Σελίδες

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Ο ΓΑΛΑΖΙΟΣ ΛΥΧΝΟΣ ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM

Υπήρχε κάποτε ένας στρατιώτης, ένας άνδρας που είχε αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στην υπηρεσία του Βασιλιά. Επί χρόνια πολλά, βάδιζε μέσα στις λάσπες, κοιμόταν στο παγωμένο χώμα και πολεμούσε στην πρώτη γραμμή με θάρρος που κανείς δεν αμφισβητούσε. Το σώμα του ήταν γεμάτο ουλές, σημάδια από σπαθιά και σφαίρες που δέχτηκε για τη δόξα του στέμματος. Όταν όμως ο μεγάλος πόλεμος τελείωσε και η ειρήνη απλώθηκε στη χώρα, ο Βασιλιάς τον κάλεσε στο παλάτι. Αντί για παράσημα ή μια τιμητική σύνταξη, ο Βασιλιάς τον κοίταξε με περιφρόνηση και του είπε: «Μπορείς να πάρεις τα πράγματά σου και να φύγεις. Είσαι πλέον γέρος, το βάδισμά σου είναι αργό και τα χέρια σου τρέμουν. Δεν μου είσαι πλέον χρήσιμος. Θα λάβεις μόνο τον μισθό των τελευταίων ημερών σου, γιατί το κράτος μου δεν έχει περίσσευμα για να ταΐζει όσους δεν μπορούν πια να κρατήσουν όπλο». Ο στρατιώτης έμεινε άναυδος. Με λίγα νομίσματα στην τσέπη, που δεν έφταναν ούτε για το ψωμί μιας εβδομάδας, βγήκε από τις πύλες της πόλης. Η πικρία του ήταν τόσο βαθιά που ένιωθε την καρδιά του να σφίγγεται. Περπατούσε μέρες ολόκληρες χωρίς προορισμό, μέχρι που ένα βράδυ τον βρήκε η νύχτα στην καρδιά ενός πυκνού και αφιλόξενου δάσους. Καθώς το κρύο άρχισε να διαπερνά τα παλιά του ρούχα, είδε στο βάθος ένα αχνό φως. Πλησιάζοντας, βρήκε μια απομονωμένη καλύβα. Χτύπησε την πόρτα και του άνοιξε μια ηλικιωμένη γυναίκα με διαπεραστικό βλέμμα και γαμψή μύτη. Ήταν μια μάγισσα, αλλά ο στρατιώτης, μέσα στην εξάντλησή του, ζήτησε μόνο μια γωνιά να πλαγιάσει και ένα κομμάτι ψωμί. «Τίποτα δεν δίνεται δωρεάν σε αυτόν τον κόσμο», είπε η μάγισσα με τσιριχτή φωνή. «Θα σε φιλοξενήσω, αλλά αύριο πρέπει να αποδείξεις ότι αξίζεις το ψωμί σου. Θα μου σκάψεις όλο τον κήπο, από τη μία άκρη ως την άλλη». Ο στρατιώτης δέχτηκε. Την επόμενη μέρα, παρά τους πόνους στις πληγές του, έσκαβε από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου. Το βράδυ, η μάγισσα του είπε: «Δεν τελείωσες. Μείνε άλλη μια νύχτα και αύριο θα μου κόψεις τα ξύλα για τον βαρύ χειμώνα». Την τρίτη μέρα, αφού ολοκλήρωσε και αυτή τη βαριά δουλειά, η μάγισσα τον πλησίασε με δόλο. «Είσαι εργατικός, στρατιώτη. Θα σου ζητήσω μια τελευταία χάρη πριν φύγεις. Πίσω από την καλύβα υπάρχει ένα παλιό, ξερό πηγάδι. Μου έπεσε μέσα ένας γαλάζιος λύχνος που δεν σβήνει ποτέ. Είναι οικογενειακό κειμήλιο και τον θέλω πίσω. Θα σε κατεβάσω με ένα καλάθι και εσύ απλά θα τον πιάσεις». Ο στρατιώτης κατέβηκε στο βαθύ σκοτάδι του πηγαδιού. Εκεί, ανάμεσα σε πέτρες και υγρασία, είδε μια παράξενη γαλάζια λάμψη. Ήταν ένας λύχνος που έφεγγε με ένα φως που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο. Τον πήρε στα χέρια του και έκανε σήμα στη μάγισσα να τον τραβήξει. Καθώς πλησίαζε στο στόμιο, είδε τη γριά να απλώνει τα χέρια της με λύσσα. «Δώσε μου τον λύχνο αμέσως!» ούρλιαξε. Ο στρατιώτης, μαθημένος να αναγνωρίζει την προδοσία, της απάντησε: «Όχι. Πρώτα θα πατήσω το πόδι μου στη στεριά και μετά θα σου τον δώσω». Η μάγισσα, καταλαβαίνοντας πως δεν μπορούσε να τον ξεγελάσει, ούρλιαξε από θυμό, έκοψε το σχοινί και ο στρατιώτης έπεσε με δύναμη πίσω στον πάτο του πηγαδιού. Η γριά έφυγε βρίζοντας, σίγουρη πως ο στρατιώτης θα πέθαινε εκεί από την πείνα και τη δίψα. Ο στρατιώτης κάθισε στο υγρό χώμα, νιώθοντας πως αυτή τη φορά δεν υπήρχε σωτηρία. «Τι ειρωνεία», σκέφτηκε, «να γλιτώσω από τόσες μάχες και να πεθάνω σε μια τρύπα». Έβγαλε την πίπα του, την τελευταία του παρηγοριά. Επειδή δεν είχε σπίρτα, την πλησίασε στον γαλάζιο λύχνο και την άναψε από τη μαγική φλόγα. Μόλις πήρε την πρώτη ρουφηξιά και ο καπνός γέμισε τον χώρο, ένας μικρός μαύρος νάνος, με πρόσωπο σοβαρό και μάτια που άστραφταν, εμφανίστηκε μπροστά του. «Κύριε, τι διατάζεις;» ρώτησε ο νάνος με μια φωνή που ακούστηκε σαν τρίξιμο μετάλλου. «Είμαι το πνεύμα του γαλάζιου λύχνου. Σου ανήκω όσο κρατάς τη φλόγα αναμμένη». Ο στρατιώτης, αν και έκπληκτος, αντέδρασε γρήγορα. «Πρώτα από όλα, βγάλε με από εδώ μέσα». Σε κλάσματα δευτερολέπτου, βρέθηκε να στέκεται πάνω στο γρασίδι, δίπλα στο πηγάδι. «Τώρα», είπε με βλέμμα που άστραφτε από εκδίκηση, «πήγαινε στην καλύβα της μάγισσας. Δέσ’ την καλά, οδήγησέ την στο δικαστήριο και φρόντισε να δικαστεί για τις πονηριές της». Ο νάνος εξαφανίστηκε και σε λίγο επέστρεψε, έχοντας ολοκληρώσει την αποστολή του. Η μάγισσα οδηγήθηκε στην αγχόνη και ο στρατιώτης πήρε όλο το χρυσάφι που είχε κρυμμένο στην καλύβα της. Επέστρεψε στην πρωτεύουσα και εγκαταστάθηκε στο πιο ακριβό πανδοχείο, ζώντας σαν άρχοντας. Όμως η αδικία του Βασιλιά τον βασάνιζε ακόμα. Ήθελε να τον ταπεινώσει όπως είχε ταπεινωθεί και ο ίδιος. Κάλεσε τον νάνο και του έδωσε μια διαταγή που θα τάραζε το βασίλειο: «Απόψε τα μεσάνυχτα, όταν όλοι θα κοιμούνται, φέρε τη Βασιλοπούλα εδώ στο δωμάτιό μου. Θέλω να την κάνω υπηρέτριά μου για μια νύχτα. Θα μου καθαρίσει τις λασπωμένες μπότες και θα σκουπίσει το πάτωμα». Ο νάνος, αν και ψιθύρισε πως αυτό ήταν επικίνδυνο, υπάκουσε. Την έφερε στο δωμάτιο ενώ εκείνη βρισκόταν σε βαθύ ύπνο. Η Βασιλοπούλα, σαν σε όνειρο, πήρε τη βούρτσα και άρχισε να καθαρίζει τις μπότες του στρατιώτη, ενώ εκείνος την κοίταζε σιωπηλός, νιώθοντας πως η δικαιοσύνη επιβαλλόταν με τον δικό του τρόπο. Το πρωί, η Βασιλοπούλα ξύπνησε στο κρεβάτι της γεμάτη κούραση. Είπε στον πατέρα της για το παράξενο όνειρο, όπου υπηρετούσε έναν στρατιώτη. Ο Βασιλιάς, πονηρός και καχύποπτος, της είπε: «Αν ξανασυμβεί, γέμισε την τσέπη σου με μπιζέλια και κάνε μια μικρή τρύπα στο φόρεμά σου. Τα μπιζέλια θα πέφτουν ένα-ένα και θα μας δείξουν τον δρόμο». Όμως ο νάνος άκουσε το σχέδιο. Την επόμενη νύχτα, αφού πήρε τη Βασιλοπούλα, σκόρπισε χιλιάδες μπιζέλια σε όλα τα σοκάκια της πόλης. Το πρωί, οι στρατιώτες του Βασιλιά βρήκαν μπιζέλια παντού και δεν μπορούσαν να καταλάβουν ποιο σπίτι ήταν το σωστό. Την τρίτη νύχτα, ο Βασιλιάς έδωσε μια άλλη εντολή: «Κρύψε μια από τις μπότες σου κάτω από το κρεβάτι εκεί που σε πηγαίνουν». Η Βασιλοπούλα το έπραξε. Το πρωί, οι ερευνητές βρήκαν την πολυτελή μπότα στο δωμάτιο του στρατιώτη στο πανδοχείο. Ο στρατιώτης συνελήφθη αμέσως. Οι δικαστές, θέλοντας να ευχαριστήσουν τον Βασιλιά, τον καταδίκασαν σε θάνατο δια απαγχονισμού. Καθώς τον οδηγούσαν στην πλατεία, ο στρατιώτης παρέμεινε ψύχραιμος. Όταν έφτασε στην αγχόνη, ζήτησε μια τελευταία χάρη: «Μεγαλειότατε, ένας στρατιώτης δεν φοβάται τον θάνατο, αλλά θα ήθελε να καπνίσει μια τελευταία πίπα πριν φύγει από αυτόν τον κόσμο». Ο Βασιλιάς, σίγουρος για τη νίκη του, του το επέτρεψε. Ο στρατιώτης άναψε την πίπα του από τη φλόγα του γαλάζιου λύχνου, τον οποίο είχε καταφέρει να κρατήσει κρυμμένο στο εσωτερικό του χιτωνίου του. Μόλις ο γαλάζιος καπνός ανέβηκε στον ουρανό, ο μαύρος νάνος εμφανίστηκε, κρατώντας ένα τεράστιο σιδερένιο ρόπαλο. «Τι διατάζεις, κύριέ μου;» «Διάλυσε αυτό το άδικο δικαστήριο και τους στρατιώτες που με κρατούν. Και τον Βασιλιά, δείξ’ του τι σημαίνει να φέρεσαι άσχημα σε εκείνους που σε υπηρέτησαν». Ο νάνος άρχισε να χτυπά με τέτοια δύναμη, που οι στρατιώτες διασκορπίστηκαν έντρομοι και οι δικαστές έτρεχαν να σωθούν. Ο Βασιλιάς, βλέποντας το πνεύμα να πλησιάζει, έπεσε στα γόνατα και άρχισε να ικετεύει για τη ζωή του. «Σου δίνω το βασίλειό μου, σου δίνω την κόρη μου, μόνο σταμάτα αυτό το κακό!» φώναξε. Ο στρατιώτης, βλέποντας τον ισχυρό άνδρα να τρέμει μπροστά του, σταμάτησε τον νάνο. Τελικά, ο στρατιώτης πήρε το στέμμα και παντρεύτηκε τη Βασιλοπούλα. Κυβέρνησε τη χώρα με σοφία και δικαιοσύνη, φροντίζοντας πάντα οι παλιοί στρατιώτες και οι αδύναμοι να έχουν τη θέση που τους αξίζει. Ο γαλάζιος λύχνος τοποθετήθηκε σε μια χρυσή θήκη δίπλα στον θρόνο, ως αιώνιο σύμβολο πως η αληθινή δύναμη δεν βρίσκεται στο στέμμα, αλλά στην πίστη και στην υπομονή εκείνων που αδικήθηκαν. 



ΠΟΙΗΜΑ


Ο ΓΑΛΑΖΙΟΣ ΛΥΧΝΟΣ (ΠΟΙΗΜΑ)

ΕΜΠΝΕΥΣΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΓΚΡΙΜ

Σ’ έναν παλιό, πικρό καιρό, στρατιώτης πληγωμένος, από πολέμους μακρινούς γυρνά εξαθλιωμένος. Τον Βασιλιά υπηρέτησε με πίστη και με θάρρος, μα εκείνος τον απέπεμψε, τον είδε σαν ένα βάρος. «Δεν έχεις πια δυνάμεις, γέρο, ούτε σπαθί να πιάσεις, φύγε από το παλάτι μου, τη ζήση σου να χάσεις».

Μες στο σκοτάδι του δρυμού, σε μια καλύβα φτάνει, εκεί που μάγισσα κακιά τον δόλο της υφαίνει. «Θα φας και θα κοιμηθείς», του λέει με πονηριά, «αν σκάψεις όλο τον κήπο μου με κόπο και βαριά». Τρεις μέρες δούλεψε σκληρά, τα ξύλα της έχει κόψει, μέχρι που η μάγισσα έδειξε την πιο κρυφή της όψη.

«Σ’ ένα πηγάδι σκοτεινό, στης γης τα σωθικά, μου έπεσε ένας λύχνος μου, λάμπει γαλαζωπά. Κατέβα κάτω, φέρε τον!», του φώναξε με λύσσα, και τον αφήνει στο κενό, μες στη βαθιά την πίσσα. Μα ο στρατιώτης πονηρός, τον λύχνο σαν αγγίζει, στη μάγισσα δεν τον πετά, το τέλος της γνωρίζει. Εκείνη κόβει το σχοινί, τον θάνατο του τάζει, μα ο στρατιώτης την πίπα του μες στο βυθό ανάβει.

Μια ρουφηξιά, ένας καπνός, γαλάζια η φλόγα λάμπει, κι ένας νάνος μελανός μπροστά του τότε αναδύεται. «Διατάξτε με, αφέντη μου, ο λύχνος με ορίζει, ό,τι η ψυχή σου επιθυμεί, η δύναμή μου χαρίζει». «Βγάλε με πάνω στο φως, τη μάγισσα τιμώρησε», κι ο νάνος με μια κίνηση τη μοίρα του συμμόρφωσε.

Στην πόλη μπαίνει νικητής, σε πανδοχείο μένει, μα η αδικία του Βασιλιά την πίστη του πληγαίνει. «Νάνο, φέρε τη Βασιλοπούλα εδώ στα μεσάνυχτα, να μου καθαρίσει τις μπότες μου, με μάτια ορθάνοιχτα». Σαν όνειρο η κόρη έρχεται, τη σφουγγαρίστρα πιάνει, και ο Βασιλιάς εξοργισμένος το δόλο του υφαίνει. Μπιζέλια στρώνει στον δρόμο, μια μπότα της κρυμμένη, και ο στρατιώτης στη φυλακή, με την αγχόνη δεμένη.

«Μια τελευταία πίπα», ζητά πριν το σκοινί τον πνίξει, κι ο Βασιλιάς του επέτρεψε τη φλόγα του να δείξει. Μόλις ο καπνός υψώθηκε, ο νάνος εμφανίστηκε, με το ρόπαλο στο χέρι του, ο κόσμος συγκλονίστηκε. Χτυπά φρουρούς και δικαστές, το άδικο σκορπίζει, και ο Βασιλιάς έντρομος το λάθος του γνωρίζει.

Το στέμμα παίρνει ο στρατιώτης, το δίκιο ανασταίνει, κι η Βασιλοπούλα στο πλευρό του, σύζυγος πια μένει. Ο γαλάζιος λύχνος δίπλα τους, στον θρόνο τους σιμώνει, να θυμίζει πως η υπομονή, τους γίγαντες λυγίζει και μερώνει.

 ΠΕΡΙΛΗΨΗ Ο ΓΑΛΑΖΙΟΣ ΛΥΧΝΟΣ

ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM

Ένας στρατιώτης, που είχε υπηρετήσει πιστά τον βασιλιά του για χρόνια, απολύθηκε χωρίς καμία ανταμοιβή επειδή τα τραύματά του τον καθιστούσαν πλέον ανίκανο για μάχη. Περιπλανώμενος και πεινασμένος, έφτασε στο σπίτι μιας μάγισσας, η οποία υποσχέθηκε να τον βοηθήσει αν εκείνος κατέβαινε σε ένα βαθύ, ξερό πηγάδι για να της φέρει έναν ΓΑΛΑΖΙΟ ΛΥΧΝΟ που έκαιγε στον πάτο.

Αφού πήρε τον λύχνο, η μάγισσα προσπάθησε να τον προδώσει, αλλά ο στρατιώτης αρνήθηκε να της τον παραδώσει πριν βγει έξω. Εκείνη, οργισμένη, τον πέταξε πίσω στο βάθος του πηγδιού. Καθώς καθόταν στο σκοτάδι, ο στρατιώτης άναψε την πίπα του από τη γαλάζια φλόγα του λύχνου. Αμέσως, ένας μικρός μαύρος νάνος εμφανίστηκε: «Τι διατάζεις, κύριέ μου;».

Ο στρατιώτης χρησιμοποίησε τη δύναμη του νάνου για να πάρει πίσω το δίκιο του. Διέταξε τον νάνο να του φέρει την ίδια την πριγκίπισσα, την κόρη του άδικου βασιλιά, για να τον υπηρετεί ως καμαριέρα στο σπίτι του κάθε βράδυ. Η πριγκίπισσα, σε κατάσταση υπνοβασίας, σκούπιζε και καθάριζε, πιστεύοντας πως όλα ήταν ένα όνειρο. Όταν τελικά η αλήθεια αποκαλύφθηκε, ο βασιλιάς προσπάθησε να φυλακίσει τον στρατιώτη, αλλά ο νάνος του λύχνου διέλυσε τους δεσμούς του και τιμώρησε τους εχθρούς του. Ο στρατιώτης έγινε ο νέος κυρίαρχος, αποδεικνύοντας πως η πίστη και η δύναμη που πηγάζουν από το «φως» της δικαιοσύνης μπορούν να ανατρέψουν ακόμα και τους πιο σκληρούς θρόνους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου