ΡΟΥΜΠΕΛΣΤΙΛΤΣΚΙΝ
ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM
Η ματαιοδοξία είναι μια ρίζα που συχνά γεννά καρπούς πικρούς και επικίνδυνους. Κάποτε, ένας φτωχός μυλωνάς, θέλοντας να προσδώσει στον εαυτό του μια αξία που δεν διέθετε, ισχυρίστηκε στον βασιλιά πως η κόρη του κατείχε μια τέχνη υπερφυσική: μπορούσε να γνέθει το άχυρο και να το μεταμορφώνει σε καθαρό χρυσάφι. Ο βασιλιάς, ένας άνθρωπος που η πλεονεξία του ξεπερνούσε κάθε ηθικό φραγμό, διέταξε να φέρουν την κοπέλα στο παλάτι.
Την οδήγησε σε μια κάμαρη γεμάτη άχυρα, της έδωσε μια ανέμη και μια ρόκα και της είπε ψυχρά: «Αν μέχρι το πρωί όλο αυτό το άχυρο δεν έχει γίνει χρυσάφι, ο θάνατος θα είναι η μοίρη σου». Η κοπέλα, κλειδωμένη στη μοναξιά της, ξέσπασε σε λυγμούς, καθώς δεν γνώριζε τίποτα από τέτοιες μαγείες. Τότε, ξαφνικά, η πόρτα άνοιξε και ένα μικροσκοπικό, αλλόκοτο ανθρωπάκι εμφανίστηκε μέσα από τις σκιές.
«Τι μου δίνεις αν γνέσω εγώ το άχυρο για σένα;» ρώτησε το πλάσμα. Εκείνη του πρόσφερε το περιδέραιό της. Το ανθρωπάκι κάθισε στη ρόκα και, μέχρι την αυγή, όλο το άχυρο είχε γίνει λαμπερό χρυσάφι. Ο βασιλιάς εξεπλάγη, αλλά η δίψα του για πλούτο μεγάλωσε. Τη δεύτερη νύχτα την έκλεισε σε μια μεγαλύτερη αίθουσα. Το ανθρωπάκι εμφανίστηκε ξανά και δέχτηκε να δουλέψει με αντάλλαγμα το δαχτυλίδι της κοπέλας.
Την τρίτη νύχτα, ο βασιλιάς υποσχέθηκε πως αν το άχυρο γινόταν χρυσάφι, θα την έκανε βασίλισσά του. Η κοπέλα δεν είχε πια τίποτα να δώσει στο πλάσμα. Τότε, το ανθρωπάκι έθεσε έναν όρο φρικτό: «Υποσχέσου μου πως, όταν γίνεις βασίλισσα, θα μου δώσεις το πρώτο παιδί που θα γεννήσεις». Μέσα στην απελπισία της και μπροστά στον τρόμο του θανάτου, η κόρη του μυλωνά συμφώνησε.
Πέρασε ένας χρόνος. Η κοπέλα, τώρα βασίλισσα, είχε σχεδόν ξεχάσει τη σκοτεινή εκείνη συμφωνία, μέχρι που έφερε στον κόσμο ένα πανέμορφο παιδί. Ξαφνικά, το ανθρωπάκι εμφανίστηκε στην κάμαρή της και ζήτησε την πληρωμή του. Η βασίλισσα, συγκλονισμένη, του πρόσφερε όλους τους θησαυρούς του βασιλείου για να κρατήσει το παιδί της, αλλά εκείνο αρνήθηκε. «Κάτι ζωντανό είναι για μένα πιο πολύτιμο από όλο το χρυσάφι του κόσμου», είπε.
Όμως, μπροστά στον σπαραγμό της, το πλάσμα έδειξε μια παράξενη υποχώρηση: «Σου δίνω τρεις μέρες διορία. Αν καταφέρεις να βρεις το όνομά μου, θα κρατήσεις το παιδί σου».
Η βασίλισσα έστειλε αγγελιαφόρους σε όλη τη χώρα να συλλέξουν κάθε όνομα, από τα πιο κοινά μέχρι τα πιο εξωτικά. Τις δύο πρώτες μέρες, καμία απάντηση δεν ήταν η σωστή. Την τρίτη μέρα, ένας αγγελιαφόρος επέστρεψε με μια παράξενη ιστορία: «Καθώς πλησίαζα σε ένα ψηλό βουνό, στην άκρη του δάσους όπου οι αλεπούδες και οι λαγοί λένε καληνύχτα, είδα ένα μικρό σπίτι. Μπροστά του έκαιγε μια φωτιά και ένα γελοίο ανθρωπάκι χοροπηδούσε γύρω της φωνάζοντας:
"Σήμερα ψήνω, αύριο θα ζυμώσω, και το παιδί της βασίλισσας σύντομα θα μου δώσουν. Κανείς δεν ξέρει, κανείς δεν το έχει βρει, πως ΡΟΥΜΠΕΛΣΤΙΛΤΣΚΙΝ είναι το όνομά μου στη γη!"»
Όταν το ανθρωπάκι εμφανίστηκε για τελευταία φορά, η βασίλισσα το ρώτησε με προσποιητή αβεβαιότητα: «Σε λένε Κουντς; Σε λένε Χάιντς;». Εκείνο γελούσε ειρωνικά. Τότε εκείνη είπε με καθαρή φωνή: «Μήπως το όνομά σου είναι ΡΟΥΜΠΕΛΣΤΙΛΤΣΚΙΝ;».
Ένας ουρλιαχτός οργής έσκισε τον αέρα. «Ο διάβολος στο είπε! Ο διάβολος στο είπε!» ούρλιαξε το ανθρωπάκι. Μέσα στη λύσσα του, χτύπησε το δεξί του πόδι τόσο δυνατά στο έδαφος που βυθίστηκε μέχρι τη μέση. Μετά, τρελό από το κακό του, έπιασε το αριστερό του πόδι με τα δύο του χέρια και σχίστηκε στα δύο.
Η βασίλισσα κράτησε το παιδί της και η σκιά εκείνης της παλιάς, ανίερης συμφωνίας χάθηκε για πάντα, αφήνοντας το παλάτι σε μια δίκαιη και ήρεμη γαλήνη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου