Ένας στρατιώτης που είχε υπηρετήσει πιστά για πολλά χρόνια απολύθηκε, αλλά δεν του έδωσαν ούτε ένα νόμισμα για τον δρόμο. Μη γνωρίζοντας πώς να επιβιώσει, περιπλανήθηκε μέσα σε ένα πυκνό δάσος. Εκεί, συνάντησε έναν άνδρα που φορούσε μια πράσινη κάπα, αλλά είχε ένα τρομακτικό πόδι σαν οπλή αλόγου. Ήταν ο Διάβολος. Ο Διάβολος του είπε: «Ξέρω πως είσαι σε ανάγκη. Αν δεχτείς να με
υπηρετήσεις για επτά χρόνια, θα έχεις πλούτη για όλη σου τη ζωή. Αλλά υπάρχει ένας όρος: κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, δεν θα πλυθείς, δεν θα χτενιστείς, δεν θα κόψεις τα νύχια σου και δεν θα σκουπίσεις τα μάτια σου».
Ο στρατιώτης, μπροστά στην απόγνωση, δέχτηκε. Ο Διάβολος τον οδήγησε στην Κόλαση και του ανέθεσε μια συγκεκριμένη εργασία: «Πρέπει να προσέχεις τα καζάνια όπου ψήνονται οι αμαρτωλοί. Να διατηρείς τη φωτιά αναμμένη και να μην τολμήσεις ποτέ να κοιτάξεις μέσα στα καζάνια, αλλιώς θα το μετανιώσεις». Ο στρατιώτης ξεκίνησε τη δουλειά του. Κάθε μέρα έριχνε ξύλα στη φωτιά και καθάριζε τον χώρο. Όμως, η περιέργεια άρχισε να τον κυριεύει.
Μια μέρα, πλησίασε το πρώτο καζάνι και σήκωσε το καπάκι. Εκεί είδε τον παλιό του λοχαγό, που τον είχε αδικήσει στον στρατό. «Α, είσαι εδώ;» είπε ο στρατιώτης. «Τώρα οι ρόλοι άλλαξαν». Έριξε περισσότερα ξύλα και δυνάμωσε τη φωτιά. Στο δεύτερο καζάνι βρήκε έναν πλούσιο άρχοντα και στο τρίτο έναν διεφθαρμένο δικαστή. Για επτά χρόνια, ο στρατιώτης παρέμεινε στην Κόλαση. Το σώμα του είχε καλυφθεί από στρώματα κάπνας, τα μαλλιά του είχαν γίνει σαν τσόχα και τα νύχια του σαν νύχια αρπακτικού. Λόγω της βρωμιάς και της τέφρας, τον αποκαλούσαν «Ο Χνουδωτός Αδελφός του Διαβόλου».
Όταν συμπληρώθηκαν τα επτά χρόνια, ο Διάβολος επέστρεψε. «Έκανες καλά τη δουλειά σου», του είπε. «Είδες όμως μέσα στα καζάνια;». Ο στρατιώτης παραδέχτηκε την αλήθεια. Ο Διάβολος τότε του είπε: «Αν δεν μου το έλεγες, θα έμενες εδώ για πάντα. Τώρα όμως, επειδή ομολόγησες, θα πάρεις την αμοιβή σου. Γέμισε το σακίδιό σου με τις στάχτες από τη φωτιά και πήγαινε στον κόσμο. Θα δεις πως αυτές οι στάχτες θα μεταμορφωθούν σε ατόφιο χρυσάφι».Ο στρατιώτης βγήκε από την Κόλαση και βρέθηκε πάλι στο δάσος. Οι στάχτες στο σακίδιό του έγιναν αμέσως βαρύ, καθαρό χρυσάφι. Όμως η εμφάνισή του ήταν τρομακτική: το πρόσωπό του ήταν κατάμαυρο, τα μαλλιά του έφταναν ως τη μέση και τα νύχια του ήταν σαν νύχια αρκούδας. Έφτασε σε ένα πανδοχείο, αλλά ο ιδιοκτήτης, μόλις τον είδε, τρόμαξε και δεν ήθελε να τον δεχτεί. Ο στρατιώτης όμως του έδειξε τον χρυσό και ο πανδοχέας, από απληστία, του έδωσε το καλύτερο δωμάτιο. Το βράδυ, ο πονηρός πανδοχέας έκλεψε το σακίδιο με τον χρυσό.
Όταν ο στρατιώτης ξύπνησε και είδε πως ο θησαυρός του χάθηκε, δεν απελπίστηκε. Επέστρεψε στην πύλη της Κόλασης και είπε στον Διάβολο: «Με λήστεψαν». Ο Διάβολος, θέλοντας να τηρήσει τη συμφωνία, του γέμισε ξανά το σακίδιο και του είπε: «Πήγαινε πίσω και πες στον πανδοχέα πως αν δεν σου επιστρέψει τον χρυσό, θα έρθω να τον πάρω εγώ ο ίδιος για να μου καθαρίζει τα καζάνια». Ο πανδοχέας, έντρομος, του επέστρεψε τα κλεμμένα και του έδωσε ακόμη περισσότερα για να τον καλοπιάσει.
Ο στρατιώτης, πλούσιος πια, ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, βοηθώντας τους φτωχούς. Μετά από επτά χρόνια περιπλάνησης, η "ποινή" της βρωμιάς τελείωσε. Πλύθηκε, κουρεύτηκε και εμφανίστηκε ως ένας μεγαλοπρεπής, ευγενής άνδρας. Έφτασε στο παλάτι ενός βασιλιά που βρισκόταν σε οικονομική δυσχέρεια. Ο στρατιώτης του πρόσφερε αμύθητα πλούτη με αντάλλαγμα το χέρι της κόρης του. Ο βασιλιάς δέχτηκε με χαρά.
Η μεγαλύτερη κόρη του βασιλιά, όμως, ένιωθε απέχθεια για τον άγνωστο, ενώ η μικρότερη, βλέποντας την καλή του καρδιά, τον δέχτηκε ως σύζυγο. Στον γάμο τους, ο Διάβολος εμφανίστηκε κρυφά και ψιθύρισε στον στρατιώτη: «Βλέπεις; Εσύ πήρες την ευτυχία, αλλά εγώ πήρα την ψυχή της μεγαλύτερης κόρης, που η κακία της την έφερε ήδη κοντά στα καζάνια μου». Ο στρατιώτης έζησε την υπόλοιπη ζωή του με τιμή, έχοντας μάθει πως η αληθινή βρωμιά δεν βρίσκεται στο δέρμα, αλλά στην ψυχή.

ΠΟΙΗΜΑ
Στρατιώτης δίχως μοίρα, δίχως ένα οβολό, μέσα στο δάσος χάνεται, σε δρόμο σκοτεινό. Εκεί ο Διάβολος πατά, με την οπλή στο χώμα, και του προτείνει συμφωνία, με παγωμένο στόμα: «Επτά χρονιά στην Κόλαση, αν θες να με υπηρετήσεις, πλούτη θα πάρεις άφθονα, τον φόβο να νικήσεις. Μα ούτε νερό, ούτε χτένι, ούτε ψαλίδι θα αγγιχτεί, η βρωμιά επάνω στο κορμί σου, θώρακας θα γενεί».
Στα καζάνια τον έβαλε, τη φωτιά να συντηρεί, μα του 'πε: «Μέσα μην κοιτάς, η μοίρα είναι σκληρή». Μα ο στρατιώτης έσκυψε, το καπάκι έχει σηκώσει, και είδε αυτούς που στη ζωή, τον είχανε προδώσει. Λοχαγούς και δυνάστες, είδε μες στο καζάνι, κι έριξε ξύλα στη φωτιά, η τιμωρία να φτάνει. Σαν πέρασαν τα επτά χρονιά, ο Διάβολος τον κρίνει, «Στάχτη θα πάρεις για χρυσό», του λέει και τον αφήνει.
Με σώμα μαύρο από καπνιά και νύχια σαν θηρίο, γυρνά στον κόσμο τον τρανό, σ’ ένα τρελό πανδοχείο. Του έκλεψαν το χρυσάφι του, μα ο Διάβολος βοηθάει, και ο κλέφτης έντρομος πια, το βιος του το γυρνάει. Πλύθηκε τότε ο στρατιώτης, το κάλλος του προβάλλει, κι ο βασιλιάς του χάρισε την κόρη την μεγάλη. Μα η κακία της έφερε την ψυχή της στο σκοτάδι, κι ο στρατιώτης έζησε στο φως, μακριά απ' το πηγάδι.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο ΧΝΟΥΔΩΤΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ
ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM
Ένας στρατιώτης που είχε απολυθεί από τον στρατό και δεν είχε ούτε μια δεκάρα στην τσέπη του, περιπλανιόταν στο δάσος αναζητώντας τη μοίρα του. Εκεί συνάντησε έναν μικρόσωμο άνδρα με ένα πράσινο σακάκι, ο οποίος του είπε: «Ξέρω πως πεινάς. Αν δεχτείς να με υπηρετήσεις για επτά χρόνια, θα γίνεις πλούσιος για πάντα. Όμως, κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, δεν πρέπει να πλυθείς, να χτενιστείς, να κόψεις τα νύχια σου, να σκουπίσεις τα μάτια σου, ούτε να προσευχηθείς».
Ο στρατιώτης, μπροστά στην απόγνωση, δέχτηκε. Ο άνδρας τον οδήγησε στην κόλαση και του έδωσε μια αποστολή: έπρεπε να κρατά αναμμένη τη φωτιά κάτω από τα καζάνια όπου έβραζαν οι ψυχές των αμαρτωλών. Τον προειδοποίησε όμως αυστηρά να μην κοιτάξει ποτέ μέσα στα καζάνια.
Για χρόνια, ο στρατιώτης εκτελούσε το έργο του. Όμως, η περιέργεια νίκησε τον φόβο του. Μια μέρα κοίταξε μέσα στο πρώτο καζάνι και είδε τον παλιό του λοχαγό που τον βασάνιζε στον στρατό. «Α, εδώ είσαι λοιπόν!» είπε και έριξε κι άλλα ξύλα στη φωτιά. Στο δεύτερο καζάνι είδε τον στρατηγό του, και στο τρίτο έναν ευγενή που τον είχε αδικήσει. Σε όλους επιφύλαξε την ίδια σκληρή μεταχείριση, απολαμβάνοντας την εκδίκησή του.
Όταν συμπληρώθηκαν τα επτά χρόνια, ο Διάβολος εμφανίστηκε. «Επειδή κοίταξες στα καζάνια, δεν θα έπρεπε να σε πληρώσω», του είπε. «Όμως, επειδή έριξες τόση φωτιά στους εχθρούς μου, θα σε συγχωρήσω». Τον καθάρισε, τον κούρεψε και του γέμισε ένα σακίδιο με χρυσάφι. Του έδωσε επίσης το παλιό του πράσινο σακάκι και του είπε: «Αν σε ρωτήσει κανείς ποιος είσαι, θα λες: "Είμαι ο ΧΝΟΥΔΩΤΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ"».
Ο στρατιώτης επέστρεψε στον κόσμο. Κατέλυσε σε ένα πανδοχείο, όπου ο πανδοχέας, βλέποντας το χρυσάφι του, προσπάθησε να τον κλέψει. Όμως ο στρατιώτης, χρησιμοποιώντας την πονηριά που έμαθε στην κόλαση, κατάφερε να πάρει πίσω την περιουσία του και να αγοράσει το ίδιο το πανδοχείο.
Η φήμη του έφτασε μέχρι τον βασιλιά, ο οποίος είχε χρέη και ζήτησε τη βοήθειά του. Ο στρατιώτης του δάνεισε αμύθητα ποσά, και ως αντάλλαγμα ο βασιλιάς του υποσχέθηκε την κόρη του. Όπως και στην ιστορία του «Αρκουδοδέρματος», οι μεγαλύτερες αδελφές τον χλεύασαν, αλλά η μικρότερη τον αγάπησε. Στο τέλος, ο στρατιώτης παντρεύτηκε την πριγκίπισσα και έζησε μέσα στα πλούτη, θυμίζοντας πως μερικές φορές ο δρόμος προς την ευτυχία περνά μέσα από τις πιο σκοτεινές δοκιμασίες.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου