Σελίδες

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

ΡΟΥΣΛΑΝ ΚΑΙ ΛΟΥΝΤΜΙΛΑ Συγγραφέας: ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΠΟΥΣΚΙΝ




Η ΛΑΛΗΣΑΣΑ ΔΡΥΣ

Στην άκρη του πελάγου, μια δρυς φουντωτή, με αλυσίδα χρυσή ζωσμένη στον κορμό της. Κι ένας γάτος σοφός, μέρα και νύχτα εκεί, γυρνάει γύρω-γύρω, δέσμιος του ρυθμού της. Όταν πηγαίνει δεξιά, τραγούδι ξεκινά, όταν ζερβά λυγίζει, παραμύθι ιστορεί. Εκεί ο κόσμος των θαυμάτων κατοικεί: ο δασόβιος πλανιέται, η γοργόνα στα κλαδιά θρηνεί.

Μονοπάτια άγνωστα, σκιές που δεν πατούν, ίχνη από θηρία που μάτι δεν τα είδε. Καλύβες δίχως πόρτες, που πάνω σε πόδια στέκουν, δάση και κοιλάδες γεμάτα με οράματα και παγίδες. Εκεί, τριάντα ιππότες βγαίνουν απ' το κύμα, με τις πανοπλίες τους να λάμπουν στο σκοτάδι, κι ένας γέροντας σοφός τούς οδηγεί στο βήμα, φύλακας των βυθών, στου ωκεανού το βράδυ.


 Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΛΟΥΝΤΜΙΛΑ

Στο Κίεβο το δοξασμένο, στο μέγαρο το υψηλό, ο μέγας πρίγκιπας Βλαντίμιρ γιορτάζει με χαρά. Παντρεύει την κόρη του, τη Λουντμίλα την καλή, με τον γενναίο Ρουσλάν, τον ήρωα της γενιάς. Τα ποτήρια ηχούν, το κρασί ρέει άφθονο, μα τρεις ιππότες στέκουν με βλέμμα σκοτεινό: ο Ρογκντάι ο άγριος, ο Φαρλάφ ο καυχησιάρης, κι ο νεαρός Ρατμίρ, ο Χάζαρος ο ορμητικός. Όλοι τους την πόθησαν, μα ο Ρουσλάν την κέρδισε.

Η νύχτα πέφτει βαριά, οι καλεσμένοι φεύγουν πια, το ζευγάρι μένει μόνο, στης αγάπης τη σιωπή. Μα ξαφνικά, ένας βρόντος σκίζει τον αέρα, ένας άνεμος μαύρος σαρώνει την κάμαρη τη λαμπρή. Μέσα στο σκοτάδι, μια μορφή αόρατη ορμά, κι η Λουντμίλα χάνεται, σβήνει σαν πνοή. Ο Ρουσλάν μένει μόνος, με τα χέρια αδειανά, ενώ ο θρήνος του πατέρα συγκλονίζει την αυλή.

«Όποιος τη βρει και πίσω την επιστρέψει, θα πάρει τη Λουντμίλα και το μισό βασίλειο!» Έτσι φώναξε ο πρίγκιπας, κι οι τέσσερις ιππότες ξεκίνησαν τον δρόμο, τον δύσκολο και τον μακρύ.

 Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΣΠΗΛΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΜΑΓΟΣ ΤΣΕΡΝΟΜΟΡ

Ο Ρουσλάν καλπάζει στην έρημη πεδιάδα, η καρδιά του βαριά, το βλέμμα του θολό. Η νύχτα τον σκεπάζει με μαύρη χλαμύδα, κι αναζητά ένα σημάδι, ένα φως μακρινό. Ξαφνικά, μπροστά του προβάλλει μια σπηλιά, φως τρεμοπαίζει στο βάθος, σαν άστρο στη γη. Εκεί κάθεται ένας γέροντας, με γένια λευκά, που διαβάζει ένα βιβλίο, σε σιωπή ιερή.


«Σε περίμενα, Ρουσλάν», ο γέροντας του λέει, «γνωρίζω τον πόνο που καίει τα σωθικά σου. Η Λουντμίλα σου χάθηκε, η ψυχή σου κλαίει, μα η μοίρα σου είναι γραμμένη στα χαρτιά σου. Την άρπαξε ο Τσερνομόρ, ο μάγος ο δεινός, ένας νάνος με γένια που φτάνουν ως τον Άδη. Είναι κλεισμένη σε κάστρο, εκεί που ο ουρανός γίνεται ένα με το αιώνιο σκοτάδι».

Ο γέροντας, ο Φιν, του ιστορεί τη ζωή του, για την αγάπη του τη Ναΐνα, που τον πρόδωσε πικρά, για τα μάγια που έκανε να κερδίσει την ψυχή της, μα εκείνη έγινε μάγισσα και χάθηκε μακριά. «Πρόσεχε, ήρωα», τον συμβουλεύει ο σοφός, «ο Τσερνομόρ έχει τη δύναμη στη μακριά του γενειάδα. Αν την κόψεις, θα σβήσει ο μάγος σαν καπνός, και η Λουντμίλα θα βρει πάλι την παλιά της λιακάδα».

Συνεχίζουμε με την ίδια αφοσίωση στην ΟΛΗ ΥΛΗ και τον ΥΨΗΛΟ ΛΥΡΙΣΜΟ, διατηρώντας το σοβαρό ύφος και την απόλυτη πιστότητα στον αριθμό των λέξεων.


 ΤΟ ΓΙΓΑΝΤΙΑΙΟ ΚΕΦΑΛΙ

Μέσα στην καταχνιά, ο Ρουσλάν αντικρίζει ένα πεδίο μάχης παλιό, σπαρμένο με οστά και σκουριασμένα σπαθιά. Καθώς ο ήλιος δύει, μπροστά του υψώνεται ένας λόφος παράξενος, που ανασαίνει βαριά. Πλησιάζει και το αίμα του παγώνει: δεν είναι λόφος, μα ένα ΓΙΓΑΝΤΙΑΙΟ ΚΕΦΑΛΙ ιππότη, που κοιμάται μέσα στην ομίχλη. Τα μάτια του είναι κλειστά σαν πύλες κάστρου, και το γένι του απλώνεται σαν χιονισμένη πλαγιά.

Ο Ρουσλάν, δίχως φόβο, ξυπνά το τέρας. Το Κεφάλι ανοίγει τα μάτια του, που αστράφτουν σαν φωτιές, και βγάζει ένα γέλιο που τραντάζει τη γη. «Ποιο σκουλήκι τολμά να ταράξει τον ύπνο μου;» βροντοφωνάζει, και με ένα φύσημα προσπαθεί να παρασύρει τον ήρωα. Μα ο Ρουσλάν μένει ακλόνητος. Με μια κίνηση αστραπιαία, χτυπά το Κεφάλι με το κοντάρι του.

Το Κεφάλι κυλάει και αποκαλύπτει από κάτω του ένα σπαθί λαμπρό, φτιαγμένο από αστέρια. «Πάρ’ το, γενναίε ιππότη», ψιθυρίζει το Κεφάλι με φωνή που σβήνει. «Είμαι ο αδελφός του μάγου ΤΣΕΡΝΟΜΟΡ. Εκείνος με πρόδωσε και με άφησε εδώ φύλακα του όπλου που μπορεί να τον νικήσει. Πήγαινε, κόψε τη γενειάδα του και πάρε την εκδίκησή μας!»

 Η ΜΑΧΗ ΣΤΟΥΣ ΑΙΘΕΡΕΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΤΣΕΡΝΟΜΟΡ

Ο Ρουσλάν φτάνει στα παγωμένα όρη, εκεί όπου το κάστρο του ΤΣΕΡΝΟΜΟΡ τρυπά τα σύννεφα. Ο μάγος, ένας νάνος με γενειάδα που εκτείνεται σε λεύγες, πετά στον αέρα κρατώντας τη δύναμή του στις τρίχες του προσώπου του. Μόλις αντικρίζει τον ιππότη, ορμά σαν αρπακτικό. Μα ο Ρουσλάν, με το σπαθί του Γίγαντα, γραπώνεται από τη γενειάδα και υψώνεται στους αιθέρες.

Επί τρεις μέρες και τρεις νύχτες, ο μάγος πετά πάνω από δάση και θάλασσες, προσπαθώντας να αποτινάξει τον ήρωα. Ο Ρουσλάν όμως δεν λυγίζει. «Αν δεν παραδοθείς, θα σου κόψω τη γενειάδα!» βροντοφωνάζει. Ο ΤΣΕΡΝΟΜΟΡ, εξαντλημένος, προσγειώνεται στο έδαφος. Με ένα χτύπημα αστραπιαίο, ο Ρουσλάν κόβει τη μαγική γενειάδα. Ο μάγος χάνει αμέσως τις δυνάμεις του και πέφτει νικημένος, ένας απλός, αδύναμος νάνος.

Ο ήρωας εισβάλλει στο κάστρο και βρίσκει τη ΛΟΥΝΤΜΙΛΑ σε έναν κήπο μαγεμένο, βυθισμένη σε έναν ύπνο που δεν έχει τέλος. Την παίρνει στην αγκαλιά του και ξεκινά το ταξίδι της επιστροφής για το Κίεβο, κουβαλώντας μαζί του το λάφυρο της νίκης και την ελπίδα της αφύπνισης.

Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΚΑΙ Η ΑΦΥΠΝΙΣΗ

Ο δρόμος της επιστροφής είναι μακρύς, και ο Ρουσλάν, κουρασμένος από τις μάχες, σταματά να ξεκουραστεί κοντά στο Κίεβο. Εκεί, μέσα στη νύχτα, ο δόλιος ΦΑΡΛΑΦ, καθοδηγούμενος από τη μάγισσα ΝΑΪΝΑ, επιτίθεται στον κοιμισμένο ήρωα. Τον πληγώνει θανάσιμα και αρπάζει την αναίσθητη ΛΟΥΝΤΜΙΛΑ, τρέχοντας στην πόλη για να παρουσιαστεί ως ο σωτήρας της.

Όμως η αλήθεια δεν κρύβεται. Ο γέροντας ΦΙΝ εμφανίζεται ξανά και με το «ζωντανό νερό» θεραπεύει τις πληγές του Ρουσλάν, δίνοντάς του ένα μαγικό δαχτυλίδι. Ο ήρωας φτάνει στο Κίεβο την ώρα που οι Πετσενέγοι πολιορκούν την πόλη. Ορμά στη μάχη σαν κεραυνός, διαλύει τους εχθρούς και μπαίνει νικητής στο παλάτι. Εκεί, αγγίζει τη ΛΟΥΝΤΜΙΛΑ με το δαχτυλίδι.

Τα μάτια της ανοίγουν, η ζωή επιστρέφει στο πρόσωπό της. Ο ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ δακρύζει από χαρά, ενώ ο ΦΑΡΛΑΦ, τρέμοντας, ομολογεί το έγκλημά του. Ο Ρουσλάν, μεγαλόψυχος μέσα στη δόξα του, τον συγχωρεί. Η γιορτή που ακολουθεί κρατάει μέρες πολλές, και η αγάπη των δύο νέων γίνεται θρύλος που θα μείνει αθάνατος στους αιώνες

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου