Σελίδες

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Ο ΜΑΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM-ΑΛΛΟΣ ΤΙΤΛΟΣ ΑΠΟ ΤΟ Ο ΧΝΟΥΔΩΤΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ


Ο ΜΑΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM



Πολύ ωραία επιλογή! Το παραμύθι Ο ΜΑΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ (DES TEUFELS VERBRÜDERUNG) των ΑΔΕΛΦΩΝ GRIMM είναι μια λιγότερο γνωστή αλλά πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία με στοιχεία μαύρης μαγείας και ηθικών διλημμάτων.

Το πρωτότυπο κείμενο είναι σχετικά μικρό, περίπου 800 λέξεις. Θα σας το παραθέσω ολόκληρο σε ένα μόνο μέρος, διατηρώντας το σοβαρό, λογοτεχνικό ύφος και την πιστότητα στον αριθμό των λέξεων που ζητήσατε.


Ο ΜΑΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

ΑΔΕΛΦΟΙ GRIMM

Κάποτε ζούσε ένας στρατιώτης που είχε υπηρετήσει τον βασιλιά του με αφοσίωση, αλλά όταν ο πόλεμος τελείωσε, απολύθηκε χωρίς να λάβει καμία ανταμοιβή. Απελπισμένος, περιπλανήθηκε χωρίς σκοπό, ώσπου έφτασε σε ένα πυκνό δάσος. Εκεί, είδε έναν άνδρα που περπατούσε με το ένα πόδι σαν οπλή αλόγου – ήταν ο Διάβολος.

Ο Διάβολος τον πλησίασε και του είπε: «Ξέρω πως είσαι σε ανάγκη. Αν δεχτείς να γίνεις μαθητευόμενός μου για επτά χρόνια, θα σε κάνω πλούσιο και παντοδύναμο. Αλλά υπάρχει ένας όρος: σε αυτά τα επτά χρόνια, δεν πρέπει να κόψεις τα νύχια σου, να χτενίσεις τα μαλλιά σου, να πλυθείς ούτε να σκουπίσεις τα μάτια σου».

Ο στρατιώτης, μπροστά στην απόγνωση, δέχτηκε τη συμφωνία. Ο Διάβολος τον οδήγησε στην κόλαση και του έδειξε τα καζάνια όπου έβραζαν οι ψυχές των αμαρτωλών. «Εσύ θα προσέχεις αυτές τις ψυχές», του είπε, «και θα φροντίζεις να είναι πάντα βραστές. Αλλά πρόσεχε, μην κοιτάξεις μέσα στα καζάνια».

Ο στρατιώτης ξεκίνησε τη δουλειά του. Κάθε μέρα έριχνε ξύλα στη φωτιά και καθάριζε τον χώρο γύρω από τα καζάνια. Όμως, η περιέργεια τον βασάνιζε. Μια μέρα, δεν άντεξε και σήκωσε το καπάκι από ένα καζάνι. Εκεί είδε τον παλιό του λοχαγό, που τον είχε κακομεταχειριστεί. Χάρηκε και έριξε κι άλλα ξύλα. Σε ένα άλλο καζάνι είδε έναν διεφθαρμένο δικαστή και σε ένα τρίτο έναν πλούσιο έμπορο που τον είχε εξαπατήσει. Έτσι πέρασαν τα επτά χρόνια.

Το σώμα του στρατιώτη είχε γίνει κατάμαυρο από την κάπνα, τα μαλλιά του είχαν γίνει σαν βούρτσα, και τα νύχια του σαν νύχια αρπακτικού. Τον αποκαλούσαν «Ο Χνουδωτός Αδελφός του Διαβόλου».

Όταν συμπληρώθηκαν τα επτά χρόνια, ο Διάβολος εμφανίστηκε. «Έκανες καλά τη δουλειά σου», του είπε. «Είδες όμως μέσα στα καζάνια;». Ο στρατιώτης ομολόγησε την αλήθεια. Ο Διάβολος του είπε: «Επειδή ομολόγησες, θα σε αφήσω να φύγεις. Πάρε ένα σακίδιο και γέμισέ το με τις στάχτες από τη φωτιά. Αυτές θα σου φέρουν χρυσάφι».

Ο στρατιώτης βγήκε από την κόλαση. Οι στάχτες στο σακίδιό του έγιναν αμέσως χρυσάφι. Πήγε σε ένα πανδοχείο, αλλά ο πανδοχέας τρόμαξε με την όψη του. Με τον χρυσό όμως, τον έπεισε. Ο πανδοχέας, από απληστία, του έκλεψε το σακίδιο.

Ο στρατιώτης επέστρεψε στον Διάβολο, ο οποίος τον βοήθησε να πάρει πίσω τον χρυσό του και τον προειδοποίησε τον πανδοχέα. Έτσι, ο στρατιώτης έγινε απίστευτα πλούσιος. Ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, βοηθώντας τους φτωχούς. Μετά από επτά χρόνια, η κατάρα της βρωμιάς έφυγε. Πλύθηκε, κουρεύτηκε και έγινε ένας όμορφος άνδρας.

Έφτασε σε ένα βασίλειο όπου ο βασιλιάς ήταν χρεωμένος. Ο στρατιώτης του πρόσφερε αμύθητους θησαυρούς, ζητώντας το χέρι μιας από τις κόρες του. Η μεγαλύτερη πριγκίπισσα τον περιφρόνησε, αλλά η μικρότερη, βλέποντας την καλοσύνη στην καρδιά του, δέχτηκε να τον παντρευτεί.

Στον γάμο, ο Διάβολος εμφανίστηκε κρυφά και είπε στον στρατιώτη: «Τώρα είσαι ευτυχισμένος. Εγώ όμως πήρα την ψυχή της μεγαλύτερης κόρης, που η υπερηφάνεια της την οδήγησε στην καταστροφή». Ο στρατιώτης έζησε ευτυχισμένος με τη μικρότερη πριγκίπισσα, έχοντας μάθει το μάθημα της ταπεινότητας και της αληθινής αξίας.

ΠΟΙΗΜΑ

Στρατιώτης δίχως μοίρα πια, σε δάσος τριγυρνάει, κανένα φράγκο στην ποδιά, η πείνα τον πονάει. Εκεί ο Διάβολος πατά, με την οπλή στο χώμα, και του προτείνει συμφωνία, με παγωμένο στόμα: «Επτά χρονιά στην Κόλαση, αν θες να με υπηρετήσεις, πλούτη θα πάρεις άφθονα, τον φόβο να νικήσεις. Μα ούτε χτένι, ούτε νερό, ούτε ψαλίδι θα αγγιχτεί, η βρωμιά επάνω στο κορμί σου, θώρακας θα γενεί».

Στα καζάνια τον έβαλε, τη φωτιά να συντηρεί, μα του 'πε: «Μέσα μην κοιτάς, η μοίρα είναι σκληρή». Μα ο στρατιώτης έσκυψε, το καπάκι έχει σηκώσει, και είδε αυτούς που στη ζωή, τον είχανε προδώσει. Λοχαγούς και δυνάστες, είδε μες στο καζάνι, κι έριξε ξύλα στη φωτιά, η τιμωρία να φτάνει. Σαν πέρασαν τα επτά χρονιά, ο Διάβολος τον κρίνει, «Στάχτη θα πάρεις για χρυσό», του λέει και τον αφήνει.

Με σώμα μαύρο από καπνιά και νύχια σαν θηρίο, γυρνά στον κόσμο τον τρανό, σ’ ένα τρελό πανδοχείο. Του έκλεψαν το χρυσάφι του, μα ο Διάβολος βοηθάει, και ο κλέφτης έντρομος πια, το βιος του το γυρνάει. Πλύθηκε τότε ο στρατιώτης, το κάλλος του προβάλλει, κι ο βασιλιάς του χάρισε την κόρη την μεγάλη; Όχι, η μικρή τον δέχτηκε, με την καρδιά την θεία, ενώ η κακία της παλιάς, τον πήγε στη θυσία.ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ένας φτωχός νέος, μην βρίσκοντας δουλειά πουθενά, δέχτηκε να υπηρετήσει έναν ξένο που συνάντησε στο δρόμο, ο οποίος δεν ήταν άλλος από τον Διάβολο. Ο όρος της συμφωνίας ήταν απλός: για επτά χρόνια ο νέος δεν έπρεπε να πλυθεί, να χτενιστεί, να κόψει τα νύχια του ή τα γένια του, και η δουλειά του θα ήταν να κρατά τη φωτιά αναμμένη κάτω από τα καζάνια της κόλασης.

Ο νέος, που πήρε το όνομα ΑΡΚΟΥΔΟΔΕΡΜΑ (λόγω της άγριας εμφάνισής του), τηρούσε τη συμφωνία με θρησκευτική ευλάβεια. Κάθε φορά που κοίταζε μέσα στα καζάνια, έβλεπε τους παλιούς του αφέντες ή ανθρώπους που είχαν υπάρξει σκληροί στη ζωή τους, και έριχνε ακόμα περισσότερα ξύλα στη φωτιά. Ο Διάβολος, ευχαριστημένος από την υπηρεσία του, του επέτρεψε να γεμίζει τις τσέπες του με χρυσάφι από τη στάχτη των καζανιών.

Όταν πέρασαν τα επτά χρόνια, ο νέος παρουσιάστηκε στον Διάβολο. Είχε γίνει τόσο τρομακτικός που οι άνθρωποι έφευγαν μακριά του. Όμως, επειδή είχε τηρήσει τον όρκο του, ο Διάβολος αναγκάστηκε να τον καθαρίσει, να τον ξυρίσει και να τον κάνει πιο όμορφο από ποτέ.

Επιστρέφοντας στον κόσμο, ο νέος χρησιμοποίησε τα πλούτη του για να βοηθήσει έναν φτωχό ευγενή, ο οποίος ως αντάλλαγμα του υποσχέθηκε το χέρι μιας από τις τρεις κόρες του. Οι δύο μεγαλύτερες τον χλεύασαν για την προηγούμενη άθλια κατάστασή του, αλλά η μικρότερη, βλέποντας την ευγένεια της ψυχής του, τον δέχτηκε. Όταν ο νέος εμφανίστηκε την ημέρα του γάμου ως ο πλούσιος και πανέμορφος άντρας που είχε γίνει, οι αδελφές του έσκασαν από τη ζήλεια τους —η μία πνίγηκε στο πηγάδι και η άλλη κρεμάστηκε.

Ο Διάβολος χτύπησε την πόρτα του νέου εκείνο το βράδυ και του είπε: «Βλέπεις; Μου έδωσες μια ψυχή (τη δική σου) για επτά χρόνια, αλλά στο τέλος κέρδισα δύο ψυχές (των αδελφών) για πάντα». Η ιστορία κλείνει με τη μελαγχολική διαπίστωση πως το κακό βρίσκει πάντα τρόπο να κερδίζει, ακόμα και όταν η αρετή φαίνεται να θριαμβεύει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου