Σελίδες

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM


Πριν από πολλά, πολλά χρόνια, ζούσε ένας πλούσιος άνδρας του οποίου η γυναίκα αρρώστησε βαριά. Όταν ένιωσε ότι πλησιάζει το τέλος της, κάλεσε την κόρη της,  κοντά στο κρεβάτι της. «Αγαπημένο μου παιδί», της είπε, «να είσαι πάντα καλή και ευσεβής. Τότε ο καλός Θεός θα σε βοηθήσει και εγώ θα σε βλέπω από τον ουρανό». Μετά από αυτά τα λόγια, η μητέρα έκλεισε τα μάτια της και πέθανε. Η κόρη πήγαινε κάθε μέρα στον τάφο της μητέρας της, έκλαιγε και ήταν πάντα καλή και ευσεβής. Το χειμώνα, το χιόνι σκέπασε τον τάφο, και την άνοιξη ο ήλιος τον ζέστανε.


Ο πατέρας της κοπέλας, μετά από ένα χρόνο, πήρε νέα σύζυγο. Ήταν μια γυναίκα με δύο κόρες, όμορφες στην εμφάνιση, αλλά κακές και άσχημες στην καρδιά. Από εκείνη τη στιγμή, άρχισαν οι δύσκολες μέρες για τη κοπέλα. «Τι κάνει αυτή η άχρηστη στην τραπεζαρία;» έλεγε η μητριά. «Θα κάθεται στην κουζίνα, μαζί με την υπηρέτρια!» Της πήραν τα όμορφα ρούχα, της έδωσαν ένα παλιό γκρι φόρεμα και ξύλινα παπούτσια. «Κάτσε εκεί, Σταχτοσκουπιδιάρα!» της φώναζαν οι δύο αδελφές, γιατί ήταν πάντα καλυμμένη με στάχτη από τη φωτιά.

Η Σταχτοπούτα έκανε όλες τις βρωμοδουλειές του σπιτιού. Ξυπνούσε πριν το φως, κουβαλούσε νερό, άναβε φωτιά, μαγείρευε και έπλενε. Οι αδελφές της την κορόιδευαν και της πετούσαν φαγητά. Όταν ήταν κουρασμένη, πήγαινε και καθόταν δίπλα στη φωτιά, στις στάχτες.

Μια μέρα, ο πατέρας της Σταχτοπούτας πήγαινε στην αγορά και ρώτησε τις τρεις κοπέλες: «Τι να σας φέρω;» «Ωραία ρούχα!» είπε η πρώτη αδελφή. «Μαργαριτάρια και διαμάντια!» είπε η δεύτερη. «Πατέρα», είπε η Σταχτοπούτα, «φέρε μου το πρώτο κλαδάκι που θα ακουμπήσει στο καπέλο σου όταν επιστρέφεις στο σπίτι». Ο πατέρας έφερε τα ρούχα, τα κοσμήματα και ένα κλαδάκι από φουντουκιά στη Σταχτοπούτα. Εκείνη πήγε στον τάφο της μητέρας της, φύτεψε το κλαδάκι και έκλαψε τόσο πολύ, που τα δάκρυά της το πότισαν. Το κλαδάκι φύτρωσε και έγινε ένα πανέμορφο δέντρο.

Κάθε μέρα, η Σταχτοπούτα πήγαινε στον τάφο, έκλαιγε και προσευχόταν. Ένα μικρό λευκό πουλί ερχόταν και την παρακολουθούσε από το δέντρο. Όταν η Σταχτοπούτα ζητούσε κάτι, το πουλί της το έριχνε από το δέντρο.

Μια μέρα, ο Βασιλιάς ανακοίνωσε ότι θα έκανε μια μεγάλη γιορτή που θα κρατούσε τρεις μέρες. Όλες οι όμορφες κοπέλες του βασιλείου καλέστηκαν, ώστε ο γιος του να διαλέξει νύφη. Οι δύο αδελφές της Σταχτοπούτας χάρηκαν πολύ. «Σταχτοσκουπιδιάρα», είπαν, «χτένισέ μας, γυάλισε τα παπούτσια μας και δέσε τους κορσέδες μας. Πάμε στον γάμο του Πρίγκιπα!» Η Σταχτοπούτα τις υπηρέτησε, αλλά η καρδιά της πονούσε. «Μπορώ να έρθω κι εγώ;» ρώτησε. «Εσύ;» είπε η μητριά με θυμό. «Πώς να πας εσύ, που δεν έχεις ρούχα και παπούτσια;». Η μητριά της έριξε ένα πιάτο φακές μέσα στις στάχτες. «Αν τα καθαρίσεις όλα σε μία ώρα, μπορείς να έρθεις». Η Σταχτοπούτα άρχισε να κλαίει. Τότε, δύο λευκά περιστέρια μπήκαν από το παράθυρο και την βοήθησαν να μαζέψει όλη τη φακής. «Τώρα μπορώ να πάω», είπε η Σταχτοπούτα στη μητριά της. «Όχι! Δεν έχεις ρούχα! Δεν θα σε πάρω!» είπε η μητριά. «Θα σε ντρεπόμαστε!»

Όταν έφυγαν όλοι, η Σταχτοπούτα πήγε στον τάφο της μητέρας της και είπε: «Δενδρο μου, δένδρο μου, τίναξε πάνω μου, χρυσό και ασήμι». Το πουλί της έριξε ένα πανέμορφο χρυσό φόρεμα και μεταξωτά παπούτσια. Φόρεσε τα ρούχα και πήγε στη γιορτή. Ο Πρίγκιπας την είδε και έμεινε έκθαμβος. Την κάλεσε να χορέψει μαζί του και δεν άφησε καμία άλλη κοπέλα να την πλησιάσει. Όταν σκοτείνιασε, η Σταχτοπούτα έφυγε και κρύφτηκε στο δέντρο.

Την επόμενη μέρα, η Σταχτοπούτα πήρε ακόμα πιο όμορφα ρούχα από το δέντρο και πάλι ο Πρίγκιπας χόρευε μόνο μαζί της. Όταν έφτασε η ώρα να φύγει, ο Πρίγκιπας την ακολούθησε και εκείνη έτρεξε να κρυφτεί. Ο Πρίγκιπας άφησε πάλι τους υπηρέτες του να την ψάξουν, αλλά εκείνη χάθηκε.

Την τρίτη μέρα, η Σταχτοπούτα φόρεσε ένα φόρεμα τόσο λαμπερό όσο το ασήμι και χρυσά παπούτσια. Ο Πρίγκιπας χόρευε πάλι μόνο μαζί της. Είχε βάλει πίσσα στη σκάλα του παλατιού και, όταν η Σταχτοπούτα έφυγε βιαστικά, το χρυσό της παπούτσι κόλλησε στη σκάλα. Ο Πρίγκιπας το πήρε. «Δεν θα παντρευτώ άλλη παρά μόνο αυτήν στην οποία θα ταιριάξει αυτό το παπούτσι», είπε.

Την επόμενη μέρα, ο Πρίγκιπας πήγε στο σπίτι του πατέρα της Σταχτοπούτας. Οι δύο αδελφές ήταν πολύ χαρούμενες. Η πρώτη δοκίμασε το παπούτσι, αλλά ήταν πολύ μικρό. Η μητριά της είπε: «Κόψε το δάχτυλό σου! Όταν γίνεις βασίλισσα, δεν θα χρειάζεσαι να περπατάς!» Εκείνη έκοψε το δάχτυλό της, αλλά το παπούτσι δεν ταίριαζε. Τα περιστέρια, όμως, φώναξαν: «Πίσω αίμα, μπροστά αίμα, το παπούτσι είναι μικρό!»

Η δεύτερη αδελφή δοκίμασε το παπούτσι. Το δάχτυλό της ταίριαζε, αλλά η φτέρνα της ήταν μεγάλη. Η μητριά της είπε: «Κόψε τη φτέρνα σου! Όταν γίνεις βασίλισσα, δεν θα χρειάζεσαι να περπατάς!» Εκείνη έκοψε τη φτέρνα της, αλλά το παπούτσι δεν ταίριαζε. Τα περιστέρια φώναξαν ξανά: «Πίσω αίμα, μπροστά αίμα, το παπούτσι είναι μικρό!»

Ο Πρίγκιπας ρώτησε τον πατέρα: «Δεν έχεις άλλη κόρη;» «Έχω μια μικρή, τη Σταχτοσκουπιδιάρα», απάντησε η μητριά, «αλλά είναι πολύ βρώμικη για να τη δει κανείς». «Φέρτε την!» είπε ο Πρίγκιπας. Η Σταχτοπούτα έπλυνε τα χέρια και το πρόσωπό της, φόρεσε το γκρι φόρεμά της και ήρθε. Μόλις φόρεσε το παπούτσι, της ταίριαξε τέλεια. Τότε τα περιστέρια φώναξαν: «Δεν υπάρχει αίμα, δεν υπάρχει αίμα, το παπούτσι είναι σωστό! Η βασίλισσα είναι εδώ!»

Ο Πρίγκιπας αναγνώρισε τη Σταχτοπούτα και την πήρε μαζί του. Στον γάμο, τα περιστέρια τρύπησαν τα μάτια των κακών αδελφών, τιμωρώντας τα για την κακία τους. Η Σταχτοπούτα και ο Πρίγκιπας παντρεύτηκαν και έζησαν ευτυχισμένοι για πάντα, θυμίζοντας σε όλους ότι η καλοσύνη και η αρετή ανταμείβονται πάντα.


ΠΕΡΙΛΗΨΗ

ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ

ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM

Η μοίρα της ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑΣ δεν ξεκίνησε με χρυσόσκονη, αλλά με το πένθιμο χρώμα του θανάτου. Η μητέρα της, νιώθοντας το τέλος να πλησιάζει, την κάλεσε κοντά της και της άφησε μια τελευταία

παρακαταθήκη: «Παιδί μου, να είσαι πάντα καλή και ευσεβής, και ο Θεός θα σε προστατεύει». Μετά το θάνατό της, το κορίτσι πήγαινε κάθε μέρα στον τάφο της και έκλαιγε, μένοντας πιστή στην υπόσχεσή της.

Όταν ο πατέρας της παντρεύτηκε ξανά, η ζωή της μετατράπηκε σε έναν αργό μαρτύριο. Η νέα γυναίκα έφερε μαζί της δύο κόρες, όμορφες στο πρόσωπο αλλά σκοτεινές και σκληρές στην καρδιά. Της αφαίρεσαν τα ωραία της ρούχα, την έντυσαν με ένα γκρίζο κουρέλι και την ανάγκασαν να κάνει τις πιο ταπεινές δουλειές: να κουβαλά νερό, να ανάβει τη φωτιά και να κοιμάται στις στάχτες δίπλα στο τζάκι. Από εκεί πήρε και το όνομα ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ.

Μια μέρα, ο πατέρας ρώτησε τις κόρες τι δώρα ήθελαν από την αγορά. Οι θετές αδελφές ζήτησαν μεταξωτά και διαμάντια. Η ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ζήτησε μόνο το πρώτο κλαδί που θα χτυπούσε το καπέλο του στο δρόμο της επιστροφής. Ήταν ένα κλαδί φουντουκιάς. Το φύτεψε πάνω στον τάφο της μητέρας της και το πότιζε με τα δάκρυά της, μέχρι που μεγάλωσε και έγινε ένα πανέμορφο δέντρο. Ένα λευκό πουλί κατοικούσε εκεί και της χάριζε ό,τι επιθυμούσε η καρδιά της.

Όταν ο βασιλιάς ανακοίνωσε μια τριήμερη γιορτή για να βρει ο πρίγκιπας τη νύφη του, οι αδελφές την εμπόδισαν με δόλο, ρίχνοντας φακές στις στάχτες και διατάζοντάς την να τις μαζέψει. Με τη βοήθεια των πουλιών («Καλά πουλάκια, ελάτε βοηθήστε με»), η ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ολοκλήρωσε το έργο, αλλά η μητριά την άφησε πάλι πίσω, λέγοντάς της πως δεν είχε ρούχα και δεν ήξερε να χορεύει.

Τότε η κοπέλα έτρεξε στη φουντουκιά. «Δέντρο μου, τίναξε χρυσάφι και ασήμι πάνω μου», ψιθύρισε. Το πουλί της έριξε ένα φόρεμα από χρυσό και ασήμι και μεταξωτά γοβάκια. Στον χορό, ο πρίγκιπας μαγεύτηκε και δεν χόρεψε με καμία άλλη. Τις δύο πρώτες νύχτες, η ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ κατάφερε να ξεφύγει και να κρυφτεί. Την τρίτη νύχτα όμως, ο πρίγκιπας άλειψε τη σκάλα με πίσσα και το αριστερό χρυσό γοβάκι της κοπέλας έμεινε κολλημένο εκεί.

Η αναζήτηση της κατόχου του γοβιού ήταν αμείλικτη. Η μεγαλύτερη αδελφή, προτρεπόμενη από τη μητέρα της, έκοψε τα δάχτυλα του ποδιού της για να χωρέσει στο γοβάκι. Ο πρίγκιπας την πήρε μαζί του, αλλά δύο περιστέρια από τη φουντουκιά τον προειδοποίησαν: «Κοίτα, κοίτα, αίμα στο γοβάκι! Το γοβάκι είναι μικρό, η σωστή νύφη είναι ακόμα στο σπίτι». Το ίδιο συνέβη και με τη δεύτερη αδελφή, που έκοψε τη φτέρνα της.

Τέλος, η ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ δοκίμασε το γοβάκι. Ταίριαζε τέλεια στο πόδι της, σαν να είχε πλαστεί από τη γέννησή της γι' αυτό. Όταν ο πρίγκιπας την κοίταξε στα μάτια, αναγνώρισε την όμορφη κοπέλα του χορού. Καθώς πήγαιναν προς το παλάτι για τον γάμο, οι δύο θετές αδελφές θέλησαν να φανούν κόλακες για να μοιραστούν την τύχη της. Όμως η νέμεση ήταν παρούσα: τα περιστέρια όρμησαν και τους έβγαλαν τα μάτια, καταδικάζοντάς τες να ζήσουν στην τυφλότητα και το σκοτάδι, ως τιμωρία για την κακία και την ψευτιά τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου