Υπήρχε κάποτε ένας έμπορος, ένας ενήλικας άνδρας με μεγάλη περιουσία, που ετοιμαζόταν να κάνει ένα μακρινό ταξίδι. Πριν αναχωρήσει, κάλεσε τις τρεις κόρες του και τις ρώτησε τι θα ήθελαν να τους φέρει ως δώρο κατά την επιστροφή του. Η μεγαλύτερη κόρη ζήτησε μαργαριτάρια, η δεύτερη ζήτησε διαμάντια, αλλά η τρίτη και μικρότερη, την οποία ο πατέρας αγαπούσε περισσότερο από όλες, είπε: «Αγαπημένε μου πατέρα, εγώ θα ήθελα ένα λάρκο (κορυδαλλό) που να πηδά και να χορεύει». Ο πατέρας την φίλησε και είπε: «Αν μπορέσω να το βρω, θα το έχεις».
Όταν ήρθε η ώρα της επιστροφής, ο έμπορος είχε ήδη αγοράσει τα μαργαριτάρια και τα διαμάντια για τις δύο μεγαλύτερες κόρες του, αλλά είχε ψάξει παντού για το λάρκο που πηδά και χορεύει και δεν το είχε βρει πουθενά. Αυτό τον λυπούσε βαθιά, γιατί δεν ήθελε να απογοητεύσει την αγαπημένη του μικρή κόρη. Ο δρόμος της επιστροφής τον έφερε μέσα από ένα πυκνό και σκοτεινό δάσος, στη μέση του οποίου υψωνόταν ένα μεγαλοπρεπές κάστρο. Κοντά στο κάστρο υπήρχε ένα δέντρο, και στην κορυφή του δέντρου ο έμπορος είδε ένα μικρό πουλί να πηδά και να χορεύει με έναν τρόπο μαγικό.
«Επιτέλους, σε βρήκα!» αναφώνησε με χαρά. Διέταξε τον υπηρέτη του να ανέβει στο δέντρο και να πιάσει το πουλί. Όμως, μόλις ο υπηρέτης πλησίασε το δέντρο, ένας φοβερός Λέοντας πετάχτηκε μέσα από τις φυλλωσιές. Βρυχήθηκε τόσο δυνατά που τα φύλλα των δέντρων έτρεμαν και είπε: «Ποιος τολμά να κλέψει το λάρκο μου που πηδά και χορεύει; Θα κατασπαράξω όποιον αγγίξει την ιδιοκτησία μου!». Ο έμπορος, τρέμοντας από τον φόβο του, είπε: «Σας παρακαλώ, κύριε Λέοντα, δεν ήξερα ότι το πουλί σας ανήκει. Θα σας πληρώσω όσο χρυσάφι θέλετε, αρκεί να μου χαρίσετε τη ζωή».
Ο Λέοντας τον κοίταξε με τα φλογερά του μάτια και είπε: «Το χρυσάφι δεν με ενδιαφέρει. Θα σου χαρίσω τη ζωή μόνο υπό έναν όρο: πρέπει να μου υποσχεθείς πως θα μου παραδώσεις εκείνο που θα σε συναντήσει πρώτο όταν επιστρέψεις στο σπίτι σου. Αν δεχτείς, θα σου δώσω το πουλί και θα φύγεις ελεύθερος». Ο έμπορος δίστασε, σκεπτόμενος την κόρη του, αλλά ο υπηρέτης του τον καθησύχασε λέγοντας: «Κύριε, μπορεί να είναι ο σκύλος ή μια γάτα που θα τρέξει πρώτη κοντά σας». Έτσι, ο έμπορος έδωσε την υπόσχεσή του και πήρε το πουλί.
Όταν ο έμπορος έφτασε στο σπίτι του, η μικρότερη κόρη του, μόλις τον είδε από μακριά, έτρεξε γεμάτη χαρά να τον αγκαλιάσει. Ο πατέρας άρχισε να κλαίει γοερά. «Παιδί μου», της είπε, «αυτό το πουλί το αγόρασα πολύ ακριβά. Έπρεπε να σε υποσχεθώ σε έναν άγριο Λέοντα, και τώρα θα σε πάρει και θα σε κατασπαράξει». Της εξήγησε όλη τη συμφωνία, αλλά η κοπέλα, παρόλο που τρόμαξε, είπε με σταθερή φωνή: «Πατέρα, ο λόγος σου είναι ιερός. Θα πάω στον Λέοντα και θα τον ημερέψω, ώστε να επιστρέψω σύντομα κοντά σου».
Το επόμενο πρωί, η κοπέλα ξεκίνησε για το δάσος. Όταν έφτασε στο κάστρο, ο Λέοντας δεν την έφαγε. Αντιθέτως, της αποκάλυψε πως ήταν ένας μαγεμένος Πρίγκιπας. Την ημέρα, εκείνος και οι σύντροφοί του ήταν λιοντάρια, αλλά μόλις έδυε ο ήλιος, έπαιρναν την ανθρώπινη μορφή τους. Η κοπέλα δέχτηκε να τον παντρευτεί και έζησαν ευτυχισμένοι στο κάστρο. Η ζωή τους ήταν ήρεμη, καθώς το βράδυ ο Πρίγκιπας ήταν ένας ευγενικός και στοργικός άνδρας.
Πέρασε καιρός και η μεγαλύτερη αδελφή της κοπέλας παντρευόταν. Η κοπέλα ζήτησε από τον Λέοντα να την αφήσει να πάει στον γάμο. «Θα πας», είπε ο Λέοντας, «αλλά εγώ δεν μπορώ να σε συνοδεύσω, γιατί αν μια ακτίνα φωτός πέσει πάνω μου, θα μεταμορφωθώ σε περιστέρι για επτά χρόνια». Η κοπέλα επέστρεψε μόνη της, είδε τις αδελφές της και τους μίλησε για την ευτυχία της. Μετά από λίγο καιρό, ήρθε η ώρα να παντρευτεί και η δεύτερη αδελφή. Αυτή τη φορά, η κοπέλα επέμεινε: «Πρέπει να έρθεις μαζί μου, θα σε προστατεύσω από κάθε φως».
Έχτισαν μια αίθουσα με χοντρούς τοίχους όπου δεν μπορούσε να μπει καμία ακτίνα. Όμως, στην πόρτα υπήρχε μια μικροσκοπική χαραμάδα που κανείς δεν είχε προσέξει. Καθώς η πομπή περνούσε, μια λεπτή ακτίνα φωτός, σαν μια κλωστή, άγγιξε τον Πρίγκιπα. Σε μια στιγμή, ο Λέοντας χάθηκε και στη θέση του εμφανίστηκε ένα λευκό περιστέρι. «Τώρα πρέπει να πετάω στον κόσμο για επτά χρόνια», είπε το περιστέρι. «Κάθε επτά βήματα θα αφήνω μια σταγόνα κόκκινο αίμα και ένα λευκό φτερό για να με ακολουθείς, και αν είσαι πιστή, θα με ελευθερώσεις».
Έτσι ξεκίνησε η μεγάλη αναζήτηση. Η γυναίκα ακολουθούσε το περιστέρι μέρα και νύχτα, χωρίς να κοιτάζει δεξιά ή αριστερά, χωρίς να νοιάζεται για την κούραση. Πέρασαν σχεδόν επτά χρόνια και η καρδιά της γέμισε ελπίδα, νομίζοντας πως η δοκιμασία τελείωνε. Όμως, ξαφνικά, τα ίχνη από το αίμα και τα φτερά σταμάτησαν. Κοίταξε ψηλά και το περιστέρι είχε χαθεί.
Τότε, μέσα στην απόγνωσή της, αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από τις δυνάμεις του ουρανού. Ανέβηκε στον Ήλιο και είπε: «Ήλιε, εσύ που φωτίζεις κάθε χαράδρα και κάθε κορυφή, είδες ένα λευκό περιστέρι;». Ο Ήλιος απάντησε: «Όχι, δεν το είδα, αλλά θα σου δώσω ένα μικρό κουτί. Άνοιξέ το μόνο όταν βρεθείς στη μεγαλύτερη ανάγκη». Μετά πήγε στη Σελήνη: «Σελήνη, εσύ που φέγγεις τη νύχτα πάνω από τα δάση, είδες το περιστέρι μου;». Η Σελήνη είπε: «Όχι, αλλά πάρε αυτό το χρυσό αυγό και κράτα το για τη δύσκολη ώρα». Τέλος, πήγε στον Βόρειο Άνεμο. Ο Άνεμος της είπε: «Εγώ το είδα! Το περιστέρι είναι πάλι Λέοντας και παλεύει στην άκρη της Ερυθράς Θάλασσας με έναν Δράκο. Ο Δράκος είναι μια μαγεμένη Πριγκίπισσα που θέλει να σου τον κλέψει».
Ο Άνεμος της έδωσε μια μαγική ράβδο και της είπε πώς να νικήσει. Η γυναίκα έφτασε στη θάλασσα, χτύπησε τον Δράκο με τη ράβδο και ο Λέοντας ελευθερώθηκε. Όμως, την ίδια στιγμή, η Πριγκίπισσα πήρε την ανθρώπινη μορφή της, άρπαξε τον Πρίγκιπα και τον πήρε μακριά. Η πιστή σύζυγος έμεινε πάλι μόνη στην ακτή και έκλαψε. «Θα περπατήσω όσο μακριά φυσάει ο άνεμος», είπε, «μέχρι να τον βρω».
Έφτασε σε ένα κάστρο όπου γινόταν προετοιμασία για γάμο. Ο Πρίγκιπας, υπό την επήρεια μαγείας, είχε ξεχάσει τα πάντα και επρόκειτο να παντρευτεί την Πριγκίπισσα-Δράκο. Τότε η γυναίκα άνοιξε το κουτί του Ήλιου. Μέσα υπήρχε ένα φόρεμα που έλαμπε σαν χρυσάφι. Το φόρεσε και πήγε στο παλάτι. Η Πριγκίπισσα, μόλις το είδε, το ζήλεψε. «Τι θέλεις για αυτό το φόρεμα;» ρώτησε. «Θέλω μόνο να μείνω μια νύχτα στο δωμάτιο του μέλλοντος συζύγου σου», απάντησε η γυναίκα. Η Πριγκίπισσα δέχτηκε, αλλά έδωσε στον Πρίγκιπα ένα υπνωτικό ποτό. Όλη τη νύχτα η γυναίκα του μιλούσε, του θύμιζε το λάρκο, τον πατέρα της, τα επτά χρόνια που τον ακολουθούσε, αλλά εκείνος κοιμόταν βαθιά.
Την επόμενη μέρα, η γυναίκα άνοιξε το χρυσό αυγό της Σελήνης. Μέσα υπήρχε μια χρυσή κότα με δώδεκα χρυσά κλωσόπουλα που έτρεχαν και τσιμπούσαν χρυσούς σπόρους. Ήταν το πιο όμορφο θέαμα στον κόσμο. Η Πριγκίπισσα το ζήτησε κι αυτό. «Θα το έχεις, αν με αφήσεις άλλη μια νύχτα στο δωμάτιό του», είπε η γυναίκα. Αυτή τη φορά, ο Πρίγκιπας, που είχε ακούσει από έναν υπηρέτη για τους ψιθύρους της προηγούμενης νύχτας, δεν ήπιε το ποτό.
Μόλις η γυναίκα άρχισε να του μιλά, η μνήμη του επέστρεψε σαν αστραπή. «Εσύ είσαι η αληθινή μου σύζυγος!» αναφώνησε. Έφυγαν κρυφά μέσα στη νύχτα, πέταξαν πάνω από τη θάλασσα και επέστρεψαν στο σπίτι του εμπόρου. Ο πατέρας τους υποδέχτηκε με δάκρυα χαράς και το λάρκο που πηδούσε και χόρευε συνέχισε να τραγουδά στον κήπο τους, θυμίζοντας σε όλους πως η αγάπη που αντέχει επτά χρόνια δοκιμασίας δεν μπορεί να νικηθεί από καμία μαγεία.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ένας πατέρας, πριν ξεκινήσει για ένα μακρινό ταξίδι, ρώτησε τις τρεις κόρες του τι δώρα επιθυμούσαν. Η μικρότερη ζήτησε ένα ΛΑΡΚΟ ΠΟΥ ΠΗΔΑ ΚΑΙ ΧΟΡΕΥΕΙ. Ο πατέρας βρήκε το πουλί πάνω σε μια βελανιδιά, αλλά μόλις πήγε να το πιάσει, εμφανίστηκε ένα λιοντάρι. «Θα σε κατασπαράξω που κλέβεις το πουλί μου», βρυχήθηκε, «εκτός αν μου υποσχεθείς να μου δώσεις το πρώτο πράγμα που θα συναντήσεις επιστρέφοντας στο σπίτι σου».
Δυστυχώς, η μικρή του κόρη ήταν εκείνη που έτρεξε πρώτη να τον προϋπαντήσει. Με βαριά καρδιά, η κοπέλα πήγε στο δάσος για να βρει το λιοντάρι. Όμως το λιοντάρι ήταν ένας πρίγκιπας, ο οποίος την ημέρα ήταν θηρίο και τη νύχτα έπαιρνε την ανθρώπινη μορφή του. Έζησαν ευτυχισμένοι για χρόνια, μέχρι που μια αχτίδα φωτός έπεσε πάνω στον πρίγκιπα κατά τη διάρκεια μιας γιορτής, μεταμορφώνοντάς τον σε περιστέρι.
Για επτά χρόνια η κοπέλα τον ακολουθούσε σε όλο τον κόσμο, ζητώντας βοήθεια από τον Ήλιο, το Φεγγάρι και τους Ανέμους. Με τη βοήθεια ενός χρυσού φορέματος και μιας χρυσής κότας με τα κλωσόπουλα (δώρα των στοιχείων της φύσης), κατάφερε να φτάσει στο κάστρο όπου ο πρίγκιπας κρατούνταν αιχμάλωτος από μια κακιά μάγισσα-δράκαινα. Με την επιμονή της και τη δύναμη της αγάπης, έλυσε τα μάγια και επέστρεψαν μαζί στην πατρίδα τους, αποδεικνύοντας πως καμία απόσταση και καμία κατάρα δεν είναι ισχυρότερη από την πίστη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου