Σελίδες

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

ΥΠΟ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΙΚΗΝ ΔΡΥ

  Η αφήγηση εστιάζει στην καταστροφή μιας υπεραιωνόβιας δρυός, συμβολίζοντας τη βίαιη παρέμβαση του ανθρώπου στη φύση. Το κατεξοχήν οικολογικό διήγημα του Παπαδιαμάντη θα μπορούσε κανείς να πει

πως είναι το Υπό την βασιλικήν δρυν, στο οποίο φανερώνεται το δέσιμο αλλά και η
επιρροή που μπορεί να ασκεί ένα δέντρο στην ψυχή του συγγραφέα, στην ψυχή του
ανθρώπου. Στην αρχή του διηγήματος έχουμε μια υπέροχη περιγραφή του δέντρου
που προκαλεί δέος στον ενδεκαετή ήρωα, ο οποίος το φαντάζεται ως ερωμένη, ενώ
παράλληλα βλέπει σ΄ αυτό να αντανακλάται το μεγαλείο του κόσμου. Ο αφηγητής,
μάλιστα, χρησιμοποιεί βιβλικά και λειτουργικά αποσπάσματα όταν επικαλείται το
δέντρο, όπως «μάννα ζωής, δρόσος γλυκασμού, μέλι το εκ πέτρας»
επισημαίνοντας τα θεϊκά στοιχεία που έχουν αποτυπωθεί γλαφυρά επάνω του. Τα
κλαδιά και τα φύλλα του, όταν θροΐζουν, γαληνεύουν την ψυχή του παιδιού και όταν
βρίσκεται κάτω από τον ίσκιο του, νιώθει κρυφή ευτυχία, πνευματική και ψυχική
ανάταση. Επικουρικά σ΄ αυτό λειτουργεί η παρουσία όλης της πλάσης, των φυτών
(παπαρούνες, χαμολούλουδα) αλλά και του ζωικού βασιλείου (τα πουλιά που
κελαηδούν)
Εικόνα:Marc Potts

 «Α! δεν είναι δένδρον, είναι κόρη· και τα δένδρα, όσα βλέπομεν, είναι γυναίκες!



Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1901
➖➖➖
Τη μετατροπή του κειμένου στην
καθομιλουμένη δημοτική
έκανε ο
Ιωάννης Δ. Γιαννούκος
⭐⭐⭐

Όταν ήμουν παιδί ακόμα, περνούσα εκεί κοντά, καβάλα στο γαϊδουράκι, για να πάω να απολαύσω τα εξοχικά μας πανηγύρια των ημερών του Πάσχα, του Αγίου Γεωργίου και της Πρωτομαγιάς, ρεμβάζοντας γλυκά, μη χορταίνοντας να θαυμάζω ένα πανέμορφο δένδρο μεμονωμένο, πελώριο, μία βασιλική δρυ.
Τι μεγαλείο είχε! Τα κλαδιά της χλωρά, γκριζωπά, κατάμεστα, κραταιά, τα κλωνάρια της γαμψά όπως η κατατομή του αετού, μικρά κλωνάκια προεξείχαν, που μαζί με τα φύλλα τους περιτυλιγμένα, έμοιαζαν με χαίτες λιονταριού η βασιλικά στέμματα. Και ήταν εκείνη βασίλισσα του δρυμού, δέσποινα άγριας καλλονής, βασίλισσα της δρόσου…
Από τα φύλλα της, στάλαζε και έρρεε ολόγυρά της «μάννα ζωής, δρόσος γλυκασμού, μέλι το εκ πέτρας». 
Έθαλπαν οι ζωφόροι χυμοί της, έρωτα θείας ακμής και έπνεε η θεσπέσια φυλλωσιά της, τρυφηλότητα αμόλυντη. Και η κορυφή της πυκνόφυλλη υψωνόταν σαν στέμμα παρθενικό, διάδημα θείο.
Αισθανόμουν ανείπωτη συγκίνηση, να βλέπω το μεγαλοπρεπές εκείνο δένδρο. 
Φάνταζε στα μάτια, τραγουδούσε στα αυτιά, ψιθύριζε στην ψυχή, φθόγγους ανείπωτης γοητείας. 
Τα κλωνάρια της, το φύλλωμά της, στου ανέμου το φύσημα, φαίνονταν σαν να ψάλλουν μέλος ψαλμικό, το
«Ὡς ἐμεγαλύνθην…».
Με έθελγε, με καλούσε κοντά της. Ποθούσα να πηδήσω από το υποζύγιο, να τρέξω κοντά της, να την απολαύσω, να
αγκαλιάσω τον κορμό της, ο οποίος θα ήταν αγκάλιασμα για πέντε παιδιά σαν εμένα και να τον φιλήσω. Να προσπαθήσω να σκαρφαλώσω στον πελώριο κορμό της, το μεστό και γκριζωπό, να ανεβώ στο σταύρωμα των κλαδιών της, να σκαρφαλώσω στους κλώνους, να φτάσω στα ακροκλώναρα.
Και αν δεν με δεχόταν και αν με απέβαλλε από το σώμα της και μ’ έριχνε κάτω, ας έπεφτα να κυλιστώ στη χλόη της, να στεγασθώ κάτω απ’ τη σκιά της, κάτω από τα αετώματα των κλώνων της, τα όμοια με στέμματα Δαβίδ θεολήπτου.
Το ποθούσα πολύ, αλλά η συνοδεία των οικείων μου, με τους οποίους έκανα τις εκδρομές εκείνες ανά τα όρη, δεν θα ήθελε να μου το επιτρέψει. 
Και μία χρονιά, ήταν κατά τις εορτές του σωτήριου έτους 18…, καθώς είχαμε περάσει δίπλα από το δένδρο, φθάσαμε στο Μέγα Μαντρί.
Το Μέγα Μαντρί ήταν μικρός συνοικισμός, που εκεί έφερναν τα κοπάδια τους το καλοκαίρι οι βοσκοί της περιοχής.
Κατοικούσαν εκεί επτά ή οκτώ οικογένειες αγροτών. 
Δύο απ’ τις οικογένειες αυτές συνδέονταν προς τους γονείς μου, με δεσμούς βαπτίσματος, κολιγοσύνης κτλ. και όλοι ήταν φίλοι και συμπατριώτες μας.
Πηγαίναμε εκεί συνήθως τις μέρες του Πάσχα, έπειτα πάλι του Αγίου Γεωργίου ή την

Πρωτομαγιά και άλλοτε του Αγίου Κωνσταντίνου ή της Αναλήψεως. 
Πάνω σε ένα όμορφο λόφο, υπήρχε το παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, όπου λειτουργούμασταν.
Γίνονταν εκεί χοροί και πανηγύρια, δρόσος και αναψυχή και χάρμα βασίλευε. Θυσιάζονταν αρνιά και ερίφια και σπονδές γίνονταν με πυρόξανθο κρασί. Τελούνταν αγώνες άμιλλας, δισκοβολίες και άλματα. Κτυπούσε στα αυτιά ο ήχος του αυλού και της λύρας, συνοδεύοντας το ρυθμικό  βήμα των παρθένων στο χορό.
Και ξανθές με κόκκινα μαντήλια βοσκοπούλες, πηδούσαν, πετούσαν, κελαηδούσαν.
***
Καθώς είχαμε φθάσει εκεί τη χρονιά εκείνη, με είχε κυριεύσει ζωηρότερα, η εντύπωση η μαγική της δρυός. 
Περνούσαμε εκάστοτε όχι μακριά απ’ το δένδρο, που απείχε μισή ώρα δρόμο από το Μέγα Μαντρί.
Ο δρόμος μας ήταν πάνω στην πλαγιά, λίγο ψηλότερα απ’ τη θέση που βρισκόταν το δένδρο, διέσχιζε πλαγίως το βουνό και η δρυς η μαγική, καθώς εξακολουθούσα να τη βλέπω επὶ πολύ ώρα, με γοήτευε και με καλούσε, σαν να ήταν πλάσμα έμψυχο, κόρη παρθενική του βουνού.
Κατά τις διάφορες στροφές του δρόμου, ανάλογα με τα βαθουλώματα  ή τις προεξοχές του εδάφους και με τις κινήσεις του γαϊδουριού, τις ιδιότροπες και πείσμονες, καθώς ξανοιγόμουν προς τη δρυ, καθόσον πλησίαζα ή απομακρυνόμουν απ’ αυτήν, τόσες θέες, απόψεις και φάσεις λάβαινε το δένδρο.
Από πλάγια και μακριά είχε όψη λιγυρής χάριτος, κοντά και κατά μέτωπο, εμφανιζόταν αλλιώς, μεστή και μεγάλη, βαθύχλωρη, μοιάζοντας με νύφη.
Όλη τη νύχτα, κοιμώμενος και αγρυπνώντας, ονειρευόμουν τη δρυ, τη θεσπέσια και ψηλή…
Το πρωί εκείνο του Μεγάλου Σαββάτου, καθώς είχε ευωδιάσει ο ναΐσκος από δάφνες και λιβάνια και είχε κρουσθεί τρελά από παιδικά χέρια η μικρή καμπάνα, που ήταν πάνω από το γείσο της στέγης της πλακοσκέπαστης, χαιρετίζοντας το «Ανάστα ο Θεός», το οποίο έψαλλε ο παπάς, ραίνοντας τους πιστούς με πέταλα ρόδων και λουλουδιών… έπειτα, πριν απολύσει η λειτουργία, εγώ έγινα άφαντος.
Από πλάγιο κρυφό δρομάκι, το οποίο είχα ανακαλύψει την προηγούμενη μέρα, άρχισα να ανεβαίνω τη ράχη του βουνού διευθυνόμενος προς το μέρος, όπου βρισκόταν η βασιλική δρυς.
Πίστευα, ότι γνώριζα καλά το δρόμο.
Ήταν όλος ο δρόμος ανηφορικός κι εγώ έτρεχα, έτρεχα, για να φθάσω γρήγορα, να ασπασθώ την αγαπημένη μου και γρήγορα πάλι να επιστρέψω, φανταζόμενος, ότι η απουσία μου τότε δεν θα γινόταν αντιληπτή και δεν θα είχα ν’ ακούσω επιπλήξεις από τους οικείους μου.
Πριν από μένα, είχαν αναχωρήσει από τον ποιμενικό καταυλισμό, λίγοι απ’ τους βοσκούς, πηγαίνοντας στην πολίχνη, για να πάνε αρνιά και τυρί στους κολίγους, αγοράζοντας άλλα ψώνια απ’ την πόλη. Αυτοί θα επέστρεφαν προς το βράδυ και δεν ήταν πιθανό να συναντήσω κάποιους στο δρόμο. Όμως ξαφνικά, είδα από μακριά άλλους να έρχονται προς τα εδώ, συνοδεία γυναικών και παιδιών και υποζυγίων.
Αυτοί έρχονταν απ’ την πόλη, για να συνεορτάσουν στην εξοχή κοντά στους συγγενείς τους, τους βοσκούς.
Αμέσως έφυγα απ’ το δρόμο και έσπευσα να κρυφτώ πίσω από πυκνούς θάμνους. 
Οι άνθρωποι εκείνοι, αν με συναντούσαν μόνο μου, μακριά απ’ τους γονείς μου, να περπατάω άγνωστο που, θα παραξενεύονταν και αν δεν με έπειθαν να γυρίσω με αυτούς αμέσως πίσω, εξάπαντος θα με κατάγγειλαν κάτω στο Μέγα Μαντρί.
Ήμουν ένδεκα ετών παιδί.
Εκείνοι, γρήγορα προσπέρασαν κι εγώ συνέχισα το δρόμο μου, αλλά μετά από λίγο τον έχασα.
Σε ένα σταυροδρόμι που έφθασα, πήρα το δρόμο αριστερά, τον ψηλότερο και ασθμαίνοντας έφθασα στην κορυφή του βουνού.
Αλλά η μεγάλη δρυς υπήρξε ευεργέτης μου και κηδεμόνας μου.
Αυτή με έβγαλε απ’ την απάτη, φαινόταν δε σαν να μου έκανε νόημα από μακριά και με καθοδηγούσε να έλθω κοντά της.
Καθώς την είδα χαμηλότερα, δεξιά, αρκετά μακριά, άφησα το δρομάκι στο οποίο έτρεχα και στρίβοντας δυτικά, άρχισα να κατεβαίνω μέσα απ’ τους αγρούς, υπερπηδώντας αιμασιές, χαντάκια, φραγμούς θάμνων και βάτων, σχίζοντας τις σάρκες μου, ματώνοντας χέρια και πόδια…
Τέλος έφθασα κοντά στην ποθητή νύμφη των δασών.
***
Ήμουν κατάκοπος, ιδρωμένος και λαχανιασμένος.
Άμα έφθασα, ρίχτηκα πάνω στη χλόη, κυλίστηκα πάνω σε παπαρούνες και χαμολούλουδα. Αλλά όμως αισθανόμουν κρυφή ευτυχία, ονειρώδη απόλαυση. 
Ρέμβαζα, βλέποντας τους κλώνους της τους κραταιούς και ανοιγοκλείνοντας ηδυπαθώς τα χείλη στην πνοή της αύρας της, στο θρόισμα των φύλλων της. 
Εκατοντάδες πουλιά αναπαύονταν στους κλώνους της και απάγγειλαν τρελά τραγούδια…
Δρόσος, άρωμα και χαρμονή θώπευαν την ψυχή μου.
Ήμουν αποσταμένος και δεν είχα κοιμηθεί καλά τη νύκτα.
Ο ύπνος μου έλειπε. Στη σκιά του πελώριου δένδρου, ανάμεσα στις παπαρούνες τις κατακόκκινες, ο ύπνος ήλθε, με νανούρισε και μου έδειξε εικόνες όπως σε ένα περίεργο παιδί.
Μου φάνηκε, ότι το δένδρο, σιγά σιγά άλλαξε όψη, είδος και μορφή.
Σε μία στιγμή, η ρίζα του μου φάνηκε σαν δύο ωραίες κνήμες, κολλημένες η μία πάνω στην άλλη, έπειτα μετά από λίγο, ξεκόλλησαν και χωρίσθηκαν σε δύο, ο κορμός μου φάνηκε, ότι διαπλασσόταν και μορφοποιούταν σε οσφύ, σε κοιλιά και στέρνο, οι δύο τεράστιοι κλάδοι, μου φάνηκαν σαν δύο βραχίονες, χέρια που αναζητούσαν το άπειρο, έπειτα κατέρχονταν συγκαταβατικά προς τη γη, επί της οποίας ήμουν εγώ και το βαθύ γκριζωπό αειθαλές φύλλωμα, μου φάνηκε σαν πλούσια κόμη κόρης, ανασηκωμένη προς τα πάνω, έπειτα λυμένη, κυματιστή, χαλαρωμένη προς τα κάτω.
Το πόρισμά μου, που βγήκε απ’ το όνειρο και εν είδη συλλογισμού διατυπωμένο, υπήρξε τούτο.
«Α! δεν είναι δένδρο, είναι κόρη και τα δένδρα, όσα βλέπουμε είναι γυναίκες!»
Όταν μετά από λίγο ξύπνησα, ως συνέχεια του ονείρου, είχα στο νου, την ανάμνηση της ιστορίας του τυφλού, τον οποίο ο Χριστός θεράπευσε, καθώς είχα ακούσει το διδάσκαλό μας στην Ιερά Ιστορία: «Κατ’ αρχάς μεν είδε τους ανθρώπους ως δένδρα, δεύτερον δε τους είδε καθαρά…»
Αλλά δεν ξύπνησα ακόμη, πριν ακούσω τι έλεγε τὸ φάσμα.
Η κόρη -η δρυς- είχε λάβει φωνή και μου έλεγε:
«– Ειπὲ να μου φεισθούν, να μη με κόψουν…, διά να μη κάμω ακουσίως κακό. Δεν είμαι εγώ νύμφη αθάνατος, θα ζήσω όσον αυτό το δένδρο….»
Ξύπνησα έντρομος και έφυγα…
Ήταν ήδη μεσημέρι και ο ήλιος μεσουρανούσε.
Έκαιγε ψηλά, πάνω από την κορυφή της δρυός, η οποία ήταν σκιά αδιαπέραστη… 
Από τον αντικρινό λόφο άκουσα μια φωνή να με καλεί
με τ΄ όνομά μου. 
Ήταν ένας μικρός βοσκός με την κάπα του, με τη γκλίτσα του και με δέκα κατσίκες, τις οποίες οδηγούσε.
Μου φώναξε, ότι ο πατέρας μου με αναζητούσε ανήσυχος και να τρέξω, να φθάσω γρήγορα εκεί κάτω…
Δεν κατάλαβα τίποτε από το μαντικό όνειρο.
Αργότερα διδάχθηκα από εγχειρίδιο Μυθολογίας, ότι η Αμαδρυὰς συναποθνήσκει με την δρυν, στην οποία βρίσκεται ενσαρκωμένη…
***
Μετά πολλά χρόνια, όταν ξενιτεμένος από πολύ καιρό επέστρεψα στο χωριό μου και επισκέφθηκα τα χωριά εκείνα, τα προσκυνητάρια των παιδικών αναμνήσεων, δε βρήκα πλέον, ούτε τον τόπο που ήταν κάποτε η Δρυς η Βασιλική, το πάγκαλο και μεγαλοπρεπές δένδρο, η νύμφη των δρυμώνων.
Μία γριά με τη ρόκα της, με δύο προβατίνες, τις οποίες έβοσκε μέσα σε έναν αγρό εκεί κοντά, βρισκόταν εκεί, καθισμένη έξω απ’ τη μικρή καλύβα της.
Όταν τη ρώτησα, τι είχε γίνει το «Μεγάλο Δένδρο», το οποίο ήταν έναν καιρό εκεί, μου απάντησε:
– Ο σχωρεμένος ο Βαργέντης το έκοψε… μα κι εκείνος δεν είχε κάμει νισάφι με το τσεκούρι του, όλα θεόρατα δένδρα, τόσα σημαδιακά πράματα. Σαν τό ΄κοψε κι ύστερα, δεν είδε προκοπή. Αρρώστησε και σε λίγες μέρες πέθανε…
Το Μεγάλο Δένδρο ήταν στοιχειωμένο.
 
ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Περιοδ. « Παναθήναια », 1901



Ὅταν παιδίον διηρχόμην ἐκεῖ πλησίον, ἐπὶ ὁναρίου ὀχούμενος, διὰ νὰ ὑπάγω νὰ ἀπολαύσω τὰς ἀγροτικάς μας πανηγύρεις τῶν ἡμερῶν τοῦ Πάσχα, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ τῆς Πρωτομαγιᾶς, ἐρρέμβαζον γλυκὰ μὴ χορταίνων νὰ θαυμάζω περικαλλὲς δένδρον μεμονωμένον, πελώριον, μίαν βασιλικὴν δρῦν. ῾Οποῖον μεγαλεῖον εἶχεν! Οἱ κλάδοι της χλωρόφαιοι, κατάμεστοι, κραταιοί· οἱ κλῶνοι της γαμψοὶ ὡς ἡ κατατομὴ τοῦ ἀετοῦ, οὖλοι ὡς ἡ χαίτη τοῦ λέοντος, προεῖχον ἀναδεδεμένοι εἰς βασιλικὰ στέμματα. Καὶ ἦτο ἐκείνη ἅνασσα τοῦ δρυμοῦ, δέσποινα ἀγρίας καλλονῆς, βασίλισσα τῆς δρόσου...


Ἀπὸ τὰ φύλλα της ἐστάλαζε καὶ ἔρρεεν ὁλόγυρά της «μάννα ζωῆς, δρόσος γλυκασμοῦ, μέλι τὸ ἐκ πέτρας». Ἔθαλπον οἱ ζωηφόροι ὀποί της ἔρωτα θείας ἀκμῆς καὶ ἔπνεεν ἡ θεσπεσία φυλλάς της ἵμερον τρυφῆς ἀκηράτου. Καὶ ἡ κορυφή της βαθύκομος ἠγείρετο ὡς στέμμα παρθενικόν, διάδημα θεῖον.

ᾘσθανόμην ἄφατον συγκίνησιν νὰ θεωρῶ τὸ μεγαλοπρεπὲς ἐκεῖνο δένδρον. ᾽Εφάνταζεν εἰς τὸ ὄμμα, ἔμελπεν εἰς τὸ οὗς, ἐψιθύριζεν εἰς τὴν ψυχὴν φθόγγους ἀρρήτου γοητείας. Οἱ κλῶνοι, οἱ ράμνοι, τὸ φύλλωμά της, εἰς τοῦ ἀνέμου τὴν σεῖσιν, ἐφαίνοντο ὡς νὰ ψάλλωσι μέλος ψαλμικόν, τὸ «Ὡς ἐμεγαλύνθην...». Μ’ ἔθελγε, μ’ ἐκάλει ἐγγύς της. ᾽Επόθουν νὰ πηδήσω ἀπὸ τοῦ ὑποζυγίου, νὰ τρέξω πλησίον της, νὰ τὴν ἀπολαύσω, νὰ περιπτυχθῶ τὸν κορμὸν της, ὅστις θὰ ἦτο ἀγκάλιασμα διὰ πέντε παιδιὰ ὡς ἐμέ, καὶ νὰ τὸν φιλήσω. Νὰ προσπαθήσω ν’ ἀναρριχηθῶ εἰς τὸ πελώριον στέλεχος, τὸ ἀδρὸν καὶ ἀμαυρόν, ν’ ἀναβῶ εἰς τὸ σταύρωμα τῶν κλάδων της ν’ ἀνέλθω εἰς τοὺς κλώνους, νὰ ὑψωθῶ εἰς τοὺς ἀκρέμονας. Καὶ ἄν δὲν μ’ ἐδέχετο καὶ ἄν μ’ ἀπέβαλλεν ἀπὸ τὸ σῶμα της καὶ μ’ ἔρριπτε κάτω, ἂς ἔπιπτον νὰ κυλισθῶ εἰς τὴν χλόην της, νὰ στεγασθῶ ὑπὸ τὴν σκιάν της, ὑπὸ τὰ ἀετώματα τῶν κλώνων της, τὰ ὅμοια μὲ στέμματα Δαβὶδ θεολήπτου.


Ἐπόθουν, ἀλλ’ ἡ συνοδεία τῶν οἰκείων μου, μεθ’ ὧν ἐτέλουν τὰς ἐκδρομὰς ἐκείνας ἀνὰ τὰ ὄρη, δὲν θὰ ἤθελε νὰ μοὶ τὸ ἐπιτρέψῃ. Καὶ μίαν χρονιάν, ἦτο κατὰ τὰς ορτὰς τοῦ σωτηρίου ἔτους 18..., καθὼς εἴχομεν διέλθει πλησίον τοῦ δένδρου, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ Μέγα Μανδρί· ἦτο δὲ τὸ Μέγα Μανδρὶ μικρὸς συνοικισμός, θερινὸν σκήνωμα τῶν βοσκῶν τοῦ τόπου. Ἐκατοίκουν ἐκεῖ ἑπτὰ ἤ ὀκτὼ οἰκογένειαι ἀγροτῶν. Δύο ἐκ τῶν οἰκογενειῶν τούτων συνεδέοντο πρὸς τοὺς γονεῖς μου διὰ δεσμῶν βαπτίσματος, κολιγοσύνης κτλ. καὶ ὅλοι ἦσαν φίλοι καὶ συμπατριῶται μας.

Κατηρχόμεθα ἐκεῖ συνήθως τὰς ἡμέρας τοῦ Πάσχα, εἶτα πάλιν τοῦ Ἁγ. Γεωργίου ἤ τὴν Πρωτομαγιάν, ἄλλοτε δὲ τοῦ Ἁγ. Κωνσταντίνου ἤ τῆς Ἀναλήψεως. ᾽Επὶ τερπνοῦ λόφου ὑπῆρχε τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγ. ᾽Ιωάννου τοῦ Θεολόγου, ὅπου ἐλειτουργούμεθα.

Ἤγοντο ἐκεῖ χοροὶ καὶ πανηγύρεις˙ δρόσος καὶ ἀναψυχὴ καὶ χάρμα ἐβασίλευεν. Ἐθύοντο ἀρνία καὶ ἐρίφια, καὶ σπονδαὶ ἐγίνοντο πυροξάνθου ἀνθοσμίου. Ἐτελοῦντο ἀγῶνες ἀμίλλης, δισκοβολίαι καὶ ἅλματα. ῎Επληττε τὰς πραείας ἠχοῦς ὁ φθόγγος τοῦ αὐλοῦ καὶ τῆς λύρας, συνοδεύων τὸ ἔρρυθμον βῆμα τῶν παρθένων πρὸς κύκλιον χορόν. Καὶ ξανθαὶ ἐρυθρόπεπλοι βοσκοποῦλαι ἐπήδων, ἐπέτων, ἐκελάδουν.

Καθὼς εἴχομεν φθάσει ἐκεῖ, τὴν χρονιὰν ἐκείνην, μὲ εἶχε κυριεύσει ζωηρότερον ἡ ἐντύπωσις ἡ μαγικὴ τῆς δρυός. Διηρχόμεθα ἑκάστοτε οὐχὶ μακρὰν τοῦ δένδρου, ἀπέχοντος ἡμισείας ὥρας ὁδὸν ἀπὸ τὸ Μέγα Μανδρί. Ὁ δρόμος μας ἦτο ἐπὶ τῆς κλιτύος, ὀλίγον ὑψηλότερον τῆς θέσεως, ὅπου ἵστατο τὸ δένδρον, ἔτεμνε δὲ πλαγίως τὸ βουνόν, καὶ ἡ δρῦς ἡ μαγική, καθὼς ἐξηκολούθουν νὰ τὴν βλέπω ἐπὶ ἱκανὴν ὥραν, μὲ ἐγοήτευε καὶ μὲ ἐκάλει, ὡς νὰ ἦτο πλάσμα ἔμψυχον, κόρη παρθενικὴ τοῦ βουνοῦ.

Κατὰ τὰς ποικίλας κυμάνσεις τῆς ὁδοῦ, σύμφωνα μὲ τὰ κοιλώματα ἤ τὰς προεξοχὰς τοῦ ἐδάφους καὶ κατὰ τὰς κινήσεις τοῦ ὀναρίου τὰς ἰδιοτρόπους καὶ πείσμονας -καθὼς ἐξάνοιγα τὸ πρῶτον τὴν δρῦν, καθόσον ἐπλησίαζα ἤ ἀπεμακρυνόμην ἀπ’ αὐτῆς,- τόσας θέας, ἀπόψεις καὶ φάσεις ἐλάμβανε τὸ δἑνδρον. Ἐκ πλαγίου καὶ μακρόθεν εἶχεν ὄψιν λιγυρᾶς χάριτος, ἐγγύθεν καὶ κατὰ μέτωπον προέκυπτεν ὅλη μεστὴ καὶ ἀμφιλαφής, βαθύχλωρος, ἐπιβάλλουσα ὡς νύμφη.


Ὅλην τὴν νύκτα, κοιμώμενος καὶ ἀγρυπνῶν, ὠνειρευόμην τὴν δρύν, τὴν θεσπεσίαν καὶ ὑψηλήν... Τὴν πρωίαν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, καθὼς εἶχεν εὐωδιάσει ὁ ναΐσκος ἀπὸ δάφνας καὶ λιβανωτίδας καὶ εἶχε κρουσθῆ τρελὰ ἀπὸ παιδικὰς χεῖρας ὁ μικρὸς κώδων ὁ ὑπεράνω τοῦ γείσου τῆς στέγης τῆς πλακοσκεποῦς, χαιρετίζων τὸ «Ἀνάστα ὁ Θεός», τὸ ὁποῖον ἔψαλλεν ὁ παπὰς ραίνων τοὺς πιστοὺς μὲ πέταλα ρόδων καὶ ἴων... εἶτα, πρὶν ἀπολύσῃ ἡ λειτουργία ἐγὼ ἔγινα ἄφαντος.

Διὰ πλαγίου κρυφοῦ δρομίσκου, τὸν ὁποῖον εἶχον ἀνακαλύψει τὴν προτεραίαν, ἤρχισα νὰ ἀνέρχωμαι τὴν ράχιν τοῦ βουνοῦ διευθυνόμενος πρὸς τὸ μέρος, ὅπου εὑρίσκετο ἡ βασιλικὴ δρῦς. ᾽Επίστευα, ὅτι ἐγνώριζον καλὰ τὸν δρόμον.

ᾞτο ὅλη ἡ ὁδὸς ἀνωφερὴς κι ἐγὼ ἔτρεχον, ἔτρεχον, διὰ νὰ φθάσω ταχέως, ν’ ἀσπασθῶ τὴν ἀγαπημένην μου καὶ ταχέως πάλιν νὰ ἐπιστρέψω, φανταζόμενος, ὅτι ἡ ἀπουσία μου τότε δὲν θὰ παρετηρεῖτο καὶ δὲν θὰ εἶχον ν’ ἀκούσω ἐπιπλήξεις ἀπὸ τοὺς οἰκείους.

Πρὸ ἐμοῦ εἶχον ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸ ποιμενικὸν σκήνωμα ὀλίγοι ἐκ τῆς τάξεως τῶν βοσκῶν, ἀπερχόμενοι εἰς τὴν πολίχνην, διὰ νὰ κομίσωσιν ἀρνία καὶ τυρίον εἰς τοὺς κολίγας, ἀποφέρωσι δὲ ἄλλα ὁψώνια ἐκ τῆς πόλεως. Οὗτοι θὰ ἐπέστρεφον πρὸς ἑσπέραν καὶ δὲν ἦτο πιθανὸν νὰ συναντήσω τινάς καθ’ ὁδόν. Πλὴν παρ’ ἐλπίδα εἶδον μακρόθεν ἄλλους ἐρχομένους πρὸς τὰ ἐδῶ, συνοδείᾳ γυναικῶν καὶ παιδίων καὶ ὑποζυγίων· οὗτοι ἤρχοντο ἐκ τῆς πόλεως, διὰ νὰ συνεορτάσωσιν ἐν τῇ ἐξοχῇ πλησίον τῶν συγγενῶν των, τῶν βοσκῶν.

Πάραυτα ἐξετράπην τῆς ὁδοῦ καὶ ἔσπευσα νὰ κρυβῶ ὄπισθεν πυκνῶν θάμνων. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἄν μὲ συνήντων μεμονωμένον μακρὰν τῶν γονέων μου, πορευόμενον ἄγνωστον ποῦ, θὰ ἐπαραξενεύοντο καὶ ἄν δὲν μ’ ἔπειθον νὰ κατέλθω μετ’ αὐτῶν εὐθὺς ὀπίσω, ἐξ ἅπαντος θὰ μὲ κατήγγελλον κάτω εἰς τὸ Μέγα Μανδρί. Ἤμην ἕνδεκα ἐτῶν παιδί.


Ἐκεῖνοι ταχέως ἀντιπαρῆλθον κι ἐγὼ ἀνέλαβα τὸν δρόμον μου, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον τὸν ἔχασα. Εἰς ἕν σταυροδρόμιον, ὅπου ἔφθασα, ἐπῆρα τὸν δρόμον ἀριστερά, τὸν ὑψηλότερον, καὶ ἀσθμαίνων ἔφθασα εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ. Πλὴν ἡ μεγάλη δρῦς ὑπῆρξεν εὐεργέτις μου καὶ κηδεμών μου. Αὕτη μ’ ἐξήγαγεν ἐκ τῆς ἀπάτης, ἐφαίνετο δὲ ὡς νὰ μοῦ ἔνευε μακρόθεν καὶ μὲ ὡδήγει νὰ ἔλθω πλησίον της.

Καθὼς τὴν εἶδα χαμηλότερα, δεξιόθεν, ἀρκετὰ μακράν, ἄφησα τὸν δρομίσκον εἰς τὸν ὁποῖον ἔτρεχα καὶ στραφεὶς πρὸς δυσμὰς ἤρχισα νὰ κατέρχωμαι μέσῳ τῶν ἀγρῶν, ὑπερπηδῶν αἰμασιάς, χάνδακας, φραγμοὺς θάμνων καὶ βάτων, σχίζων τὰς σάρκας μου, αἱμάσσων χεῖρας καὶ πόδας... Τέλος ἔφθασα πλησίον τῆς ποθητῆς νύμφης τῶν δασῶν.

Ἤμην κατάκοπος, κάθιδρος καὶ πνευστιῶν. Ἅμα ἔφθασα, ἐρρίφθην ἐπὶ τῆς χλόης, ἐκυλίσθην ἐπάνω εἰς παπαροῦνες καὶ χαμολούλουδα. Ἀλλ’ ὅμως ᾐσθανόμην κρυφὴν εὐτυχίαν, ὀνειρώδη ἀπόλαυσιν. Ἐρρέμβαζον, ἀναβλέπων εἰς τοὺς κλώνους της τοὺς κραταιοὺς καὶ ἀνοιγόκλειον ἡδυπαθῶς τὰ χείλη εἰς τὴν πνοὴν τῆς αὔρας της, εἰς τὸν θροῦν τῶν φύλλων της. ῾Εκατοντάδες πουλιῶν ἀνεπαύοντο εἰς τοὺς κλώνους της, ἔμελπον τρελὰ τραγούδια... Δρόσος, ἄρωμα καὶ χαρμονὴ ἐθώπευον τὴν ψυχήν μου.


Ἤμουν ἀποσταμένος καὶ δὲν εἶχον κοιμηθῆ καλὰ τὴν νύκτα. ῾Ο ὕπνος μοῦ ἔλειπεν. Εἰς τὴν σκιὰν τοῦ πελωρίου δένδρου, ἐν μέσῳ τῶν μηκώνων του τῶν κατακοκκίνων, ὁ Μορφεὺς ἦλθε καὶ μ’ ἐβαυκάλισε καὶ μοὶ ἔδειξεν εἰκόνας ὡς εἰς περίεργον παιδίον.

Μοῦ ἐφάνη, ὅτι τὸ δένδρον -ἔσῳζον καθ’ ὕπνον τὴν ἔννοιαν τοῦ δένδρου- μικρὸν κατὰ μικρὸν μετέβαλλεν ὄψιν, εἶδος καὶ μορφήν. Εἰς μίαν στιγμὴν ἡ ρίζα του μοῦ ἐφάνη ὡς δύο ὡραῖαι κνῆμαι, κολλημέναι ἡ μία ἐπάνω εἰς τὴν ἄλλην, εἶτα μετ’ ὀλίγον ἐξεκόλλησαν καὶ ἐχωρίσθησαν εἰς δύο˙ ὁ κορμὸς μοῦ ἐφάνη, ὅτι διεπλάσσετο καὶ ἐμορφοῦτο εἰς ὀσφύν, εἰς κοιλίαν καὶ στέρνον· οἱ δύο παμμέγιστοι κλάδοι μοῦ ἐφάνησαν ὡς δύο βραχίονες, χεῖρες ὀρεγόμεναι τὸ ἄπειρον, εἶτα κατερχόμεναι συγκαταβατικῶς πρὸς τὴν γῆν, ἐφ’ ἧς ἐγὼ ἐκείμην˙ καὶ τὸ βαθύφαιον, ἀειθαλὲς φύλλωμα μοῦ ἐφάνη ὡς κόμη πλουσία κόρης, ἀναδεδημένη πρὸς τ’ ἄνω, εἶτα λυομένη, κυματίζουσα, χαλαρουμένη πρὸς τὰ κάτω.

Τὸ πόρισμά μου τὸ ἐν ὀνείρῳ ἐξαχθὲν καὶ εἰς λῆρον ἐν εἴδει συλλογισμοῦ διατυπωθέν, ὑπῆρξε τοῦτο. «Ἄ! δὲν εἶναι δένδρον, εἶναι κόρη˙ καὶ τὰ δένδρα, ὅσα βλέπομεν εἶναι γυναῖκες!»

῞Οταν μετ’ ὀλίγον ἐξύπνησα, ὡς συνέχειαν τοῦ ὀνείρου ἔσχον ἐν νῷ, τὴν ἀνάμνησιν τῆς ἱστορίας τοῦ τυφλοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ Χριστὸς ἐθεράπευσε, καθὼς εἶχον ἀκούσει τὸν διδάσκαλόν μας εἰς τὴν Ἱερὰν Ἱστορίαν: «Κατ’ ἀρχὰς μὲν εἶδε τοὺς ἀνθρώπους ὡς δένδρα· δεύτερον δὲ τοὺς εἶδε καθαρά...»

Πλὴν δὲν ἐξύπνησα ἀκόμη, πρὶν ἀκούσω τί ἔλεγε τὸ φάσμα. Ἡ κόρη -ἡ δρῦς- εἶχε λάβει φωνὴν καὶ μοὶ ἔλεγε:

-Εἰπὲ νὰ μοῦ φεισθοῦν, νὰ μὴ μὲ κόψουν..., διὰ νὰ μὴ κάμω ἀκουσίως κακόν. Δὲν εἶμ’ ἐγὼ νύμφη ἀθάνατος· θὰ ζήσω ὅσον αὐτὸ τὸ δένδρον....


Ἐξύπνησα ἔντρομος κι ἔφυγον... Ἦτο ἤδη μεσημβρία καὶ ὁ ἥλιος ἐμεσουράνει. ῎Εκαιεν ὑψηλά, ὑπεράνω τῆς κορυφῆς τῆς δρυός, ἥτις ἦτο σκιὰ ἀδιαπέραστος... Ἀπὸ τὸν ἀντικρυνὸν λόφον ἤκουσα φωνὴν νὰ μὲ καλῇ ἐξ ὀνόματος.

Ἦτο εἷς μικρὸς βοσκὸς μὲ τὴν κάπαν του, μὲ τὴν στραβολέκαν του καὶ μὲ δέκα αἶγας, τὰς ὁποίας ὡδήγει. Μοῦ ἐφώναξεν, ὅτι ὁ πατήρ μου μὲ ἀνεζήτει ἀνήσυχος καὶ νὰ τρέξω νὰ φθάσω ταχέως ἐκεῖ κάτω...

Δὲν ἐννόησα τίποτε ἀπὸ τὸ μαντικὸν ὄνειρον. Ἀργὸτερα ἐδιδάχθην ἀπὸ ἐγχειρίδιον Μυθολογίας, ὅτι ἡ Ἁμαδρυὰς συναποθνῄσκει μὲ τὴν δρῦν, ἐν ᾗ εὑρίσκεται ἐνσαρκωμένη...

Μετὰ πολλὰ ἔτη, ὅταν ξενιτευμένος ἀπὸ μακροῦ ἐπέστρεψα εἰς τὸ χωρίον μου κι ἐπεσκέφθην τὰ χωρία ἐκεῖνα, τὰ προσκυνητάρια τῶν παιδικῶν ἀναμνήσεων, δὲν εὗρον πλέον οὐδὲ τὸν τόπον, ἔνθα ἦτο ποτὲ ἡ Δρῦς ἡ Βασιλική, τὸ πάγκαλον καὶ μεγαλοπρεπὲς δένδρον, ἡ νύμφη ἡ ἀνάσσουσα τῶν δρυμώνων.

Μία γραῖα μὲ τὴν ρόκαν της, μὲ δύο προβατίνας, τὰς ὁποίας ἔβοσκεν ἐντὸς ἀγροῦ πλησίον, εὑρίσκετο ἐκεῖ, καθημένη ἔξωθεν τῆς μικρᾶς καλύβης της.

῞Οταν τὴν ἠρώτησα τί εἶχε γίνει τὸ « Μεγάλο Δένδρο », τὸ ὁποῖον ἦτο ἕναν καιρὸ ἐκεῖ, μοῦ ἀπήντησεν:

- Ὁ σχωρεμένος ὁ Βαργέντης τὸ ἔκοψε... μὰ κι ἐκεῖνος δὲν εἶχε κάμει νισάφι μὲ τὸ τσεκούρι του˙ ὅλα θεόρατα δένδρα, τόσα σημαδιακὰ πράματα. Σὰν τόκοψε κι ὕστερα, δὲν εἶδε προκοπή. Ἀρρώστησε καὶ σὲ λίγες μέρες πέθανε... Τὸ Μεγάλο Δένδρο ἦταν στοιχειωμένο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου