ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ: CHARLES PERRAULT
Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΙ Η ΥΠΟΣΧΕΣΗ
Υπήρχε κάποτε ένας βασιλιάς, ο μεγαλύτερος μονάρχης της γης, του οποίου η δύναμη προκαλούσε τον τρόμο στους εχθρούς και τον σεβασμό στους συμμάχους. Η σύζυγός του ήταν το πρότυπο της γυναικείας αρετής και ομορφιάς. Το παλάτι τους έσφυζε από ζωή, πλούτη και σοφούς συμβούλους. Στους στάβλους του, ανάμεσα σε καθαρόαιμα άλογα, υπήρχε ένας γάιδαρος που κατείχε την πιο τιμητική θέση. Η ιδιαιτερότητά του ήταν θαυμαστή: το ζώο αυτό δεν έτρωγε απλό σανό, αλλά κάθε πρωί, αντί για ακαθαρσίες, άφηνε πάνω στο χρυσό στρώμα του αμέτρητα χρυσά νομίσματα, εξασφαλίζοντας στον βασιλιά έναν αστείρευτο θησαυρό.
Όμως, η μοίρα χτύπησε την πόρτα τους. Η βασίλισσα προσβλήθηκε από μια ανίατη ασθένεια. Βλέποντας το τέλος, και γνωρίζοντας το πάθος του βασιλιά, τον έβαλε να ορκιστεί:
«Σας ζητώ, αν η αγάπη μας σήμαινε κάτι, να μην ξαναπαντρευτείτε παρά μόνο αν βρείτε μια
γυναίκα που να με ξεπερνά σε ομορφιά, σε ανάστημα και σε χάρη. Ορκιστείτε το, για να πεθάνω ήσυχη».
Ο βασιλιάς, πνιγμένος στα δάκρυα, ορκίστηκε. Μετά τον θάνατό της, η θλίψη του ήταν τόσο μεγάλη που ορκίστηκε να μην ξανακοιτάξει γυναίκα. Όμως οι υπουργοί του, ανησυχώντας για τη διαδοχή, άρχισαν να τον πιέζουν. Εκείνος, θυμούμενος τον όρκο του, απέρριπτε κάθε υποψήφια. Καμία δεν ήταν τόσο όμορφη όσο η νεκρή βασίλισσα. Μέχρι που μια μέρα, είδε την κόρη του. Η νεαρή πριγκίπισσα είχε μεγαλώσει και η ομορφιά της είχε ξεπεράσει ακόμη και εκείνη της μητέρας της. Μέσα στο σκοτάδι του μυαλού του, ο βασιλιάς αποφάσισε πως εκείνη ήταν η μόνη που τηρούσε τον όρκο.
ΤΑ ΤΡΙΑ ΦΟΡΕΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΘΥΣΙΑ
Η πριγκίπισσα, συγκλονισμένη από την πρόταση του πατέρα της, έτρεξε να βρει τη νονά της, τη ΝΕΡΑΪΔΑ ΤΩΝ ΚΡΙΝΩΝ, η οποία ζούσε σε μια σπηλιά από κοχύλια και μαργαριτάρια.
«Μην ταράζεσαι», της είπε η Νεράιδα. «Ζήτησέ του δώρα που η τέχνη των θνητών δεν μπορεί να φτιάξει. Ζήτα του ένα φόρεμα στο χρώμα του ΚΑΘΑΡΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ».
Ο βασιλιάς, όμως, κάλεσε τους πιο φημισμένους ράφτες και τους απείλησε με θάνατο. Σε λιγότερο από δύο μέρες, της έφεραν ένα φόρεμα τόσο γαλάζιο που οι άγγελοι θα ζήλευαν. Η Νεράιδα τότε πρότεινε κάτι πιο δύσκολο: «Ζήτα ένα φόρεμα στο χρώμα του ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ». Ο βασιλιάς έφερε ένα φόρεμα που έφερε πάνω του την απαλή λάμψη της νύχτας και του ασημιού. «Ζήτα το φόρεμα του ΗΛΙΟΥ», είπε η Νεράιδα. Ο βασιλιάς πρόσφερε ένα ύφασμα φτιαγμένο από ακτίνες ήλιου και διαμάντια, που τύφλωνε όποιον το κοίταζε.
Τέλος, η Νεράιδα έπαιξε το τελευταίο της χαρτί: «Ζήτα του το δέρμα του χρυσού γαϊδάρου. Είναι η πηγή του πλούτου του, δεν θα το κάνει ποτέ». Όμως ο βασιλιάς, τυφλωμένος, διέταξε τη σφαγή του ζώου. Το τομάρι παραδόθηκε στην πριγκίπισσα. Τότε η Νεράιδα της έδωσε ένα μαγικό ραβδί και της είπε: «Τυλίξου με αυτό το βρωμερό δέρμα και φύγε. Το ραβδί θα μεταφέρει τα φορέματά σου μέσα στη γη, όπου κι αν πας».
Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΚΑΙ Η ΦΑΡΜΑ
Η πριγκίπισσα, λερωμένη με λάσπη και καλυμμένη με το δύσοσμο τομάρι, έφυγε μέσα στη νύχτα. Κανείς δεν την αναγνώριζε. Την κορόιδευαν, την έφτυναν και την έδιωχναν από παντού. Τελικά, βρήκε δουλειά σε μια φάρμα ενός πλούσιου άρχοντα, όπου την έβαλαν να καθαρίζει τους χοίρους και να κάνει τις πιο βρώμικες δουλειές. Την φώναζαν περιγελαστικά «Δέρμα του Γαϊδάρου».
Κάθε Κυριακή όμως, κλειδωνόταν στην τρύπα της και χρησιμοποιούσε το μαγικό ραβδί. Τα φορέματα έβγαιναν από το πάτωμα, εκείνη πλενόταν και τα φορούσε για να διατηρήσει την αξιοπρέπειά της.
Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ
Μια μέρα, ο γιος του βασιλιά εκείνης της χώρας, ένας νέος γεμάτος ζωή και πάθος για το κυνήγι, σταμάτησε στη φάρμα για να ξεκουραστεί. Περιπλανώμενος στους διαδρόμους, έφτασε στην πίσω αυλή και κοίταξε από την κλειδαρότρυπα της σκοτεινής κάμαρας. Εκεί είδε μια κοπέλα που έλαμπε σαν θεά, ντυμένη με το φόρεμα του Ήλιου. Η ομορφιά της τον χτύπησε σαν κεραυνός.
![]() |
| Clarke, Harry, 1889-1931, |
Επιστρέφοντας στο παλάτι, ο πρίγκιπας μαράζωσε. Δεν έτρωγε, δεν μιλούσε. Οι γιατροί σήκωσαν τα χέρια ψηλά. Τελικά, ψιθύρισε στη μητέρα του:
«Θέλω το Δέρμα του Γαϊδάρου να μου φτιάξει μια πίτα με τα χέρια της».
Όλοι παραξενεύτηκαν, αλλά η διαταγή εκτελέστηκε. Η πριγκίπισσα, γνωρίζοντας ποιος την είδε, έφτιαξε την πίτα με προσοχή. Μέσα στη ζύμη, άφησε να πέσει ένα από τα πολύτιμα δαχτυλίδια της. Ο πρίγκιπας, τρώγοντας λαίμαργα, παραλίγο να το καταπιεί. Ήταν ένα δαχτυλίδι τόσο μικρό, που καμία γυναίκα δεν θα μπορούσε να το φορέσει.
Τότε άρχισε η μεγάλη αναζήτηση. Ο βασιλιάς ανακοίνωσε πως ο γιος του θα παντρευτεί εκείνη που το δάχτυλό της ταιριάζει στο δαχτυλίδι. Πέρασαν οι δούκισσες, οι μαρκησίες, οι βαρονίσσες – μάταια. Πέρασαν οι υπηρέτριες και οι μαγείρισσες – τίποτα. Τελευταία, έφεραν το «Δέρμα του Γαϊδάρου». Όλοι γελούσαν βλέποντας το βρώμικο τομάρι. Όμως, μόλις εκείνη έβαλε το δάχτυλό της, το δαχτυλίδι κούμπωσε τέλεια.
Το τομάρι έπεσε, και η πριγκίπισσα εμφανίστηκε με το φόρεμα του Ουρανού. Ο πατέρας της, που είχε πλέον θεραπευτεί από την τρέλα του και είχε παντρευτεί μια άλλη βασίλισσα, ήρθε στον γάμο με μεγαλοπρέπεια, δίνοντας την ευλογία του.
Σημείωση: Το πρωτότυπο κείμενο του Perrault τελειώνει με έναν "Ηθικό Διδαγμό" (Moralité) σε στίχους, που λέει πως είναι προτιμότερο να υποφέρεις προσωρινά παρά να προδώσεις την αρετή σου, και πως η σκληρή δουλειά δεν λερώνει ποτέ την πραγματική ευγένεια.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.