Σελίδες

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Η ΚΟΠΕΛΑ ΧΩΡΙΣ ΧΕΡΙΑ ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM

Κάποτε, σε έναν τόπο που η ομίχλη σκέπαζε τις τύψεις των ανθρώπων, ζούσε ένας μυλωνάς που η φτώχεια είχε στεγνώσει την ψυχή του. Μοναδική του παρηγοριά ήταν ένας παλιός μύλος και μια μοναχική μηλιά που έστεκε πίσω του, θροΐζοντας μυστικά που κανείς δεν ήθελε να ακούσει. Μια μέρα, στο βαθύ σκοτάδι του δάσους, τον πλησίασε μια σκιά με μορφή ανθρώπου. Ο ξένος, με φωνή που έμοιαζε με το τρίξιμο ξερών κλαδιών, του υποσχέθηκε πλούτη αμύθητα, ζητώντας ως αντάλλαγμα μονάχα «αυτό που στέκει πίσω από τον μύλο». Ο μυλωνάς, τυφλωμένος από την ανάγκη, πίστεψε πως η μηλιά ήταν το τίμημα. Δεν ήξερε πως εκείνη τη στιγμή, η κόρη του, η ίδια του η σάρκα, σκούπιζε την αυλή κάτω από τις σκιές του δέντρου. Όταν ο χρόνος συμπληρώθηκε και ο Διάβολος επέστρεψε για να θερίσει την υπόσχεση, βρήκε μπροστά του μια ύπαρξη λουσμένη στο φως της αθωότητας. Η κοπέλα, διαισθανόμενη το κακό, είχε πλυθεί με το κρυστάλλινο νερό της πηγής και είχε χαράξει γύρω της έναν κύκλο ιερό. Η αγνότητά της ήταν μια φωτιά που ο Άρχοντας του Σκότους δεν μπορούσε να αγγίξει. Οργισμένος, ο Διάβολος ανάγκασε τον πατέρα να στερήσει από την κόρη του κάθε σταγόνα νερού. Όμως η ψυχή της ήταν πηγή αστείρευτη· τα δάκρυά της, καθαρά σαν διαμάντια, έπλεναν το σώμα της, κρατώντας το ανέγγιχτο από τη δυσωδία της κόλασης. Τότε, σε μια κορύφωση παραφροσύνης, ο Διάβολος απαίτησε το αδιανόητο: τα ίδια τα χέρια της κοπέλας. Ο πατέρας, κυριευμένος από τον τρόμο της απώλειας της δικής του ζωής, σήκωσε το τσεκούρι. Η κοπέλα δέχτηκε το μαρτύριο με μια σιωπή που έσκιζε τους αιθέρες. Ακόμα και τότε, οι πληγές της βράχηκαν από τα δάκρυα της πίστης της, και ο Διάβολος αποσύρθηκε νικημένος από μια δύναμη που δεν μπορούσε να κατανοήσει. Μόνη και ακρωτηριασμένη, η κοπέλα ξεκίνησε μια περιπλάνηση χωρίς προορισμό, αφήνοντας πίσω της το σπίτι που έγινε σφαγείο. Έφτασε σε έναν κήπο βασιλικό, όπου τα αχλάδια έλαμπαν σαν χρυσάφι κάτω από το φως του φεγγαριού. Εκεί, ένας άγγελος με φτερά από φως την οδήγησε στο δέντρο. Χωρίς χέρια για να κόψει τον καρπό, έσκυψε και γεύτηκε τη γλύκα της ζωής απευθείας από το κλαδί. Ο Βασιλιάς, βλέποντας αυτή την απόκοσμη ομορφιά μέσα στον πόνο της, δεν είδε μια ανάπηρη κοπέλα, αλλά μια βασίλισσα της υπομονής. Την πήρε κοντά του και διέταξε οι τεχνίτες του να της πλάσουν χέρια από καθαρό ασήμι, για να τιμήσουν την ψυχή που δεν λύγισε ποτέ.Η ευτυχία της βασίλισσας με τα ασημένια χέρια έμοιαζε ακλόνητη, όμως η μοίρα και ο εχθρός παραμόνευαν. Όταν ο Βασιλιάς αναγκάστηκε να φύγει για τον πόλεμο, η Βασίλισσα έφερε στον κόσμο ένα πανέμορφο αγόρι. Έστειλε αμέσως μήνυμα στον σύζυγό της, όμως ο αγγελιαφόρος, κουρασμένος από το ταξίδι, αποκοιμήθηκε κοντά στο παλιό ποτάμι. Εκεί, ο Διάβολος, που δεν είχε ξεχάσει την ήττα του, άλλαξε το γράμμα. Όταν ο Βασιλιάς διάβασε πως η γυναίκα του γέννησε ένα τέρας, θλίφτηκε, αλλά απάντησε με αγάπη: «Φροντίστε τη Βασίλισσα μέχρι να επιστρέψω». Ο Διάβολος άλλαξε και αυτό το γράμμα, γράφοντας στη μητέρα του Βασιλιά να διώξει τη γυναίκα και το παιδί στο δάσος και να κρατήσει ως απόδειξη τα μάτια και τη γλώσσα της. Η γριά μητέρα, που αγαπούσε τη νύφη της, δεν την σκότωσε· αντίθετα, την βοήθησε να δραπετεύσει στο πυκνό δάσος. Η Βασίλισσα, με το παιδί δεμένο πάνω της, περιπλανήθηκε μέχρι που βρήκε μια μικρή καλύβα με την επιγραφή: «Εδώ κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος». Μια ευγενική γυναίκα την υποδέχτηκε και εκεί, μέσα στην ηρεμία και την προσευχή, συνέβη το θαύμα: τα χέρια της άρχισαν να μεγαλώνουν ξανά, σάρκινα και ζωντανά, ως σημάδι της αθωότητάς της. Όταν ο Βασιλιάς επέστρεψε και έμαθε την αλήθεια, ορκίστηκε να μην φάει και να μην πιει μέχρι να βρει την οικογένειά του. Επί επτά χρόνια την αναζητούσε, μέχρι που έφτασε στην ίδια καλύβα. Εκεί, είδε μια γυναίκα με αληθινά χέρια και δεν την αναγνώρισε. Όταν όμως εκείνη του έδειξε τα ασημένια χέρια που κρατούσε φυλαγμένα σε ένα κουτί, ο Βασιλιάς κατάλαβε πως η πίστη και η καρτερία είχαν νικήσει το σκοτάδι. Επέστρεψαν μαζί στο παλάτι, όπου έζησαν με ειρήνη, και η ιστορία της κοπέλας έγινε θρύλος για τη δύναμη της ψυχής που παραμένει καθαρή απέναντι στο κακό.
Στο δάσος το βαθύ, στη σιωπηλή γωνιά, η πίστη βρήκε στέγη, βρήκε και γιατρειά. Τα χέρια τα ασημένια, που χάρισε ο Βασιλιάς, έγιναν πάλι σάρκα, σημάδι της χαράς. Επτά χρόνια ο δρόμος, επτά χρόνια ο καημός, μέχρι που ο Βασιλιάς φάνηκε σαν το φως. Το ψέμα του Διαβόλου γκρεμίστηκε στη γη, και η αγάπη άνθισε, σαν την πρώτη αυγή.


Η ΚΟΠΕΛΑ ΧΩΡΙΣ ΧΕΡΙΑ

ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM


Αυτή είναι μια από τις πιο βαθιές και πνευματικές ιστορίες της συλλογής. Ξεκινά με έναν μυλωνά που έχει περιέλθει σε μεγάλη φτώχεια. Ένας ξένος τον πλησιάζει στο δάσος και του υπόσχεται αμύθητα πλούτη αν του δώσει «αυτό που στέκεται πίσω από τον μύλο του». Ο μυλωνάς, πιστεύοντας πως πίσω από τον μύλο ήταν μόνο μια παλιά μηλιά, δέχεται. Όμως, εκεί στεκόταν η κόρη του, μια κοπέλα αγνή και ευσεβής.


Ο ξένος ήταν ο Διάβολος. Όταν ήρθε να πάρει την κοπέλα, εκείνη είχε πλυθεί τόσο καλά και ήταν τόσο καθαρή, που εκείνος δεν μπορούσε να την αγγίξει. Οργισμένος, διέταξε τον πατέρα να της δέσει τα χέρια και να μην την αφήσει να πλυθεί. Όμως εκείνη έκλαψε πάνω στα χέρια της και τα δάκρυά της τα κράτησαν καθαρά. Τότε ο Διάβολος ανάγκασε τον πατέρα, υπό την απειλή του θανάτου, να κόψει τα χέρια της ίδιας του της κόρης. Ακόμα και τότε, η κοπέλα έπλυνε τα ακρωτηριασμένα της μέλη με τα δάκρυά της, και ο Διάβολος έχασε κάθε εξουσία πάνω της.


Η κοπέλα εγκατέλειψε το πατρικό της σπίτι και περιπλανήθηκε μέχρι που έφτασε σε έναν βασιλικό κήπο. Εκεί, ένας άγγελος τη βοήθησε να βρει τροφή. Ο βασιλιάς την ανακάλυψε, μαγεύτηκε από την εσωτερική της ομορφιά και την παντρεύτηκε, χαρίζοντάς της ασημένια χέρια.


Όταν ο βασιλιάς έφυγε στον πόλεμο, η κοπέλα γέννησε ένα πανέμορφο αγόρι. Όμως ο Διάβολος, παραμονεύοντας πάντα, άλλαξε τα γράμματα που έστελνε ο βασιλιάς και η βασίλισσα, κάνοντας τον καθένα να πιστέψει πως το παιδί ήταν τέρας και πως η μητέρα έπρεπε να θανατωθεί. Η κοπέλα αναγκάστηκε να φύγει πάλι στο δάσος με το παιδί της δεμένο στην πλάτη.


Κατέφυγε σε μια μικρή καλύβα με την επιγραφή «Εδώ όλοι ζουν δωρεάν». Εκεί, ένας άγγελος την πρόσεχε για επτά χρόνια. Μια μέρα, καθώς έσκυβε να πιει νερό, το παιδί της κινδύνευσε να πέσει στο ποτάμι. Μέσα στην απόγνωσή της να το σώσει, ξέχασε πως δεν είχε χέρια και άπλωσε τα άκρα της. Με τη θεϊκή χάρη, τα αληθινά της χέρια φύτρωσαν ξανά, ως ανταμοιβή για την υπομονή και την πίστη της.


Ο βασιλιάς, μετά από χρόνια αναζήτησης, την βρήκε στην καλύβα. Αν και δεν την αναγνώρισε αμέσως λόγω των χεριών της, εκείνη του έδειξε τα ασημένια χέρια που φυλούσε και του διηγήθηκε την ιστορία της. Επέστρεψαν στο παλάτι και έζησαν με ειρήνη, αποδεικνύοντας πως η κακία μπορεί να ακρωτηριάσει το σώμα, αλλά ποτέ μια ψυχή που παραμένει καθαρή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου