Κάποτε, σε ένα φτωχικό χωριό, γεννήθηκε ένα αγόρι που είχε πάνω του το «σημάδι της τύχης». Οι σοφοί του τόπου προφήτευσαν πως, όταν έφτανε στην ηλικία των δεκαεπτά ετών, θα παντρευόταν την κόρη του ίδιου του Βασιλιά. Ο Βασιλιάς, που έτυχε να περνά από το χωριό μεταμφιεσμένος, άκουσε την προφητεία και η καρδιά του
γέμισε φθόνο και οργή. «Πώς τολμά ένας χωριάτης να ονειρεύεται τον θρόνο μου;» σκέφτηκε.Με δόλο, έπεισε τους φτωχούς γονείς να του παραδώσουν το παιδί, υποσχόμενος πως θα το μεγαλώσει στο παλάτι. Όμως, μόλις βρέθηκε μόνος στο δάσος, έβαλε το βρέφος σε ένα κιβώτιο και το πέταξε στο ποτάμι, ελπίζοντας πως το νερό θα έπνιγε την προφητεία. Η τύχη όμως δεν πεθαίνει έτσι εύκολα. Το κιβώτιο επέπλευσε και έφτασε σε έναν μύλο, όπου ο μυλωνάς και η γυναίκα του, που δεν είχαν παιδιά, το μάζεψαν και μεγάλωσαν το αγόρι σαν δικό τους γιο.
Πέρασαν τα χρόνια και το αγόρι έγινε ένας πανέμορφος και ρωμαλέος νέος. Μια μέρα, ο Βασιλιάς πέρασε τυχαία από τον μύλο και, βλέποντας τον νεαρό, ρώτησε ποιος είναι. Όταν έμαθε την ιστορία του, κατάλαβε πως το «παιδί της τύχης» είχε επιζήσει. Αποφάσισε να προσπαθήσει ξανά να τον εξοντώσει. Έδωσε στον νέο μια επιστολή για τη Βασίλισσα και του είπε: «Πήγαινε αυτό το γράμμα στο παλάτι. Είναι επείγον». Η επιστολή όμως έγραφε: «Μόλις φτάσει αυτός ο νέος, θανατώστε τον αμέσως».
Ο νεαρός έχασε τον δρόμο του στο δάσος και βρήκε καταφύγιο σε μια καλύβα ληστών. Οι ληστές, βλέποντας το γράμμα και μισώντας τον άδικο Βασιλιά, το άλλαξαν. Έγραψαν αντί γι' αυτό: «Μόλις φτάσει αυτός ο νέος, παντρέψτε τον αμέσως με την κόρη μου». Έτσι κι έγινε. Όταν ο Βασιλιάς επέστρεψε και είδε τον γάμο τελεσμένο, κόντεψε να τρελαθεί από το κακό του.
«Δεν θα πάρεις την κόρη μου τόσο εύκολα», φώναξε στον γαμπρό του. «Αν θέλεις να μείνεις μαζί της, πρέπει να πας στην Κόλαση και να μου φέρεις τρεις χρυσές τρίχες από το κεφάλι του Διαβόλου». Ο νέος, ατρόμητος, ξεκίνησε το ταξίδι.
Στον δρόμο του συνάντησε τρία παράξενα εμπόδια. Πρώτα, έφτασε σε μια πόλη όπου η κεντρική βρύση, που κάποτε έβγαζε κρασί, είχε στερέψει. «Γιατί στέρεψε η πηγή μας;» τον ρώτησαν οι κάτοικοι. «Θα σας απαντήσω όταν γυρίσω», είπε εκείνος. Έπειτα, έφτασε σε μια άλλη πόλη όπου ένα δέντρο που κάποτε έκανε χρυσά μήλα, είχε ξεραθεί. «Γιατί δεν καρπίζει πια;» τον ρώτησαν. «Θα σας πω στην επιστροφή», υποσχέθηκε. Τέλος, έφτασε σε ένα μεγάλο ποτάμι, όπου ένας βαρκάρης τον πέρασε απέναντι. «Γιατί είμαι αναγκασμένος να πηγαινοέρχομαι εδώ για πάντα;» ρώτησε ο βαρκάρης. «Θα μάθω και θα σου πω», αποκρίθηκε ο νέος.
Ο νεαρός έφτασε επιτέλους στην πύλη της Κολάσεως. Το μέρος ήταν σκοτεινό και αποπνικτικό, γεμάτο σκιές και μυρωδιά από θειάφι. Όμως, εκεί δεν βρήκε τον Διάβολο, αλλά τη γιαγιά του, που καθόταν σε μια μεγάλη πολυθρόνα. Ήταν μια γυναίκα με παράξενη όψη, αλλά η καρδιά της δεν ήταν τόσο σκληρή όσο του εγγονού της. Όταν ο νέος της εξήγησε την αποστολή του και τα ερωτήματα που έπρεπε να απαντήσει, εκείνη τον λυπήθηκε.
«Θα σε βοηθήσω», του είπε. «Αλλά αν ο εγγονός μου σε βρει εδώ, θα σε κατασπαράξει. Θα σε μεταμορφώσω σε ένα μικροσκοπικό μυρμήγκι για να κρυφτείς στις πτυχές του φορέματός μου». Μόλις το έκανε, ο Διάβολος επέστρεψε στο σπίτι. Ήταν κουρασμένος και άγριος. «Μυρίζω ανθρώπινο κρέας!» φώναξε με τη βροντερή του φωνή. Η γιαγιά τον καθησύχασε: «Ιδέα σου είναι, αφού μόλις καθάρισα το σπίτι. Κάτσε να ξεκουραστείς».
Ο Διάβολος έγειρε το κεφάλι του στα γόνατα της γιαγιάς του και αποκοιμήθηκε. Τότε εκείνη, με μια απότομη κίνηση, του άρπαξε την πρώτη χρυσή τρίχα. Ο Διάβολος πετάχτηκε πάνω: «Τι έκανες; Γιατί με τσιμπάς;». «Αχ, παιδί μου», είπε η γιαγιά, «είδα ένα όνειρο. Ονειρεύτηκα μια πόλη που η βρύση της έβγαζε κρασί και τώρα στέρεψε. Γιατί έγινε αυτό;». Ο Διάβολος γρύλισε: «Αν ήξεραν πως κάτω από μια πέτρα στην πηγή κρύβεται ένας βάτραχος που πίνει όλο το κρασί, θα τον σκότωναν και το κρασί θα έτρεχε πάλι. Τώρα άφησέ με να κοιμηθώ».
Μετά από λίγο, η γιαγιά του άρπαξε τη δεύτερη τρίχα. Ο Διάβολος ούρλιαξε ξανά. «Είδα άλλο όνειρο», είπε εκείνη. «Ονειρεύτηκα ένα δέντρο που έκανε χρυσά μήλα και τώρα ξεράθηκε». «Αν ήξεραν», αποκρίθηκε ο Διάβολος, «πως στις ρίζες του ένας ποντικός ροκανίζει τον κορμό, θα τον σκότωναν και το δέντρο θα καρπούσε πάλι».
Τέλος, η γιαγιά του άρπαξε την τρίτη χρυσή τρίχα. Ο Διάβολος έγινε έξω φρενών, αλλά εκείνη του είπε πως ονειρεύτηκε έναν βαρκάρη που δεν μπορεί να αφήσει το κουπί του. «Αυτός ο ανόητος», γέλασε ο Διάβολος, «αν έδινε το κουπί στο χέρι του επόμενου που θα περνούσε απέναντι, θα ελευθερωνόταν και ο άλλος θα έπαιρνε τη θέση του».
Το πρωί, ο Διάβολος έφυγε και η γιαγιά μεταμόρφωσε τον νέο πίσω στην ανθρώπινη μορφή του, δίνοντάς του τις τρεις χρυσές τρίχες. Εκείνος την ευχαρίστησε και ξεκίνησε τον δρόμο της επιστροφής. Στον βαρκάρη είπε το μυστικό μόνο αφού τον πέρασε απέναντι. Στην πόλη με το δέντρο, τους είπε για τον ποντικό και εκείνοι τον αντάμειψαν με δύο γαϊδούρια φορτωμένα χρυσάφι. Στην πόλη με την πηγή, σκότωσαν τον βάτραχο και του έδωσαν άλλα δύο γαϊδούρια με χρυσάφι.
Όταν ο νέος παρουσιάστηκε στον Βασιλιά με τις τρεις τρίχες και τους θησαυρούς, ο άπληστος μονάρχης έμεινε άναυδος. «Από πού βρήκες όλο αυτό το χρυσάφι;» ρώτησε με λαχτάρα. «Στην όχθη του μεγάλου ποταμού», είπε ο νέος ψευδώς, «η άμμος είναι ολόχρυση για όποιον θέλει να την μαζέψει».
Ο Βασιλιάς, τυφλωμένος από την απληστία, έτρεξε αμέσως στον ποτάμι. Όταν έφτασε, ο βαρκάρης τον πήρε στην βάρκα και, μόλις έφτασαν στη μέση, του έδωσε το κουπί στο χέρι και πήδηξε έξω. Έτσι, ο Βασιλιάς αναγκάστηκε να εκτελεί το χρέος του βαρκάρη για πάντα, ενώ το «παιδί της τύχης» έζησε ευτυχισμένο με την πριγκίπισσα, κυβερνώντας το βασίλειο με σοφία και δικαιοσύνη.
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ (Λογοτεχνική Έμμετρη Μεταφορά)
Σε χρόνια δίσεκτα, παλιά, παιδί της τύχης γεννηθή,
με στέμμα υπόσχεση λαμπρή, η μοίρα του είχε υφανθεί.
Μα ο βασιλιάς ο φθονερός, το θάνατο του ετοίμαζε,
και το παιδί μες στο νερό, σκληρά το εξεστόμιζε.
Όμως η τύχη είναι τρανή, το ρεύμα το προστάτεψε,
και ο νεαρός τον θρόνο του, με αρετή κατέκτησε.
Για να κερδίσει την ευχή, στον Άδη έπρεπε να βρεθεί,
τρεις τρίχες χρυσές, λαμπερές, απ' τον Διάβολο να δεχτεί.
Στο δρόμο βρήκε ερωτήματα, δέντρα που είχαν ξεραθεί,
πηγές που στέρεψαν πικρά, και μια ζωή που είχε χαθεί.
Μα με τη γνώση τη σοφή, που απ' την κόλαση επήρε,
λύση έδωσε στα βάσανα, και τη χαρά εφύρε.
Ο βασιλιάς ο άπληστος, που πλούτη αναζητούσε,
στην όχθη έμεινε τυφλός, το κουπί του να κρατούσε.
Γιατί όποιος ψάχνει το χρυσό, με δόλο και με βία,
γίνεται σκλάβος του κακού, σε αιώνια αγωνία.
Σε χρόνια δίσεκτα, παλιά, παιδί της τύχης γεννηθή, με στέμμα υπόσχεση λαμπρή, η μοίρα του είχε υφανθεί. Μα ο βασιλιάς ο φθονερός, το θάνατο του ετοίμαζε, και το παιδί μες στο νερό, σκληρά το εξεστόμιζε. Όμως η τύχη είναι τρανή, το ρεύμα το προστάτεψε, και ο νεαρός τον θρόνο του, με αρετή κατέκτησε.
Για να κερδίσει την ευχή, στον Άδη έπρεπε να βρεθεί, τρεις τρίχες χρυσές, λαμπερές, απ' τον Διάβολο να δεχτεί. Στο δρόμο βρήκε ερωτήματα, δέντρα που είχαν ξεραθεί, πηγές που στέρεψαν πικρά, και μια ζωή που είχε χαθεί. Μα με τη γνώση τη σοφή, που απ' την κόλαση επήρε, λύση έδωσε στα βάσανα, και τη χαρά εφύρε.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΤΡΕΙΣ ΧΡΥΣΕΣ ΤΡΙΧΕΣ
ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM
Κάποτε γεννήθηκε ένας φτωχός νέος «με το πουκάμισο της τύχης», και η προφητεία έλεγε πως στα δεκατέσσερα χρόνια του θα παντρευόταν την κόρη του βασιλιά. Ο βασιλιάς, ένας άνθρωπος με σκληρή καρδιά, προσπάθησε επανειλημμένα να εξοντώσει το παιδί, αλλά η τύχη πάντα το προστάτευε. Τελικά, όταν ο νέος μεγάλωσε, ο βασιλιάς του έθεσε έναν όρο για να κρατήσει τη γυναίκα του: έπρεπε να κατέβει στην κόλαση και να του φέρει ΤΡΕΙΣ ΧΡΥΣΕΣ ΤΡΙΧΕΣ από το κεφάλι του διαβόλου.
Στο δρόμο του, ο νέος συνάντησε τρία αινίγματα: μια πόλη που η βρύση της δεν έβγαζε πια κρασί, μια πόλη που το δέντρο της δεν έβγαζε πια χρυσά μήλα και έναν βαρκάρη που ήταν καταδικασμένος να πηγαινοφέρνει κόσμο στο ποτάμι χωρίς σταματημό. Ο νέος υποσχέθηκε να φέρει τις απαντήσεις.
Φτάνοντας στην κόλαση, βρήκε τη γιαγιά του διαβόλου, η οποία τον λυπήθηκε. Τον μεταμόρφωσε σε μυρμήγκι και τον έκρυψε στις πτυχές του φορέματός της. Όταν ο διάβολος επέστρεψε και αποκοιμήθηκε στο στήθος της, εκείνη του ξερίζωσε τρεις φορές μια τρίχα. Κάθε φορά που ο διάβολος ξυπνούσε οργισμένος, η γιαγιά προσποιούνταν πως είδε ένα όνειρο, αναγκάζοντάς τον να αποκαλύψει τις λύσεις: ένας βάτραχος έκλεινε τη βρύση, ένα ποντίκι έτρωγε τις ρίζες του δέντρου, και ο βαρκάρης θα ελευθερωνόταν αν έδινε το κουπί του στον επόμενο επιβάτη.
Ο νέος επέστρεψε θριαμβευτής με τις τρίχες και τους θησαυρούς που του χάρισαν οι πόλεις για τις συμβουλές του. Ο βασιλιάς, τυφλωμένος από την πλεονεξία, έτρεξε στο ποτάμι για να βρει κι άλλα πλούτη, αλλά ο βαρκάρης του έδωσε το κουπί και ο βασιλιάς έμεινε εκεί για πάντα, εκπληρώνοντας τη δική του σκοτεινή μοίρα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου