Τότε η Βασίλισσα άρχισε να θρηνεί και να κλαίει τόσο γοερά, που το ανθρωπάκι την λυπήθηκε. «Θα σου δώσω τρεις μέρες προθεσμία», της είπε. «Αν μέχρι τότε καταφέρεις να βρεις το όνομά μου, τότε θα κρατήσεις το παιδί σου».
Η Βασίλισσα πέρασε όλη τη νύχτα προσπαθώντας να θυμηθεί όλα τα ονόματα που είχε ακούσει ποτέ. Έστειλε αγγελιαφόρους σε όλη τη χώρα για να ρωτήσουν και να μάθουν κάθε λογής σπάνιο όνομα. Όταν το ανθρωπάκι ήρθε την πρώτη μέρα, εκείνη άρχισε να αραδιάζει ονόματα: «Κασπάρ, Μελχιόρ, Βαλτάσαρ», αλλά σε κάθε όνομα εκείνο έλεγε: «Δεν είναι αυτό το όνομά μου».
Τη δεύτερη μέρα, έστειλε ανθρώπους να ρωτήσουν στις γειτονικές περιοχές και να φέρουν τα πιο παράξενα ονόματα. Ρώτησε το ανθρωπάκι: «Μήπως σε λένε Σουβλοπόδη ή Προβατοκάρδη;». Όμως η απάντηση ήταν πάντα η ίδια: «Όχι, δεν είναι αυτό το όνομά μου».
Την τρίτη μέρα, ο αγγελιαφόρος επέστρεψε και είπε: «Δεν βρήκα κανένα νέο όνομα, αλλά καθώς πλησίαζα σε ένα ψηλό βουνό, στην άκρη του δάσους, εκεί που οι αλεπούδες και οι λαγοί λένε καληνύχτα, είδα ένα μικρό σπίτι. Μπροστά από το σπίτι έκαιγε μια φωτιά και γύρω από τη φωτιά χοροπηδούσε ένα γελοίο ανθρωπάκι, φωνάζοντας:
«Σήμερα ψήνω, αύριο ζυμώνω, μετά το βασιλόπουλο δικό μου το καμώνω! Κανείς στον κόσμο δεν το ξέρει, ούτε το φαντάζεται, πως Κουτσοδόντης το ανθρωπάκι ονομάζεται!»Όταν η Βασίλισσα άκουσε αυτά τα λόγια, χάρηκε πάρα πολύ. Ήταν τόσο ευτυχισμένη που έβλεπε μια ελπίδα να κρατήσει το αγαπημένο της παιδί.Λίγο αργότερα, το ανθρωπάκι εμφανίστηκε ξανά και ρώτησε: «Λοιπόν, Βασίλισσα, πώς λέγομαι;»
Η Βασίλισσα ρώτησε πρώτα: «Μήπως σε λένε Κοντό;»«Όχι», απάντησε εκείνο.
«Μήπως σε λένε Πυγμαίο;» ρώτησε ξανά.
«Όχι», είπε πάλι.
«Μήπως σε λένε Κουτσοδόντη;» ρώτησε η Βασίλισσα.
«Το διάβολο!» φώναξε το ανθρωπάκι με οργή. «Το διάβολο σ’ το είπε! Το διάβολο σ’ το είπε!» Και από την οργή του, χτύπησε το δεξί του πόδι τόσο δυνατά στο πάτωμα, που βυθίστηκε μέχρι τη μέση. Τότε, με το αριστερό του χέρι, τράβηξε το δεξί του πόδι με τόση δύναμη, που σκίστηκε στα δύο.
Και αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον είδαν.
Σε έναν τόπο μακρινό, μια κόρη όμορφη, μυλωνά φτωχού παιδί, ψυχή δοκιμασμένη. Κι ο πατέρας της, μια μέρα, στον Βασιλιά μιλώντας, την κόρη του παινεύει, ψέμα λέει, λυγίζοντας. «Άχυρο η κόρη μου μπορεί σε χρυσάφι να γνέθει!» Ο Βασιλιάς, το χρυσάφι λαχταρώντας να το βλέθει.
Στο παλάτι της φτωχής η μοίρα ξαφνικά αλλάζει, σε δωμάτι άχυρο μετρά, η ψυχή της φωνάζει. Τροχός, ανέμη δίπλα της, ο Βασιλιάς σκληρός φωνάζει: «Ως το πρωί αν δεν το γνέθεις, η ζωή σου δεν αξίζει!» Κλείνει την πόρτα βιαστικά, η κοπέλα κλαίει πικρά, γιατί άχυρο σε χρυσάφι πώς θα γίνει, δεν το ξέρει πια.
Μα τότε, άνοιξε η πόρτα, ένα ανθρωπάκι μπαίνει, με ύφος πονηρό, κι αυτή πολύ φοβισμένη. «Γιατί κλαις, κυρά μου, τι σε βασανίζει τόσο;» Ρωτά εκείνο, δίχως φόβο, δίχως να το νιώσει. «Το άχυρο σε χρυσάφι, πώς να το γυρίσω, δεν ξέρω!» «Τι μου δίνεις», λέει εκείνο, «αν εγώ στο φέρω;» «Το κολιέ μου, πάρε το», λέει αυτή με αγωνία. Κι εκείνο, vrr, vrr, vrr, γνέθει με μανία. Μέχρι το πρωί, όλα γεμίζουν χρυσάφι λαμπερό, ο ήλιος βγαίνει, ο Βασιλιάς το θαυμάζει το ωραίο.
Όμως η απληστία του δε λέει να κοπάσει, σε μεγαλύτερο δωμάτιο την κλείνει, την πονάει. Πάλι το ανθρωπάκι, πάλι την ρωτάει, «Τι μου δίνεις, αν κι αυτό σε χρυσάφι γυρίσει;» «Το δαχτυλίδι μου το χρυσό, που στο χέρι μου έχει μείνει.» Κι εκείνο πάλι vrr, vrr, vrr, γνέθει ως την αυγή, κάθε σπιθαμή άχυρο, γίνεται χρυσή.
Ο Βασιλιάς χαρούμενος, τη βάζει σε άλλο δωμάτιο, «Γνέσε κι αυτό, και βασίλισσά μου θα γίνεις, το καμώνω!» Η κοπέλα μόνη της πάλι, δάκρυα τρέχουν πάλι, πάλι το ανθρωπάκι, με την πονηριά του να την ζαλίσει. «Τι μου δίνεις τώρα;» λέει, «δεν έχεις άλλο να δώσεις;» «Τίποτα, τίποτα πια,» λέει αυτή, «τίποτα δεν μου έχει μείνει.» «Το πρώτο σου παιδί, όταν βασίλισσα γίνεις, θα μου δώσεις». Η ανάγκη μεγάλη, η υπόσχεση σκληρή, κι εκείνη γνέθει, γνωρίζοντας την πίκρα που θα βρει. Ο Βασιλιάς το πρωί χαμογελά, ο γάμος γίνεται ευθύς, η μυλωνού βασίλισσα, μα η καρδιά της κλαίει φανερά.Πέρασε χρόνος, η χαρά στο σπίτι τους προβάλλει, ένα παιδί η Βασίλισσα κρατάει στην αγκάλη. Την υπόσχεση τη σκοτεινή ο χρόνος είχε σβήσει, μα ο παράξενος ο επισκέπτης πάλι θα την ξυπνήσει. Μπροστά της στέκει ξαφνικά, το ανθρωπάκι εκείνο: «Δώσε μου τώρα το παιδί, τον όρκο σου μην κρίνω».
Θρήνος μεγάλος ξέσπασε, δάκρυα σαν το ποτάμι, «Όλο το βιος μου πάρε το, μα άσε μου το παιδί μου!» Το ανθρωπάκι σκλήρυνε, μα η κάψα της το λυγίζει: «Τρεις μέρες δίνω προθεσμία, ο χρόνος σου αρχίζει. Αν βρεις το όνομά μου εσύ, αν το χείλι σου το πει, θα κρατήσεις το βλαστάρι σου, θα φύγω με ντροπή».
Αγγελιαφόρους έστειλε σε κάμπους και σε δάση, κάθε όνομα παράξενο ο νους της να συνταιριάσει. «Κασπάρ, Μελχιόρ, Βαλτάσαρ;» ρωτάει την πρώτη μέρα, «Όχι», γελάει το ανθρωπάκι, «δεν το ’βρες, είναι πέρα». «Σουβλοπόδης; Προβατοκάρδης;» τη δεύτερη ρωτάει, μα εκείνο την απόγνωση με το γέλιο του κερνάει.
[ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ]
Την τρίτη μέρα ο απεσταλμένος γυρνάει από το βουνό, «Στην άκρη του δάσους είδα κάτι, Βασίλισσα, τρανό. Ένα σπίτι μικρό, μια φωτιά που σιγοκαίει, κι ένα ανθρωπάκι γύρω της χορεύει και μας λέει:
“Σήμερα ψήνω, αύριο ζυμώνω, μετά το βασιλόπουλο δικό μου το καμώνω! Κανείς στον κόσμο δεν το ξέρει, ούτε το φαντάζεται, πως ΚΟΥΤΣΟΔΟΝΤΗΣ το ανθρωπάκι ονομάζεται!”»
[αφαιρέθηκε το μη έγκυρο URL] (Εικόνα: Το άγριο τοπίο του δάσους με τη φωτιά να τρεμοσβήνει στην είσοδο της καλύβας, κάτω από το φως του φεγγαριού.)
Το βράδυ ήρθε ο επισκέπτης, με σίγουρο το βήμα, «Λέγε, κυρά μου, τ’ όνομα, πριν γίνει το παιδί σου θύμα». «Μήπως σε λένε Κοντό;» ρωτά εκείνη με δολιότητα. «Όχι», φωνάζει με χαρά και με απληστία. «Μήπως σε λένε Πυγμαίο;» του λέει πάλι αυτή. «Όχι!» τσιρίζει το ανθρωπάκι, η ώρα έχει χαθεί.
«Μήπως σε λένε ΚΟΥΤΣΟΔΟΝΤΗ;» η Βασίλισσα φωνάζει. Κι ο ουρανός με την οργή του πλάσματος ραγίζει! «Ο διάβολος σ’ το ψιθύρισε!» ουρλιάζει με μανία, χτυπά το πόδι στη γη, σε μια τρελή αγωνία. Βυθίστηκε ως τη μέση του, το σώμα του σκίστηκε, και μες στη γη τη σκοτεινή για πάντα αυτό βυθίστηκε.
Ο ΚΟΥΤΣΟΔΟΝΤΗΣ (RUMPELSTILTSKIN)
ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM
Ένας φτωχός μυλωνάς, θέλοντας να εντυπωσιάσει τον βασιλιά, του είπε ένα ψέμα: πως η κόρη του μπορούσε να γνέθει το άχυρο και να το μετατρέπει σε χρυσάφι. Ο βασιλιάς την έκλεισε σε ένα δωμάτιο γεμάτο άχυρο και την απείλησε με θάνατο αν δεν το έκανε. Τότε εμφανίστηκε ένα μικροσκοπικό, αλλόκοτο ανθρωπάκι, ο ΚΟΥΤΣΟΔΟΝΤΗΣ, ο οποίος δέχτηκε να τη βοηθήσει με αντάλλαγμα το περιδέραιό της και μετά το δαχτυλίδι της.
Την τρίτη νύχτα, η κοπέλα δεν είχε τίποτα άλλο να του δώσει. Το ανθρωπάκι της ζήτησε τότε το πρώτο παιδί που θα αποκτούσε όταν θα γινόταν βασίλισσα. Η κοπέλα, σε απόγνωση, δέχτηκε. Όταν ο χρόνος πέρασε και το παιδί γεννήθηκε, ο ΚΟΥΤΣΟΔΟΝΤΗΣ εμφανίστηκε για να το πάρει. Η βασίλισσα έκλαιγε τόσο πολύ, που εκείνος της έδωσε μια ευκαιρία: «Αν βρεις το όνομά μου μέσα σε τρεις μέρες, θα κρατήσεις το παιδί σου».
Η βασίλισσα έστειλε αγγελιαφόρους σε όλο το βασίλειο. Την τελευταία νύχτα, ένας απεσταλμένος βρήκε ένα παράξενο ανθρωπάκι βαθιά στο δάσος να χορεύει γύρω από μια φωτιά και να τραγουδά: «Σήμερα ψήνω, αύριο βράζω, το παιδί της βασίλισσας σύντομα θα ονομάζω. Κανείς δεν ξέρει, κανείς δεν λέει, πως το όνομά μου ΚΟΥΤΣΟΔΟΝΤΗΣ φταίει!».
Όταν το ανθρωπάκι ήρθε στο παλάτι, η βασίλισσα πρόφερε το όνομά του. Από την οργή του, ο ΚΟΥΤΣΟΔΟΝΤΗΣ χτύπησε το πόδι του στο έδαφος με τόση δύναμη που βυθίστηκε μέχρι τη μέση, και μετά άρπαξε το άλλο του πόδι και σχίστηκε στα δύο. Μια σκοτεινή υπενθύμιση πως τα μυστικά έχουν πάντα ένα τίμημα και πως η αλαζονεία οδηγεί στην αυτοκαταστροφή.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου