύτη, ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;»
— «Πώς είναι δυνατόν να ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;» εψιθύρισα με απορία. Εκείνη ξαναδευτέρωσε: — «Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;» — «Τώρα, κυρά μου», απάντησα χωρίς να σκεφτώ, «τώρα βασιλιάς Αλέξανδρος; Ούτε το χώμα του δεν βρίσκεται στη γη».
Ω, τι κακό που το έπαθα! Το μισό κορμί της έγινε κύμα, οι τρίχες της έγιναν ζωντανά φίδια που έβγαλαν γλώσσα και κεντριά φαρμακερά. Το παρθενικό πρόσωπο άλλαξε αμέσως· έγινε στρίγκλα και μέγαιρα. Τώρα την καλογνώρισα: δεν ήταν ο χάρος, ήταν η Γοργόνα του Αλεξάνδρου, η αδερφή που έκλεψε το αθάνατο νερό.
Εκείνη με κοίταξε αυστηρά, εστάθηκε κολοσσός εμπρός μου και με φωνή τρεμάμενη ξαναρώτησε: — «Ναύτη, καλέ ναύτη, ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;» — «Ζει και βασιλεύει!» απάντησα ευθύς. «Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει!»
Σαν να χύθηκε αθάνατο ρευστό στις φλέβες της, άλλαξε αμέσως το τέρας και έλαμψε παρθένα πάλι. Εχαμογέλασε ροδόπολη και άξαφνα ακούστηκε νικητήριο σάλπισμα, λες και γύριζε η μακεδονική φάλαγγα από τις χώρες του Γάγγη και του Ευφράτη.
Σιγά-σιγά οι φωτεινές ακτίνες άρχισαν να ωχριούν. Η Γοργόνα χάθηκε στην άβυσσο. Μόνο σκόρπια σύγνεφα έμεναν σταχτιά στον ουρανό και μέσα στην ψυχή μου έμεινε έτσι ωχρή και σχισμένη η λαμπρή πορφύρα της πατρίδας μου.
Με το μπρίκι του καπετάν Φαράση αρμένιζαν μεσοκάναλα τη νύχτα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου