Ο ΚΟΝΤΟΡΕΒΥΘΟΥΛΗΣ
CHARLES PERRAULT
Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΙΝΑ ΚΑΙ Η ΣΚΛΗΡΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Σε μια μακρινή εποχή, όπου η πείνα θέριζε τους ανθρώπους, ζούσε ένας ξυλοκόπος με τη γυναίκα του σε μια ταπεινή καλύβα. Τα χρόνια ήταν τόσο δύσκολα που ούτε οι ίδιοι δεν μπορούσαν να βρουν φαγητό, πόσο μάλλον να θρέψουν την οικογένειά τους. Μια κρύα νύχτα, ο ξυλοκόπος, με το πρόσωπο σκυθρωπό,
είπε στη γυναίκα του: «Αγαπητή μου, δεν έχουμε πια τίποτα. Δεν μπορώ να βλέπω την οικογένειά μας να υποφέρει. Αύριο, θα τους οδηγήσουμε βαθιά μέσα στο δάσος. Ίσως εκεί η μοίρα τους φερθεί καλύτερα και βρουν κάποιον να τους φροντίσει». Η γυναίκα του ξέσπασε σε λυγμούς. «Μα πώς μπορούμε να κάνουμε κάτι τέτοιο;» ρώτησε με δάκρυα στα μάτια. «Δεν υπάρχει άλλη λύση», απάντησε εκείνος με βαριά καρδιά. «Η πείνα θα τους σκοτώσει εδώ».Η ΕΞΥΠΝΑΔΑ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΗΡΩΑ
Ο μικρότερος γιος, που όλοι τον φώναζαν Κοντορεβυθούλη λόγω του απειροελάχιστου αναστήματός του, ήταν ξύπνιος. Αν και μικροκαμωμένος, είχε το μυαλό ενός έμπειρου ενήλικα. Άκουσε κάθε λέξη και αμέσως σκέφτηκε ένα σχέδιο. Πριν χαράξει, ο Κοντορεβυθούλης βγήκε αθόρυβα από το σπίτι. Πήγε στο ποτάμι και μάζεψε τις πιο λευκές και λείες πέτρες που βρήκε. Γέμισε τις τσέπες του και γύρισε πίσω. «Πού πήγες τόσο πρωί;» ρώτησε η μητέρα του. «Πήγα μια βόλτα, μητέρα, να δω τον ήλιο να ανατέλλει», απάντησε εκείνος με ψυχραιμία.
ΤΟ ΦΩΣ ΤΩΝ ΒΟΤΣΑΛΩΝ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ
Όταν έφτασαν βαθιά μέσα στο σκοτεινό δάσος, οι γονείς βρήκαν μια δικαιολογία να απομακρυνθούν. «Μείνετε εδώ», είπε ο πατέρας, «θα πάμε να μαζέψουμε λίγα ξύλα». Η οικογένεια έμεινε μόνη της. Ο φόβος και η απελπισία σκέπασαν τα πρόσωπά τους. «Χαθήκαμε!» φώναζε μια από τις αδερφές του. «Τι θα κάνουμε τώρα;» ρώτησε ένας από τους αδερφούς του. Ο Κοντορεβυθούλης στάθηκε όρθιος, γεμάτος σιγουριά. «Μην φοβάστε», είπε. «Περιμένετε να βγει το φεγγάρι». Μόλις η πανσέληνος ανέβηκε ψηλά, οι λευκές πέτρες που είχε αφήσει ο Κοντορεβυθούλης άρχισαν να λάμπουν σαν μικρά φώτα πάνω στο σκοτεινό χώμα. «Ακολουθήστε με!» είπε, και η οικογένεια τον ακολούθησε πιστά. Έτσι, βρήκαν τον δρόμο της επιστροφής. Οι γονείς, που στο μεταξύ είχαν μετανιώσει πικρά για την πράξη τους, τους δέχτηκαν με δάκρυα χαράς και ανακούφισης. «Σας συγχωρούμε», είπε ο Κοντορεβυθούλης, «ξέρουμε πως η πείνα σας έκανε να το σκεφτείτε».
ΤΑ ΨΙΧΟΥΛΑ ΚΑΙ Ο ΓΙΓΑΝΤΑΣ
Η χαρά, όμως, δεν κράτησε πολύ. Η πείνα επέστρεψε, πιο δυνατή από πριν. Οι γονείς αποφάσισαν να τους οδηγήσουν ξανά στο δάσος, αυτή τη φορά ακόμα πιο μακριά. Ο πατέρας κλείδωσε την πόρτα τη νύχτα, και ο Κοντορεβυθούλης δεν μπόρεσε να μαζέψει πέτρες. Το πρωί, πήρε μαζί του ένα μικρό κομμάτι ψωμί. «Αυτό είναι το τελευταίο μας», του είπε η μητέρα του. Καθώς περπατούσαν, ο Κοντορεβυθούλης άφηνε μικρά ψίχουλα στο μονοπάτι. Όταν όμως οι γονείς τους εγκατέλειψαν ξανά, και θέλησαν να γυρίσουν, τα ψίχουλα είχαν εξαφανιστεί. Τα πουλιά του δάσους τα είχαν φάει όλα. «Χαθήκαμε πραγματικά τώρα!» έκλαψαν. Ο Κοντορεβυθούλης, όμως, είδε ένα φως στο βάθος. «Ελάτε», είπε, «ίσως βρούμε βοήθεια». Έφτασαν σε ένα τεράστιο σπίτι. Ήταν το σπίτι ενός τρομερού Γίγαντα που έτρωγε ανθρώπους. Η γυναίκα του Γίγαντα, μια καλοσυνάτη κυρία, τους έκρυψε κάτω από το κρεβάτι της. «Ο σύζυγός μου έχει άσχημο χαρακτήρα», τους ψιθύρισε.
ΟΙ ΜΠΟΤΕΣ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΛΕΥΓΩΝ
Λίγο αργότερα, ο Γίγαντας γύρισε. «Φου... Φου... Μυρίζω φρέσκο αίμα!» βρόντηξε η φωνή του. Η γυναίκα του προσπάθησε να τον ηρεμήσει. «Δεν είναι τίποτα, αγαπητέ μου. Είναι μόνο το φαγητό που ετοιμάζω». Όμως ο Γίγαντας τους βρήκε. Τους είπε πως θα τους έτρωγε όλους. Ο Κοντορεβυθούλης, με το πονηρό του μυαλό, κατάλαβε πως έπρεπε να δράσει γρήγορα. Τη νύχτα, ενώ ο Γίγαντας κοιμόταν βαριά, ο Κοντορεβυθούλης έκανε ένα έξυπνο κόλπο και κατάφερε να πάρει τις Μπότες των Επτά Λευγών του Γίγαντα. Αυτές οι μπότες ήταν μαγικές. Με ένα μόνο βήμα, μπορούσες να διανύσεις επτά λεύγες, δηλαδή μια τεράστια απόσταση! Ο Κοντορεβυθούλης φόρεσε τις μπότες και, ω του θαύματος, αυτές προσαρμόστηκαν αμέσως στο δικό του μέγεθος.
Ο ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΚΑΙ Η ΔΟΞΑ
Με τις μαγικές μπότες στα πόδια του, ο Κοντορεβυθούλης έτρεξε πιο γρήγορα από τον άνεμο. Έφτασε στο παλάτι του Βασιλιά σε χρόνο μηδέν. «Μεγαλειότατε!» είπε, «μπορώ να σας μεταφέρω κάθε μήνυμα, όσο μακριά κι αν βρίσκεται, πιο γρήγορα από κάθε αγγελιοφόρο!» Ο Βασιλιάς, εντυπωσιασμένος, του έδωσε μια σημαντική αποστολή. Ο Κοντορεβυθούλης εκτέλεσε την αποστολή του με τέτοια ταχύτητα που ο Βασιλιάς τον αντάμειψε με πολλά χρυσά νομίσματα και του έδωσε τον τίτλο του βασιλικού αγγελιοφόρου. Ο Κοντορεβυθούλης γύρισε στους γονείς του. Δεν ήταν πια ο φτωχός κυνηγημένος, αλλά ο σωτήρας της οικογένειας. Με τα πλούτη που έφερε, αγόρασαν χωράφια, ζώα και ένα όμορφο σπίτι. «Ποτέ πια δεν θα πεινάσετε», τους είπε. Από εκείνη τη μέρα, έζησαν όλοι ευτυχισμένοι και με ασφάλεια. Και όλοι κατάλαβαν πως η εξυπνάδα και η καλοσύνη είναι πιο δυνατές από κάθε δυσκολία, ακόμα κι αν είσαι μικρός σαν ένας ρεβύθι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου