Σελίδες

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Ο ΡΑΦΤΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM




ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: Ο ΚΑΛΟΚΑΡΔΟΣ ΡΑΦΤΗΣ

Σε μια μικρή πόλη, ζούσε ένας ράφτης, ένας άνθρωπος με ευγενική καρδιά και πίστη. Δούλευε σκληρά όλη του τη ζωή, φτιάχνοντας ρούχα για τους ανθρώπους, και ήταν πάντα δίκαιος και τίμιος. Όταν πια

γέρασε και ένιωσε το τέλος του να πλησιάζει, κάθισε στην καρέκλα του, άφησε την τελευταία του βελόνα και είπε: «Εργάστηκα με τιμιότητα και αγάπη. Ελπίζω ο Θεός να με δεχτεί στον Παράδεισο». Την ίδια νύχτα, ο ράφτης πέθανε ήσυχα στον ύπνο του. Όπως πίστευε, η ψυχή του ανέβηκε ψηλά, προς τον Παράδεισο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2: ΣΤΙΣ ΠΥΛΕΣ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Όταν έφτασε στις πύλες του Παραδείσου, χτύπησε ευγενικά. Ο Άγιος Πέτρος, ο φύλακας των πυλών, άνοιξε. «Ποιος είσαι και τι ζητάς;» ρώτησε ο Άγιος Πέτρος με σοβαρό ύφος. «Είμαι ένας φτωχός ράφτης, κύριε Άγιε Πέτρο», απάντησε ο ράφτης με σεβασμό. «Όλη μου τη ζωή προσπάθησα να είμαι καλός και τίμιος. Ελπίζω να είμαι άξιος να μπω στον Παράδεισο». Ο Άγιος Πέτρος τον κοίταξε προσεκτικά. «Έχεις κάνει λάθη στη ζωή σου;» τον ρώτησε. «Όπως όλοι οι άνθρωποι», απάντησε ο ράφτης. «Μερικές φορές, όταν μου έφερναν πανιά, έκοβα ένα μικρό κομμάτι για τον εαυτό μου, για να φτιάξω κάτι μικρό. Ή, όταν έφτιαχνα ένα παλτό, έπαιρνα λίγο από το ύφασμα για να ράψω ένα κουμπί». Ο Άγιος Πέτρος, ακούγοντας τις μικρές αυτές αταξίες, κούνησε το κεφάλι του. «Τέτοια πράγματα δεν γίνονται στον Παράδεισο. Δεν μπορείς να μπεις», του είπε. Ο ράφτης στενοχωρήθηκε πολύ, αλλά δεν παραπονέθηκε. Στάθηκε υπομονετικά έξω από τις πύλες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3: Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Ο ράφτης κάθισε σε ένα σύννεφο και περίμενε. Δεν ήθελε να φύγει. Μετά από λίγο, πέρασε ο ίδιος ο Κύριος. «Γιατί κάθεσαι εδώ, άνθρωπε;» ρώτησε ο Κύριος με γαλήνια φωνή. Ο ράφτης του διηγήθηκε την ιστορία του. «Ο Άγιος Πέτρος δεν με αφήνει να μπω, επειδή πήρα λίγο ύφασμα», είπε με λύπη. Ο Κύριος χαμογέλασε. «Άγιε Πέτρο!» φώναξε. Ο Άγιος Πέτρος ήρθε αμέσως. «Γιατί δεν άφησες αυτόν τον άνθρωπο να μπει;» τον ρώτησε ο Κύριος. «Κύριε», απάντησε ο Άγιος Πέτρος, «ξέρετε πως δεν επιτρέπουμε την κλοπή, όσο μικρή κι αν είναι». «Ναι, αλλά η καρδιά του είναι αγνή», είπε ο Κύριος. «Μπες μέσα, ράφτη. Έχεις θέση εδώ». Ο ράφτης γέμισε χαρά και μπήκε στον Παράδεισο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: Η ΝΕΑ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΡΑΦΤΗ

Στον Παράδεισο, όλα ήταν όμορφα και ειρηνικά. Ο ράφτης ένιωσε ευγνωμοσύνη. Του δόθηκε ένα μέρος να καθίσει και να παρακολουθεί τους ανθρώπους στη Γη. Ο Κύριος τον αγαπούσε, επειδή ήταν απλός και τίμιος στην καρδιά του, παρά τις μικρές αταξίες του. Μια μέρα, όμως, ο ράφτης παρατήρησε κάτι. Είδε έναν γέρο να κλέβει από τον γείτονά του. «Κύριε, κοιτάξτε!» είπε ο ράφτης. «Αυτός ο άνθρωπος κλέβει!» Ο Κύριος δεν είπε τίποτα. Ο ράφτης είδε και άλλες αδικίες. «Κύριε, δεν θα κάνετε τίποτα;» ρώτησε. Ο Κύριος τον κοίταξε. «Μην κρίνεις τους άλλους», του είπε. «Ο καθένας έχει τη θέση του». Ο ράφτης, όμως, δεν άντεξε να βλέπει τις αδικίες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5: ΤΟ ΣΦΥΡΙΓΜΑ ΚΑΙ Η ΕΞΟΡΙΑ

Μια μέρα, ο ράφτης είδε έναν άρχοντα να κλέβει ένα μεγάλο κομμάτι κρέας από ένα φτωχό αγρότη. «Αυτό είναι απαράδεκτο!» σκέφτηκε ο ράφτης. Πήρε μια μεγάλη χρυσή καρέκλα που βρισκόταν κοντά του και την πέταξε με δύναμη προς τον κλέφτη, ελπίζοντας να του δώσει ένα μάθημα. Η καρέκλα έκανε έναν τρομερό θόρυβο καθώς έπεφτε στη Γη. Ο Άγιος Πέτρος, που βρισκόταν κοντά, θύμωσε πολύ. «Πώς τολμάς να κάνεις κάτι τέτοιο στον Παράδεισο;» φώναξε. «Έριξες μια καρέκλα κάτω στη Γη! Έκανες τέτοιο θόρυβο!» Ο ράφτης προσπάθησε να εξηγήσει: «Μα κύριε Άγιε Πέτρο, ο άνθρωπος έκλεβε! Δεν μπορούσα να το ανεχτώ!» Ο Άγιος Πέτρος κούνησε το κεφάλι του με απογοήτευση. «Σου είχαμε πει να μην κρίνεις τους άλλους. Αυτό δεν είναι ο Παράδεισος για σένα». Ο Άγιος Πέτρος πήρε τον ράφτη και τον έβγαλε έξω από τις πύλες του Παραδείσου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6: ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗΣ

Ο ράφτης στεκόταν πάλι μόνος έξω από τον Παράδεισο, αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν λυπημένος. Είχε καταλάβει το λάθος του. Είχε κρίνει τους άλλους και είχε δράσει με θυμό, κάτι που δεν ταιριάζει στον Παράδεισο, όπου βασιλεύει η αγάπη και η συγχώρεση. Ο Κύριος, που πάντα παρακολουθούσε, χαμογέλασε. Δεν άφησε τον ράφτη να μείνει έξω για πάντα. Μετά από λίγο καιρό, τον ξανακάλεσε μέσα. «Ράφτη», του είπε, «τώρα έμαθες το μάθημά σου. Στον Παράδεισο, δεν κρίνουμε ούτε τιμωρούμε. Αγαπάμε και συγχωρούμε». Ο ράφτης, πλέον σοφότερος, έμεινε στον Παράδεισο, μαθαίνοντας να δέχεται τους πάντες με αγάπη και να μην κρίνει τις πράξεις των ανθρώπων, αλλά μόνο να τις παρατηρεί με καρδιά γεμάτη κατανόηση.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο ΡΑΦΤΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM

Μια μέρα, ο Θεός αποφάσισε να περιπατήσει στους ουράνιους κήπους, αφήνοντας τον Άγιο Πέτρο στην πύλη του Παραδείσου. Πριν φύγει, του έδωσε μια αυστηρή εντολή: να μην επιτρέψει σε κανέναν να εισέλθει κατά την απουσία Του. Λίγο μετά, ένας ράφτης έφτασε στην πύλη και ζήτησε επίμονα να μπει. Παρά τις αντιρρήσεις του Αγίου Πέτρου, ο ράφτης, με την πονηριά και την επιμονή που χαρακτηρίζει τη συντεχνία του, κατάφερε να τον πείσει να τον αφήσει να περιμένει σε μια γωνιά.

Καθώς ο ράφτης περιπλανιόταν κρυφά στον Παράδεισο, έφτασε στον θρόνο του Θεού. Από εκεί ψηλά, μπορούσε κανείς να δει όλο τον κόσμο και τις πράξεις των ανθρώπων. Ο ράφτης είδε κάτω στη γη μια γριά γυναίκα που έκλεβε δύο μαντήλια την ώρα που έπλυνε τα ρούχα στο ποτάμι. Κυριευμένος από μια ξαφνική και αλαζονική διάθεση για δικαιοσύνη, άρπαξε το χρυσό υποπόδιο του θρόνου και το πέταξε με δύναμη στο κεφάλι της γυναίκας.

Όταν ο Θεός επέστρεψε, παρατήρησε πως το υποπόδιο έλειπε. Κάλεσε τον ράφτη και τον ρώτησε τι συνέβη. Ο ράφτης ομολόγησε την πράξη του, περήφανος που τιμώρησε μια κλέφτρα. Τότε ο Θεός του είπε με ηρεμία αλλά και αυστηρότητα:

«Ω, ανόητε άνθρωπε! Αν Εγώ έκρινα τον κόσμο με τον δικό σου τρόπο, πόσο καιρό νομίζεις πως θα είχε απομείνει αυτός ο κόσμος; Αν κάθε φορά που κάποιος αμάρτανε, Εγώ του πετούσα έναν θρόνο ή ένα υποπόδιο, δεν θα είχε μείνει τίποτα όρθιο. Φύγε από εδώ, γιατί δεν είσαι έτοιμος να καταλάβεις τι σημαίνει πραγματική ευσπλαχνία και δικαιοσύνη».

Ο ράφτης οδηγήθηκε έξω από τον Παράδεισο και κατέληξε να ζει σε ένα μέρος όπου οι άνθρωποι κρίνουν ο ένας τον άλλον χωρίς έλεος, μακριά από τη θεϊκή γαλήνη.


Ποιητικό Κείμενο: Στην πύλη την ουράνια ο Πέτρος αγρυπνά, ο Κύριος στους κήπους έχει πια χαθεί, ένας ράφτης γέροντας, με δάκρυα πικρά, ζητά να ξαποστάσει, μια θέση να βρεθεί. Εισέρχεται κρυφά και στον θρόνο ανεβαίνει, τον κόσμο από ψηλά κοιτάζει με οργή, μια κλέφτρα γριά στον ποταμό προσταίνει, και το υποπόδιο ρίχνει, να την τιμωρήσει στη γη.

Μα ο Κύριος σαν ήρθε, του είπε με φωνή: «Αν έκρινα τον κόσμο με τη δική σου ορμή, τίποτα δεν θα έμενε, η πλάση θα είχε χαθεί, σε κάθε αμάρτημα, σε κάθε μια στιγμή. Η θεία η δικαιοσύνη συγχώρεση ζητά, δεν είναι η οργή του ανθρώπου η σωστή», κι ο ράφτης οδηγήθηκε στα μέρη τα θνητά, με την καρδιά του πια να έχει ταπεινωθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου