Στα παλιά τα χρόνια, όταν οι ευχές είχαν ακόμα τη δύναμη να αλλάζουν τον κόσμο, ένας νεαρός Πρίγκιπας έπεσε θύμα της κατάρας μιας κακιάς μάγισσας. Η μάγισσα τον φυλάκισε μέσα σε έναν τεράστιο
σιδερένιο φούρνο, ο οποίος βρισκόταν στην καρδιά ενός πυκνού και σκοτεινού δάσους, εκεί όπου κανένας άνθρωπος δεν πατούσε το πόδι του. Ο Πρίγκιας πέρασε πολλά χρόνια μέσα σε εκείνο το σιδερένιο δεσμωτήριο, περιμένοντας κάποιον να τον ελευθερώσει, αλλά το δάσος ήταν τόσο απέραντο που κανείς δεν έβρισκε τον δρόμο.Μια μέρα, μια Βασιλοπούλα που είχε βγει για περίπατο, έχασε τον δρόμο της. Προσπάθησε να βρει την έξοδο, αλλά όσο περπατούσε, τόσο πιο βαθιά χανόταν μέσα στις φυλλωσιές. Πέρασαν εννιά ολόκληρες μέρες και η κοπέλα είχε πια εξαντληθεί από την πείνα και τον φόβο. Ξαφνικά, βρέθηκε μπροστά σε έναν παράξενο, μεγάλο σιδερένιο φούρνο. Τότε, μια φωνή βγήκε μέσα από το μέταλλο: «Από πού έρχεσαι και πού πηγαίνεις;» Η Βασιλοπούλα, τρομαγμένη αλλά και ελπίζοντας σε βοήθεια, απάντησε: «Έχασα τον δρόμο για το βασίλειο του πατέρα μου και δεν μπορώ να γυρίσω σπίτι μου». Η φωνή από τον φούρνο είπε: «Θα σε βοηθήσω να βρεις τον δρόμο σου σε πολύ λίγο χρόνο, αν μου υποσχεθείς κάτι. Είμαι ένας Πρίγκιπας, ανώτερος από εσένα σε καταγωγή, και θέλω να επιστρέψεις εδώ με ένα μαχαίρι, να ξύσεις τον φούρνο και να με παντρευτείς».
Η Βασιλοπούλα σκέφτηκε: «Τι μπορώ να κάνω με έναν σιδερένιο φούρνο;», αλλά επειδή ήθελε απεγνωσμένα να σωθεί, έδωσε την υπόσχεσή της. Ο Πρίγκιπας της έδωσε έναν οδηγό που την έβγαλε από το δάσος σε λίγες ώρες. Όταν έφτασε στο παλάτι, ο πατέρας της, ο Βασιλιάς, χάρηκε τόσο πολύ που την είδε ζωντανή, αλλά όταν άκουσε για την υπόσχεση, τρόμαξε. «Δεν μπορώ να σε δώσω σε έναν σιδερένιο φούρνο!» φώναξε.
Αποφάσισαν λοιπόν να στείλουν στη θέση της την κόρη ενός μυλωνά, η οποία ήταν πολύ όμορφη. Της έδωσαν ένα μαχαίρι και την οδήγησαν στο δάσος. Η κοπέλα άρχισε να ξύνει τον σίδερο για είκοσι τέσσερις ώρες, αλλά δεν κατάφερε να βγάλει ούτε μια ρινίσμα. Όταν ξημέρωσε, ο Πρίγκιπας ρώτησε: «Μήπως είναι μέρα έξω;». «Ναι», απάντησε εκείνη, «νομίζω πως ακούω τον μύλο του πατέρα μου να γυρίζει». «Τότε είσαι η κόρη του μυλωνά!» φώναξε ο Πρίγκιπας. «Φύγε αμέσως και πες στη Βασιλοπούλα να έρθει η ίδια».
Μετά έστειλαν την κόρη ενός βοσκού, η οποία ήταν ακόμα πιο όμορφη. Εκείνη έξυνε τον φούρνο για μια ολόκληρη μέρα και νύχτα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Όταν ο Πρίγκιπας τη ρώτησε, εκείνη απάντησε: «Νομίζω πως ακούω το κοπάδι του πατέρα μου». «Τότε είσαι η κόρη του βοσκού! Φύγε και πες στη Βασιλοπούλα πως αν δεν έρθει, θα γκρεμίσω το παλάτι του πατέρα της και δεν θα μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα».
Η Βασιλοπούλα, βλέποντας πως δεν υπήρχε άλλη λύση, πήρε το μαχαίρι της, αποχαιρέτησε τον πατέρα της και πήγε στο δάσος. Άρχισε να ξύνει τον φούρνο και, επειδή ήταν η πραγματική εκλεκτή, ο σίδηρος άρχισε να υποχωρεί σαν να ήταν κερί. Σε λίγη ώρα, είχε ανοίξει μια μικρή τρύπα. Κοίταξε μέσα και είδε τον πιο όμορφο Πρίγκιπα που είχε δει ποτέ ο κόσμος. Συνέχισε να δουλεύει με θάρρος, μέχρι που ο φούρνος διαλύθηκε και ο Πρίγκιπας βγήκε ελεύθερος.Μόλις ο Πρίγκιπας βγήκε από τον φούρνο, η χαρά του ήταν απερίγραπτη. Ήθελε να πάρει τη Βασιλοπούλα αμέσως μαζί του στο δικό του βασίλειο. Εκείνη όμως τον παρακάλεσε: «Άφησέ με να πάω στον πατέρα μου για μια τελευταία φορά, να του πω ένα αντίο». Ο Πρίγκιπας δέχτηκε, αλλά την προειδοποίησε αυστηρά: «Πήγαινε, αλλά πρόσεξε! Μην πεις στον πατέρα σου παραπάνω από τρεις λέξεις, γιατί αν μιλήσεις πολύ, θα με χάσεις και θα υποφέρεις».
Η Βασιλοπούλα επέστρεψε στο παλάτι, αλλά μέσα στη συγκίνησή της ξέχασε την εντολή και μίλησε στον Βασιλιά για ώρες. Αμέσως, ο σιδερένιος φούρνος και ο Πρίγκιπας εξαφανίστηκαν από το δάσος, σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Όταν η κοπέλα γύρισε στο σημείο, βρήκε μόνο ερημιά. Άρχισε να κλαίει και να ψάχνει, ορκισμένη να τον βρει ακόμα κι αν έπρεπε να περπατήσει ως την άκρη του κόσμου.
Περπάτησε μέρες πολλές μέχρι που έφτασε σε ένα παράξενο μέρος. Μπροστά της υψώνονταν τρία γυάλινα βουνά, τόσο λεία που κανείς δεν μπορούσε να τα σκαρφαλώσει, τρεις αιχμηρές χαράδρες και μια μεγάλη θάλασσα. Καθώς περιπλανιόταν, είδε μια μικρή, φτωχική καλύβα. Μέσα δεν υπήρχαν άνθρωποι, παρά μόνο πολλοί μικροί φρύνοι (βατράχια). Στη μέση καθόταν μια μεγάλη, επιβλητική Φρύνη, που την υποδέχτηκε με ευγένεια. «Από πού έρχεσαι, όμορφη κοπέλα;» ρώτησε η Φρύνη. Η Βασιλοπούλα διηγήθηκε τη συμφορά της. Η Φρύνη την λυπήθηκε και κάλεσε τους μικρούς φρύνους να της φέρουν ένα μεγάλο κουτί. Μέσα υπήρχαν τρεις μεγάλες βελόνες, ένας χρυσός τροχός που έγνεθε χρυσή κλωστή και ένα χρυσό φόρεμα, λαμπρό σαν τον ήλιο. «Χρησιμοποίησε τις βελόνες για να ανέβεις στα γυάλινα βουνά και να περάσεις τις χαράδρες», της είπε η Φρύνη.
Η Βασιλοπούλα κάρφωνε τις βελόνες στο γυαλί και σιγά-σιγά κατάφερε να περάσει όλα τα εμπόδια. Έφτασε τελικά στο βασίλειο του Πρίγκιπα. Εκεί όμως έμαθε τα δυσάρεστα: ο Πρίγκιπας, πιστεύοντας πως η Βασιλοπούλα τον εγκατέλειψε, είχε μαγευτεί από μια άλλη, δόλια γυναίκα, και ετοιμάζονταν να παντρευτούν.
Η Βασιλοπούλα έπιασε δουλειά στο παλάτι ως υπηρέτρια στην κουζίνα. Μια μέρα, έβγαλε τον χρυσό τροχό και άρχισε να γνέθει. Η δόλια νύφη είδε το χρυσάφι και το ζήλεψε αμέσως. «Πούλα μου τον τροχό σου», της είπε. «Δεν πωλείται με χρήματα», απάντησε η Βασιλοπούλα, «παρά μόνο αν μου επιτρέψεις να μείνω μια νύχτα στο δωμάτιο του Πρίγκιπα». Η νύφη δέχτηκε, αλλά το βράδυ έδωσε στον Πρίγκιπα ένα υπνωτικό ποτό. Η Βασιλοπούλα έκλαιγε όλη νύχτα δίπλα του: «Εγώ σε έσωσα από τον φούρνο, εγώ πέρασα τα γυάλινα βουνά, άκουσέ με!». Αλλά ο Πρίγκιπας κοιμόταν βαθιά.
Τη δεύτερη νύχτα, η Βασιλοπούλα έβγαλε το χρυσό φόρεμα. Η νύφη έμεινε άναυδη από την ομορφιά του και δέχτηκε πάλι την ίδια συμφωνία. Όμως εκείνο το βράδυ, ένας πιστός υπηρέτης του Πρίγκιπα, που είχε ακούσει τους θρήνους της προηγούμενης νύχτας, τον προειδοποίησε. Ο Πρίγκιπας έχυσε κρυφά το υπνωτικό ποτό στο χαλί και προσποιήθηκε πως κοιμάται.
Μόλις η Βασιλοπούλα άρχισε να του μιλά και να του θυμίζει τις δυσκολίες που πέρασε για χάρη του, η καρδιά του σκίστηκε στα δύο. Άνοιξε τα μάτια του, την αναγνώρισε και την αγκάλιασε με δάκρυα στα μάτια. «Εσύ είσαι η αληθινή μου σύζυγος!» φώναξε.
Επειδή φοβούνταν τη δόλια γυναίκα και τους δικούς της, έφυγαν κρυφά μέσα στη νύχτα. Πέρασαν πάλι τα βουνά και τη θάλασσα και έφτασαν στην καλύβα των φρύνων. Μόλις μπήκαν μέσα, έγινε κάτι θαυμαστό: η καλύβα μεταμορφώθηκε σε ένα τεράστιο παλάτι και οι φρύνοι έγιναν ξανά ευγενείς άνδρες και κυρίες, που είχαν μαγευτεί κι αυτοί μαζί με τον Πρίγκιπα.
Ο γάμος έγινε με μεγάλη μεγαλοπρέπεια. Ο Πρίγκιπας και η Βασιλοπούλα ένωσαν τα δύο βασίλεια και κυβέρνησαν με αγάπη. Ο πατέρας της Βασιλοπούλας έζησε μαζί τους τα γεράματά του, και ο σιδερένιος φούρνος έμεινε στο δάσος ως ένα σκουριασμένο μνημείο, θυμίζοντας σε όλους πως καμία φυλακή δεν είναι τόσο δυνατή όσο μια καρδιά που ξέρει να περιμένει και να αγωνίζεται.
Ο ΣΙΔΕΡΕΝΙΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ
ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM
Μια βασιλοπούλα χάθηκε σε ένα απέραντο, σκοτεινό δάσος και περιπλανήθηκε για εννέα ημέρες, μέχρι που συνάντησε έναν μεγάλο σιδερένιο φούρνο. Μια φωνή βγήκε από μέσα: «Αν μου υποσχεθείς πως θα με παντρευτείς, θα σου δείξω τον δρόμο για το παλάτι του πατέρα σου». Η κοπέλα, αν και φοβισμένη, δέχτηκε. Μέσα στον φούρνο ήταν φυλακισμένος ένας πρίγκιπας, θύμα μιας κατάρας μιας μάγισσας.
Όταν η βασιλοπούλα επέστρεψε στο παλάτι, προσπάθησε να στείλει άλλες κοπέλες (την κόρη ενός
μυλωνά και την κόρη ενός βοσκού) για να την αντικαταστήσουν, αλλά ο σιδερένιος φούρνος κατάλαβε την απάτη. Τελικά, η ίδια η βασιλοπούλα επέστρεψε στο δάσος και, ξύνοντας το σίδερο με ένα μαχαίρι για ώρες, κατάφερε να ανοίξει μια τρύπα και να ελευθερώσει τον πρίγκιπα.Όμως, πριν προλάβουν να ενωθούν, εκείνη παρέβη έναν όρο: μίλησε περισσότερο από όσο έπρεπε στον πατέρα της. Ο πρίγκιπας και ο φούρνος εξαφανίστηκαν. Η βασιλοπούλα έπρεπε τώρα να διασχίσει γυάλινα βουνά και να ξεπεράσει τρομερά εμπόδια, χρησιμοποιώντας τρεις μαγικές βελόνες, έναν τροχό και ένα καρούλι που της χάρισαν τρία φρονιμότατα βατράχια. Στο τέλος, έφτασε στο κάστρο όπου ο πρίγκιπας ετοιμαζόταν να παντρευτεί μια άλλη. Με την επιμονή της και τη βοήθεια των μαγικών αντικειμένων, αποκάλυψε την ταυτότητά της και οι δυο τους έζησαν ευτυχισμένοι, ελεύθεροι από κάθε μάγια.
Ο ΣΙΔΕΡΕΝΙΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ (ΠΟΙΗΜΑ)
Μες στο δάσος το βαθύ, το σίδερο παγώνει, ένας Πρίγκιπας κλειστός, τη μοίρα του μερώνει. Σ’ ένα φούρνο σκοτεινό, η μάγισσα τον κλείνει, μέχρι που η Βασιλοπούλα, την υπόσχεση της δίνει.
Με μαχαίρι κοφτερό, τον σίδερο χαράζει, και το φως της λευτεριάς, το βλέμμα του ταράζει. Μα ένας λόγος περιττός, τη μοίρα τους χωρίζει, κι η κοπέλα στον καημό, τον κόσμο τριγυρίζει.
Γυάλινα βουνά περνά, με τις βελόνες σκαρφαλώνει, και το χρυσό της το φόρεμα, την πίστη της δηλώνει. Στην καλύβα με τους φρύνους, τη βοήθεια θα βρει, να γυρίσει στον Πρίγκιπα, στην πρώτη την αυγή.
Τα μάγια πια διαλύθηκαν, ο φούρνος έχει λιώσει, κι η αγάπη η αληθινή, το στέμμα έχει δώσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου