Σελίδες

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Ο ΚΟΝΤΟΡΕΒΥΘΟΥΛΗΣ ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM (ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ)

Ένας φτωχός χωρικός και η γυναίκα του απέκτησαν έναν γιο που, αν και μικροσκοπικός, είχε τη σύνεση ενός ώριμου άνδρα. Παρά το ανάστημά του, ο Κοντορεβυθούλης ήταν εργατικός. Μια μέρα, οδήγησε το άλογο του πατέρα του στο δάσος σκαρφαλωμένος στο αυτί του ζώου. Δύο ξένοι που τον είδαν, εντυπωσιασμένοι από την ευφυΐα του, τον αγόρασαν από τον πατέρα του. Ο μικρός άνδρας τους έπεισε να τον πάρουν, σχεδιάζοντας ήδη τη φυγή του. Σύντομα δραπέτευσε και κρύφτηκε σε μια τρύπα ποντικού. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, συνάντησε δύο κλέφτες και τους βοήθησε να μπουν σε ένα σπίτι, αλλά με τις φωνές του τους πρόδωσε και διέφυγε. Κοιμήθηκε σε ένα δεμάτι άχυρο, το οποίο όμως έφαγε μια αγελάδα. Μέσα από την κοιλιά της, φώναζε μέχρι που το ζώο σφάχτηκε. Έπειτα, τον κατάπιε ένας λύκος. Ο δαιμόνιος μικρός έπεισε τον λύκο να πάει στο σπίτι των γονιών του για φαγητό. Εκεί, ο πατέρας του σκότωσε το θηρίο και απελευθέρωσε τον γιο του. Ο Κοντορεβυθούλης επέστρεψε οριστικά στην εστία του, έχοντας αποδείξει πως η σοφία υπερτερεί της σωματικής δύναμης. Ποιητικό Κείμενο: Σε σπίτι φτωχικό, δυο γέροντες με πόθο, ζητούσαν έναν γιο, ας ήταν και μικρός, σαν τον καρπό που σπέρνεται μες στο βαθύ το βόθρο, κι ας είχε του ρεβιθιού το ανάστημα αυτός. Ο Κοντορεβυθούλης γεννήθηκε με γνώση, ανήρ στην όψη, μα στο σώμα λιγοστός, τον πατέρα του θέλησε στη δουλειά να γλιτώσει, στα αυτιά του αλόγου σκαρφάλωσε πιστός. Δυο ξένοι τον είδαν, το θαύμα να ορίζει, τον αγόρασαν ακριβά, με χρυσό στο χέρι, μα εκείνος τη λευτεριά του πάντα γνωρίζει, σε τρύπα ποντικού τρύπωσε σαν αστέρι. Μες στην κοιλιά της αγελάδας, στο λύκο το σκοτάδι, ο μικρός ενήλικας πάλεψε με ορμή, ώσπου επέστρεψε στο πατρικό του το βράδυ, βρίσκοντας της αγάπης την αιώνια τιμή.



Ο ΚΟΝΤΟΡΕΒΥΘΟΥΛΗΣ

ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM

Σε ένα φτωχικό σπίτι, ένας χωρικός και η γυναίκα του κάθονταν δίπλα στη φωτιά και θρηνούσαν για τη μοναξιά τους. «Πόσο λυπηρό είναι να μην έχουμε παιδιά», έλεγαν. «Ακόμα κι αν είχαμε ένα παιδί τόσο μικρό όσο ένας αντίχειρας, θα το αγαπούσαμε με όλη μας την καρδιά». Η ευχή τους εισακούστηκε και μετά από λίγο καιρό γεννήθηκε ένας γιος, τέλειος σε όλα του τα χαρακτηριστικά, αλλά που το ανάστημά του δεν ξεπέρασε ποτέ το μέγεθος ενός αντίχειρα. Τον ονόμασαν ΚΟΝΤΟΡΕΒΥΘΟΥΛΗ.

Παρά το μικρό του μέγεθος, ο ΚΟΝΤΟΡΕΒΥΘΟΥΛΗΣ διέθετε πνεύμα σπινθηροβόλο και τόλμη που ξεπερνούσε κάθε γίγαντα. Μια μέρα, πρότεινε στον πατέρα του να τον πουλήσει σε δύο ξένους που ήθελαν να τον περιφέρουν ως αξιοθέατο, υποσχόμενος πως θα έβρισκε τρόπο να επιστρέψει. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο μικρός ήρωας κατάφερε να δραπετεύσει και να κρυφτεί σε μια τρύπα ποντικιού.

Η νύχτα τον βρήκε μπλεγμένο σε μια σειρά από επικίνδυνες περιπέτειες: βοήθησε άθελά του δύο ληστές να μπουν στο σπίτι ενός παπά (μόνο και μόνο για να τους προδώσει με τη δυνατή φωνή του), κοιμήθηκε μέσα σε ένα δεμάτι σανό και κατέληξε στο στομάχι μιας αγελάδας που έφαγε τον σανό. Ακόμα και από εκεί, φώναζε τόσο δυνατά που ο παπάς πίστεψε πως η αγελάδα ήταν στοιχειωμένη και τη σκότωσε. Στη συνέχεια, το στομάχι της αγελάδας φαγώθηκε από έναν λύκο.

Ο ΚΟΝΤΟΡΕΒΥΘΟΥΛΗΣ, μέσα από την κοιλιά του λύκου, τον οδήγησε με πονηριά μέχρι το σπίτι των γονιών του, υποσχόμενος στο θηρίο ένα πλούσιο γεύμα. Μόλις έφτασαν στην κουζίνα, ο πατέρας του σκότωσε τον λύκο και απελευθέρωσε τον γιο του. Η οικογένεια επανενώθηκε και οι γονείς ορκίστηκαν να μην ξαναπουλήσουν ποτέ τον θησαυρό τους, όσο χρυσάφι κι αν τους πρόσφεραν, αναγνωρίζοντας πως η ευφυΐα δεν μετριέται με το ανάστημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου