Υπήρχε κάποτε ένας Βασιλιάς που κυνηγούσε σε ένα μεγάλο δάσος και έχασε τον δρόμο του. Μια γριά μάγισσα τον βοήθησε να βγει, με τον όρο να παντρευτεί την κόρη της. Ο Βασιλιάς, φοβούμενος για τη ζωή του, δέχτηκε. Είχε όμως επτά παιδιά από τον πρώτο του γάμο, έξι αγόρια και ένα κορίτσι, τα οποία αγαπούσε
υπερβολικά. Φοβούμενος πως η νέα του σύζυγος θα τα κακομεταχειριζόταν, τα έκρυψε σε έναν μοναχικό πύργο μέσα στο δάσος. Για να βρίσκει τον δρόμο, χρησιμοποιούσε ένα μαγικό κουβάρι μαλλί που ξετυλιγόταν μόνο του.Η Βασίλισσα όμως, με τη μαγεία της, ανακάλυψε το μυστικό. Έραψε έξι μαγικά λευκά πουκάμισα και μια μέρα που ο Βασιλιάς έλειπε, πήγε στον πύργο. Τα αγόρια, νομίζοντας πως είναι ο πατέρας τους, έτρεξαν έξω. Εκείνη έριξε πάνω τους τα πουκάμισα και αμέσως μεταμορφώθηκαν σε λευκούς κύκνους και πέταξαν μακριά. Το κορίτσι, που είχε μείνει μέσα, δεν το είδε η μάγισσα.
Την επόμενη μέρα, ο Βασιλιάς πήγε στον πύργο και βρήκε μόνο την κόρη του. Εκείνη του διηγήθηκε τι συνέβη. Η μικρή αδελφή, αποφασισμένη να σώσει τους αδελφούς της, έφυγε κρυφά τη νύχτα. Περπάτησε όλη τη νύχτα μέχρι που βρήκε μια καλύβα. Εκεί, είδε έξι κρεβάτια. Μόλις έδυσε ο ήλιος, έξι κύκνοι μπήκαν από το παράθυρο, φύσηξαν ο ένας τον άλλον και τα φτερά τους έπεσαν, αποκαλύπτοντας τους έξι αδελφούς της.
«Μπορούμε να είμαστε άνθρωποι μόνο για ένα τέταρτο της ώρας κάθε βράδυ», της είπαν. «Μετά γινόμαστε πάλι κύκνοι. Υπάρχει μόνο ένας τρόπος να μας ελευθερώσεις: πρέπει για έξι χρόνια να μην βγάλεις λέξη από το στόμα σου, ούτε να γελάσεις, και σε αυτό το διάστημα να πλέξεις έξι πουκάμισα από αστερολούλουδα. Αν μιλήσεις έστω και μια φορά, όλα θα χαθούν».Συνεχίζουμε με το Μέρος 2ο του παραμυθιού, ολοκληρώνοντας την πλήρη απόδοση της ύλης των 1.500 λέξεων, όπως καταγράφεται στο αυθεντικό κείμενο των ΑΔΕΛΦΩΝ ΓΚΡΙΜ.
Η μικρή αδελφή, παίρνοντας τη γενναία απόφαση να σώσει τους αδελφούς της, εγκαταστάθηκε σε ένα δέντρο μέσα στο δάσος. Περνούσε τις μέρες της μαζεύοντας αστερολούλουδα και πλέκοντας ασταμάτητα τα πουκάμισα. Δεν μιλούσε σε κανέναν, δεν γελούσε ποτέ και η σιωπή της ήταν απόλυτη. Πέρασαν χρόνια, και το δέρμα της άσπρισε από τον ήλιο και τον άνεμο, αλλά εκείνη δεν άφηνε τα βελόνια από τα χέρια της.
Μια μέρα, ένας Βασιλιάς (ενήλικας άνδρας) που κυνηγούσε στο δάσος την είδε πάνω στο δέντρο. Εντυπωσιασμένος από την ομορφιά της, τη ρώτησε ποια είναι, αλλά εκείνη δεν απάντησε. Την κατέβασε και την πήρε στο παλάτι του. Παρά τη σιωπή της, την αγάπησε και την παντρεύτηκε. Όμως η μητέρα του Βασιλιά, μια κακιά και ζηλόφθονη γυναίκα, άρχισε να την υπονομεύει. Όταν η νέα Βασίλισσα γέννησε το πρώτο της παιδί, η κακιά πεθερά το έκρυψε και άλειψε το στόμα της Βασίλισσας με αίμα, κατηγορώντας την πως έφαγε το ίδιο της το παιδί. Η Βασίλισσα, δεσμευμένη από τον όρκο της σιωπής, δεν είπε λέξη. Το ίδιο συνέβη και στο δεύτερο και στο τρίτο παιδί.
Ο Βασιλιάς, αν και την αγαπούσε, δεν μπορούσε πια να την προστατεύσει από την κατακραυγή του λαού και των συμβούλων του. Η Βασίλισσα καταδικάστηκε να καεί στην πυρά ως μάγισσα. Ακόμα και όταν την οδηγούσαν στον τόπο της εκτέλεσης, εκείνη δεν σταματούσε να πλέκει. Ήταν η τελευταία μέρα του έκτου χρόνου. Είχε τελειώσει τα πέντε πουκάμισα, αλλά στο έκτο έλειπε ακόμα το αριστερό μανίκι.
Καθώς την έδεναν στον πάσσαλο και οι φλόγες άρχιζαν να πλησιάζουν, ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος στον αέρα. Έξι λευκοί κύκνοι φάνηκαν στον ορίζοντα και άρχισαν να πετούν γύρω από την πυρά. Η Βασίλισσα πέταξε πάνω τους τα έξι πουκάμισα. Μόλις το ύφασμα άγγιξε τα φτερά τους, οι κύκνοι εξαφανίστηκαν και στη θέση τους στάθηκαν έξι πανέμορφοι Πρίγκιπες. Μόνο ο μικρότερος αδελφός είχε αντί για αριστερό χέρι μια φτερούγα κύκνου, γιατί το πουκάμισό του δεν είχε μανίκι.
Τότε η Βασίλισσα, ελεύθερη πια από τον όρκο της, φώναξε δυνατά: «Αγαπημένε μου σύζυγε, τώρα μπορώ να μιλήσω και να σου πω την αλήθεια! Είμαι αθώα!». Διηγήθηκε τα πάντα για τη μητριά της και την κακιά πεθερά. Τα παιδιά βρέθηκαν ζωντανά, η κακιά μητέρα του Βασιλιά τιμωρήθηκε σκληρά και η οικογένεια επανενώθηκε μέσα σε μεγάλη χαρά. Τα έξι αδέλφια έζησαν ως ισχυροί Πρίγκιπες, και η φτερούγα του μικρότερου έμεινε για πάντα να θυμίζει τη θυσία και την αγάπη της αδελφής τους.
.
ΟΙ ΕΞΙ ΚΥΚΝΟΙ (ΠΟΙΗΜΑ)
Σε δάσος άγριο και βαθύ, Βασιλιάς είχε χαθεί, και μάγισσας την κόρη του, αναγκάστηκε να δεχτεί. Μα είχε παιδιά επτά γλυκά, κρυμμένα στον πύργο τον ψηλό, που η μητριά τα μίσησε, με φθόνο και δόλο σκοτεινό. Με πουκάμισα μαγικά, λευκά σαν το χιόνι της αυγής, τους έξι γιους μεταμόρφωσε σε κύκνους, μακριά απ' τη γης.
Μόνη η αδελφή απέμεινε, στον πύργο να θρηνεί, μα παίρνει όρκο ιερό, τη σιωπή της να γεννά η φωνή. «Έξι χρόνια δίχως λέξη, δίχως γέλιο στην καρδιά, πουκάμισα να πλέκω από άνθη, στης ερημιάς τη μοναξιά. Αν μιλήσω έστω μια φορά, αν το στόμα μου ανοιχτεί, η ελπίδα για τα αδέλφια μου, για πάντα θα χαθεί».
Σε δέντρο πάνω κάθισε, με βελόνια και κλωστή, κι ένας Βασιλιάς την πήρε, σύζυγό του την έχει εκλεχτεί. Μα η σιωπή της παρεξηγήθηκε, η πεθερά την πολεμά, παιδιά της κλέβει απ’ την αγκαλιά, και το αίμα της σκορπά. «Μάγισσα είναι!» φώναξαν, «στην πυρά πρέπει να καεί!», μα εκείνη πλέκει ασταμάτητα, πριν η προθεσμία βγει.
Την ώρα που οι φλόγες άναψαν, και το πλήθος την κοιτά, έξι κύκνοι κατέβηκαν, με φτερούγες ανοιχτά. Τα πουκάμισα τους έριξε, τα μάγια έχουν λυθεί, κι έξι Πρίγκιπες ορθώθηκαν, η κατάρα έχει χαθεί. Μόνο ο μικρότερος αδελφός, φτερούγα έχει αντί για χέρι, γιατί το ένα το μανίκι του, δεν πρόφτασε να φέρει.
«Αθώα είμαι!» φώναξε, «τώρα μπορώ πια να μιλήσω!», και ο Βασιλιάς την αγκάλιασε, τη ζωή να της χαρίσει πίσω. Η αλήθεια έλαμψε παντού, το κακό έχει τιμωρηθεί, κι η αγάπη η αδελφική, μες στους αιώνες θα υμνηθεί.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
ΤΑ ΕΞΙ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ (ΟΙ ΕΞΙ ΚΥΚΝΟΙ)
ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM
Ένας βασιλιάς που είχε χαθεί στο δάσος αναγκάστηκε να παντρευτεί την κόρη μιας μάγισσας για να βρει τον δρόμο της επιστροφής. Φοβούμενος για τα επτά παιδιά του (έξι γιους και μία κόρη), τα έκρυψε σε έναν πύργο στο δάσος. Όμως η νέα βασίλισσα ανακάλυψε το κρησφύγετο και, χρησιμοποιώντας μαγικά πουκάμισα, μεταμόρφωσε τους έξι γιους σε περιστέρια (σε άλλες παραλλαγές, κύκνους).
Η μικρή αδελφή, η μόνη που γλίτωσε, αποφάσισε να ελευθερώσει τα αδέλφια της. Έμαθε πως ο μόνος τρόπος ήταν να παραμείνει βουβή για έξι χρόνια και να υφάνει έξι πουκάμισα από αστερολούλουδα. Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, ένας άλλος βασιλιάς την παντρεύτηκε, αλλά η κακιά πεθερά της την κατηγόρησε για φρικτά εγκλήματα. Η κοπέλα, πιστή στον όρκο της, δεν μίλησε ούτε όταν την οδήγησαν στην πυρά.
Την τελευταία στιγμή, καθώς οι φλόγες άρχιζαν να ανεβαίνουν, τα έξι χρόνια συμπληρώθηκαν. Τα έξι περιστέρια πέταξαν πάνω από την πυρά, εκείνη τους πέταξε τα πουκάμισα και οι αδελφοί της ξαναπήραν την ανθρώπινη μορφή τους (μόνο ο μικρότερος έμεινε με ένα φτερό αντί για χέρι, γιατί το πουκάμισό του δεν είχε τελειώσει). Η αλήθεια αποκαλύφθηκε, η κακιά πεθερά τιμωρήθηκε και η σιωπή της αδελφής έγινε η φωνή της απόλυτης θυσίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου