Σελίδες

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Ο ΚΑΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΚΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM



Το βουνό και η κοιλάδα δεν συναντώνται ποτέ, λέει η παλιά παροιμία, αλλά οι άνθρωποι, οι καλοί και οι κακοί, συναντώνται συχνά στον

δρόμο της ζωής. Έτσι συνέβη μια φορά και με έναν ράφτη και έναν τσαγκάρη που βρέθηκαν να οδοιπορούν μαζί. Ο ράφτης ήταν ένας μικροκαμωμένος, εύθυμος άντρας, με πρόσωπο που έλαμπε από καλοσύνη. Ήταν πάντα έτοιμος να τραγουδήσει ένα σκοπό ή να πει ένα αστείο, και η βελόνα του δούλευε τόσο γρήγορα όσο και η γλώσσα του. Ο τσαγκάρης, από την άλλη πλευρά, ήταν το άκρως αντίθετο. Ήταν ένας άντρας βαρύς, με σκυθρωπό πρόσωπο και μάτια που έψαχναν πάντα να βρουν το λάθος στους άλλους. Η καρδιά του ήταν στενή, όπως το δέρμα που κατεργαζόταν, και ο φθόνος για την προκοπή των άλλων τον έτρωγε σαν σαράκι.

Καθώς περπατούσαν στον δημόσιο δρόμο, ο ράφτης, βλέποντας τον σύντροφό του τόσο κατσουφιασμένο, του είπε: «Έλα τώρα, σύντροφε, σήκωσε το κεφάλι! Ο ήλιος λάμπει, ο δρόμος είναι μπροστά μας και η ζωή είναι μια περιπέτεια. Γιατί κουβαλάς όλο το βάρος του κόσμου στους ώμους σου;». Ο τσαγκάρης τον κοίταξε λοξά και γρύλισε: «Εσύ είσαι ελαφρόμυαλος γιατί δεν έχεις τίποτα να χάσεις. Εγώ σκέφτομαι το μέλλον, σκέφτομαι τον κάματο και την πείνα που παραμονεύει». Ο ράφτης γέλασε και αποκρίθηκε: «Η πείνα φοβάται εκείνον που τραγουδάει!».

Είχαν περάσει αρκετές ημέρες οδοιπορίας όταν έφτασαν στις παρυφές ενός απέραντου δάσους. Ήταν το δάσος που οδηγούσε στη μεγάλη βασιλική πρωτεύουσα, εκεί όπου όλοι έλεγαν πως οι τεχνίτες πλούτιζαν. Στην είσοδο του δάσους, συνάντησαν έναν γέροντα που καθόταν σε μια πέτρα. Τον ρώτησαν για τον δρόμο. «Υπάρχουν δύο μονοπάτια», τους είπε ο γέρος. «Το ένα είναι πλατύ και εύκολο, αλλά θα χρειαστείτε επτά ολόκληρες ημέρες για να βγείτε στην άλλη πλευρά. Το άλλο είναι στενό και δύσβατο, γεμάτο αγκάθια και πέτρες, αλλά αν δεν χαθείτε, σε δύο ημέρες θα βλέπετε τα τείχη της πόλης. Όμως προσέξτε: αν διαλέξετε το σύντομο, πρέπει να έχετε μαζί σας αρκετό ψωμί, γιατί στο δάσος δεν υπάρχει τίποτα να φάτε».

Ο τσαγκάρης, που πάντα βιαζόταν να φτάσει εκεί που υπήρχε κέρδος, είπε αμέσως: «Θα πάρουμε το σύντομο μονοπάτι! Γιατί να χάνουμε πέντε ημέρες δουλειάς;». Ο ράφτης συμφώνησε, αν και είχε τις επιφυλάξεις του. «Αλλά πόσο ψωμί να πάρουμε;» ρώτησε. Ο τσαγκάρης, υπολογίζοντας τα πάντα με το μυαλό της φιλαργυρίας, είπε: «Αφού ο δρόμος είναι για δύο ημέρες, θα πάρουμε ψωμί για δύο ημέρες. Γιατί να κουβαλάμε περιττό βάρος;». Ο ράφτης, αντίθετα, σκέφτηκε: «Ποτέ δεν ξέρεις τι σου επιφυλάσσει η μοίρα. Εγώ θα πάρω ψωμί για επτά ημέρες, κι ας είναι το σακίδιό μου πιο βαρύ».

Έτσι ξεκίνησαν. Οι δύο πρώτες ημέρες πέρασαν δύσκολα, καθώς τα αγκάθια έσκισαν τα ρούχα τους και οι πέτρες πλήγωσαν τα πόδια τους. Όταν ξημέρωσε η τρίτη ημέρα, η πόλη δεν φαινόταν πουθενά. Το δάσος γινόταν όλο και πιο πυκνό, οι κορμοί των δέντρων έμοιαζαν με γίγαντες που τους έφραζαν τον δρόμο και η ομίχλη κάλυπτε τα πάντα. Ο τσαγκάρης είχε ήδη φάει και την τελευταία του μπουκιά. Η πείνα άρχισε να τον τρυπάει στο στομάχι και ο θυμός του ξέσπασε στον ράφτη. «Εσύ φταις!», του φώναζε, «εσύ με τις γκαντεμιές σου!». Ο ράφτης δεν απαντούσε. Άνοιξε το σακίδιό του και μοιράστηκε το ψωμί του με τον τσαγκάρη. «Φάε, σύντροφε», του είπε γαλήνια, «έχουμε ακόμα δρόμο».

Πέρασε η τέταρτη ημέρα, πέρασε και η πέμπτη. Το ψωμί του ράφτη είχε πια τελειώσει κι αυτό. Η εξάντληση τους είχε καταβάλει. Τα πρόσωπά τους ήταν σκαμμένα, τα μάτια τους βαθουλωμένα. Την έκτη ημέρα, ο τσαγκάρης, που δεν άντεχε άλλο το μαρτύριο της πείνας, έπεσε κάτω και αρνήθηκε να σηκωθεί. «Δεν μπορώ άλλο», ούρλιαξε. Τότε, η κακία που έκρυβε τόσα χρόνια στην ψυχή του βγήκε στην επιφάνεια με έναν τρόπο φρικτό. Κοίταξε τον ράφτη που καθόταν δίπλα του και του είπε: «Έχω κρυμμένο ένα κομμάτι δέρμα στο σακίδιο μου που μπορώ να το μασήσω, αλλά δεν θα σου δώσω ούτε ίνα, αν δεν μου δώσεις κάτι ως αντάλλαγμα». «Τι θέλεις από έναν φτωχό;» ρώτησε ο ράφτης με τρεμάμενη φωνή. «Θέλω το δεξί σου μάτι!», είπε ο τσαγκάρης. «Αν μου επιτρέψεις να σου το βγάλω, θα σου δώσω το μισό μου δέρμα για να ζήσεις».

Ο ράφτης συγκλονίστηκε. «Είμαστε σύντροφοι! Πώς μπορείς να ζητάς κάτι τέτοιο;». Αλλά ο τσαγκάρης ήταν ανένδοτος. Η πείνα και ο φθόνος τον είχαν κάνει θηρίο. Ο ράφτης, βλέποντας τον θάνατο να πλησιάζει και ελπίζοντας πως αν επιζούσε θα μπορούσε να βοηθήσει τον πατέρα του, δέχτηκε τη φρικτή θυσία. Μετά από εκείνη τη μαύρη πράξη, συνέχισαν να σέρνονται στο δάσος. Την έβδομη ημέρα, η πείνα επέστρεψε δριμύτερη. Ο τσαγκάρης, βλέποντας τον ράφτη ανήμπορο με το ένα του μάτι, ζήτησε και το δεύτερο. «Μόνο έτσι θα φτάσουμε στην έξοδο», του είπε ψευδώς. Ο ράφτης, παραδομένος στη μοίρα του, έχασε και το αριστερό του μάτι για μια τελευταία ελπίδα ζωής.

Τυφλός πλέον, ο ράφτης αφέθηκε από τον τσαγκάρη κάτω από μια αγχόνη που στεκόταν στην άκρη ενός ξέφωτου. «Εδώ θα μείνεις», του είπε ο κακός σύντροφος, «κι εγώ θα πάω στην πόλη να γίνω πλούσιος». Και τον άφησε μόνο του στο απόλυτο σκοτάδι, με τον ήχο του ανέμου να σφυρίζει ανάμεσα στα σχοινιά της αγχόνης.Συνεχίζουμε με το δεύτερο και τελευταίο μέρος της ιστορίας, ολοκληρώνοντας το πλήρες κείμενο των ΑΔΕΛΦΩΝ GRIMM με τη λεπτομέρεια που αρμόζει στη λογοτεχνική τους αξία.



Ο φτωχός ράφτης βρισκόταν τώρα σε μια κατάσταση που θα λύγιζε και την πιο δυνατή ψυχή. Τυφλός, πεινασμένος και προδομένος από τον άνθρωπο που αποκαλούσε σύντροφο, ένιωθε το κρύο της νύχτας να διαπερνά τα κουρελιασμένα του ρούχα. Πάνω από το κεφάλι του, τα σχοινιά της αγχόνης έτριζαν από τον άνεμο, δημιουργώντας έναν απόκοσμο ήχο. Όμως, η καρδιά του ράφτη παρέμενε καθαρή· δεν κατάραστηκε τον τσαγκάρη, αλλά προσευχήθηκε για τη σωτηρία του.

Καθώς η νύχτα προχωρούσε, τρία κοράκια πέταξαν πάνω από το δάσος και κάθισαν στο οριζόντιο ξύλο της αγχόνης. Δεν ήταν συνηθισμένα πουλιά, αλλά πλάσματα που γνώριζαν τα μυστικά του κόσμου. Άρχισαν να μιλούν μεταξύ τους με φωνή ανθρώπινη, πιστεύοντας πως κανείς δεν μπορούσε να τα ακούσει. «Αδελφοί μου», είπε το πρώτο κοράκι, «αν ο τυφλός που κάθεται από κάτω μας γνώριζε τι κρύβεται στην αυγινή δροσιά! Αν έπλενε τα μάτια του με το νερό που θα πέσει από αυτό το ξύλο μόλις ανατείλει ο ήλιος, η όρασή του θα επέστρεφε πιο δυνατή από ποτέ».

Το δεύτερο κοράκι κρώζοντας πρόσθεσε: «Και τι να πούμε για τη μεγάλη πόλη που βρίσκεται λίγα μίλια από εδώ; Ο λαός υποφέρει γιατί η μεγάλη πηγή στην κεντρική πλατεία στέρεψε. Ο βασιλιάς υποσχέθηκε πλούτη σε όποιον τη φτιάξει. Όμως κανείς δεν ξέρει πως ένας μεγάλος, φολιδωτός βάτραχος έχει φωλιάσει βαθιά κάτω από τον κεντρικό βράχο. Αν σκοτώσουν τον βάτραχο, το νερό θα αναβλύσει πάλι σαν ποτάμι».

Τότε το τρίτο κοράκι συμπλήρωσε τη γνώση: «Υπάρχει όμως και μεγαλύτερος πόνος στο παλάτι. Η μοναχοκόρη του βασιλιά αργοπεθαίνει από μια αρρώστια που κανείς γιατρός δεν μπορεί να ονομάσει. Κι όμως, η θεραπεία είναι απλή: αν κάψουν τις ξερές ρίζες του ιερού βοτάνου που φυτρώνει πίσω από το παρεκκλήσι του λόφου και την καπνίσουν με τον ιερό καπνό, η κοπέλα θα σηκωθεί από το κρεβάτι της υγιέστατη μέσα σε μια ώρα».

Ο ράφτης άκουγε κάθε λέξη με κομμένη την ανάσα. Μόλις οι πρώτες ακτίνες του ήλιου άρχισαν να τρυπούν τις φυλλωσιές, ένιωσε τις σταγόνες της δροσιάς να κυλούν από το ξύλο. Άπλωσε τα χέρια του, μάζεψε το υγρό και το άλειψε στις άδειες κόγχες των ματιών του. Στην αρχή ένιωσε ένα κάψιμο, αλλά αμέσως μετά, ο κόσμος πλημμύρισε φως! Είδε τα δέντρα, τα πουλιά, και το δρόμο που οδηγούσε έξω από το δάσος. Με ανανεωμένες δυνάμεις, έτρεξε προς την πόλη.

Φτάνοντας στις πύλες, είδε έναν κόσμο βυθισμένο στη θλίψη. Παρουσιάστηκε στον βασιλιά και του είπε: «Μεγαλειότατε, μπορώ να φέρω πίσω το νερό και τη ζωή της κόρης σας». Ο βασιλιάς, απελπισμένος, του έδωσε την άδεια. Ο ράφτης πήγε στην πλατεία, διέταξε να μετακινήσουν τον βράχο και εκεί βρήκαν τον τεράστιο βάτραχο. Μόλις τον εξόντωσαν, το νερό πετάχτηκε ψηλά, καθαρό και κρυστάλλινο. Ο λαός ξέσπασε σε ζητωκραυγές. Έπειτα, ο ράφτης ανέβηκε στον λόφο, μάζεψε το βότανο και πήγε στην κάμαρη της βασιλοπούλας. Ο καπνός γέμισε το δωμάτιο και, όπως είχαν πει τα κοράκια, η κοπέλα άνοιξε τα μάτια της και χαμογέλασε στον πατέρα της.

Ο βασιλιάς, γεμάτος ευγνωμοσύνη, έχρισε τον ράφτη ανώτατο σύμβουλο και του έδωσε το χέρι της κόρης του. Ο γάμος έγινε με μεγαλοπρέπεια και ο φτωχός τεχνίτης έγινε ο πιο αγαπητός πρίγκιπας του βασιλείου.

Πέρασαν μερικά χρόνια, και μια μέρα, ένας ρακένδυτος τσαγκάρης έφτασε στην πόλη. Ήταν ο παλιός του σύντροφος, που είχε ξοδέψει ό,τι είχε κερδίσει με την κακία του και τώρα ζητιάνευε. Όταν οδηγήθηκε μπροστά στον πρίγκιπα, αναγνώρισε με τρόμο τον άνθρωπο που είχε τυφλώσει. Ο ράφτης όμως, αντί για εκδίκηση, του πρόσφερε φαγητό και ρούχα. «Σε συγχωρώ», του είπε, «γιατί η κακία σου έγινε η αφορμή για τη δική μου σωτηρία».

Όμως ο τσαγκάρης, αντί να μετανοήσει, ένιωσε το φθόνο να καίει τα σωθικά του. «Αν αυτός ο ελαφρόμυαλος βρήκε τέτοια τύχη κάτω από την αγχόνη, φαντάσου τι θα βρω εγώ που είμαι πιο έξυπνος!», σκέφτηκε. Την ίδια νύχτα, έτρεξε στο δάσος και κάθισε κάτω από το ξύλο, περιμένοντας τα κοράκια.

Τα πουλιά ήρθαν, αλλά αυτή τη φορά οι φωνές τους ήταν άγριες. «Κάποιος μας πρόδωσε!», έκρωξαν. «Κάποιος έκλεψε τα μυστικά μας και τα έμαθε όλος ο κόσμος!». Κοίταξαν κάτω και είδαν τον τσαγκάρη να κρυφακούει. Με μια ορμή γεμάτη οργή, έπεσαν πάνω του. Του έβγαλαν τα μάτια και τον άφησαν να ουρλιάζει στο σκοτάδι. Ο τσαγκάρης, τυφλός και χαμένος, δεν βρήκε ποτέ ξανά το δρόμο για την πόλη. Χάθηκε μέσα στα αγκάθια του δάσους, εκεί όπου η κακία του είχε ριζώσει χρόνια πριν. Ο καλός ράφτης έζησε για πάντα ευτυχισμένος, διδάσκοντας σε όλους πως η καθαρή καρδιά είναι ο μόνος αληθινός θησαυρός.



Ο ΚΑΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΚΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ

(Λογοτεχνική Έμμετρη Μεταφορά)

Σε δρόμο δύσβατο, παλιό, δύο άντρες περπατούνε, τη μοίρα τους την άγνωστη μαζί αναζητούνε. Ο ένας είχε μέσα του καρδιά γεμάτη φως, μα ο άλλος ήταν σκοτεινός, πονηρός και φθονερός. Ο Καλός τον άρτο μοίραζε, το λίγο του νερό, μα ο Κακός εσχέδιαζε το δόλιο το κακό. «Αν θέλεις να χορτάσεις πια», ο φθονερός του λέει, «τα μάτια σου θα μου δώσεις, κι ας η καρδιά σου κλαίει».

Ο Καλός απ’ την ανάγκη του, το φως του το θυσιάζει, και ο Κακός μες στο σκοτάδι, μόνο του τον αφήνει και ησυχάζει. Τυφλός ο δόλιος έμεινε, κάτω από μια κρεμάλα, μα εκεί άκουσε μυστικά, λόγια κρυφά και μεγάλα. Κοράκια τρία κάθισαν ψηλά πάνω στο ξύλο, και είπαν πώς θα γιάνεται ο πόνος κάθε φίλου: «Της δροσιάς το ύδωρ αν λουστεί, το φως του θα γυρίσει, και της βασιλοπούλας την πληγή, το δέντρο θα θεραπεύσει».

Με τη δροσιά τα μάτια του άνοιξαν στο φως πάλι, και στην πόλη τη μεγάλη έφτασε, με ελπίδα στην αγκάλη. Θεράπευσε την κόρη εκεί, τη χώρα τη σωσμένη, και η μοίρα του η πικρή, έγινε ευλογημένη. Μα ο Κακός σαν έμαθε για τούτη τη λιακάδα, ζήλεψε και πάλι τη λαμπρή, τη νέα τη στράτα. Πήγε κι αυτός στην κρεμάλα εκεί, το θαύμα να ζητήσει, μα η μοίρα η δίκαιη, σκληρά θα τον χτυπήσει.

Τα κοράκια τον είδανε, τον δόλο του ενοιώσαν, και αντί για μυστικά σοφά, τον θάνατο του δώσαν. Γιατί όποιος σπέρνει τον καημό και την κακία μόνος, στο τέλος θερίζει τον χαμό και τον αιώνιο πόνο. Έτσι ο Καλός στον θρόνο του έμεινε με τιμή, ενώ ο Κακός χάθηκε στη μαύρη τη στιγμή.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο ΚΑΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΚΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ

ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM


Δύο τεχνίτες, ένας ράφτης και ένας τσαγκάρης, ταξίδευαν μαζί αναζητώντας εργασία. Ο ράφτης ήταν ένας εύθυμος άνθρωπος, γεμάτος ελπίδα, ενώ ο τσαγκάρης ήταν σκυθρωπός και φθονερός. Όταν τα τρόφιμά τους τελείωσαν καθώς διέσχιζαν ένα απέραντο δάσος, ο τσαγκάρης εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη του ράφτη.

«Θα σου δώσω ψωμί», είπε ο τσαγκάρης, «μόνο αν μου επιτρέψεις να σου βγάλω το ένα μάτι». Ο ράφτης, μπροστά στον θάνατο από την πείνα, δέχτηκε. Τη δεύτερη μέρα, ο τσαγκάρης του έβγαλε και το άλλο μάτι για ένα ακόμα κομμάτι ψωμί και μετά τον εγκατέλειψε τυφλό και αβοήθητο κάτω από μια αγχόνη.

Ο ράφτης, μέσα στην απελπισία του, άκουσε δύο κοράκια που κάθονταν πάνω στην αγχόνη να συζητούν. Έλεγαν πως η δροσιά που έπεφτε εκείνο το βράδυ στο γρασίδι είχε τη δύναμη να θεραπεύει τα μάτια. Ο ράφτης άλειψε τα μάτια του με τη δροσιά και η όρασή του επέστρεψε, πιο καθαρή από πριν.

Συνεχίζοντας το ταξίδι του, ο ράφτης βοήθησε διάφορα ζώα —μια πάπια, μια μέλισσα και ένα άλογο— και έφτασε στην πόλη του βασιλιά. Εκεί, ο κακός τσαγκάρης, που είχε γίνει ο παπουτσής του παλατιού, τον αναγνώρισε και, φοβούμενος την αποκάλυψη, άρχισε να του θέτει ακατόρθωτες δοκιμασίες μέσω του βασιλιά, ελπίζοντας στον θάνατό του.

Με τη βοήθεια των ζώων που είχε σώσει, ο ράφτης έχτισε ένα παλάτι μέσα σε μια νύχτα και βρήκε το χαμένο δαχτυλίδι της πριγκίπισσας. Ο βασιλιάς, εντυπωσιασμένος, του έδωσε την κόρη του για γυναίκα. Ο τσαγκάρης, στην προσπάθειά του να βρει κι αυτός τη μαγική δροσιά κάτω από την αγχόνη, οδηγήθηκε εκεί, αλλά τα κοράκια του έβγαλαν τα μάτια και τον άφησαν να περιπλανιέται στο σκοτάδι για πάντα, ως τιμωρία για την απόλυτη κακία του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου