Σελίδες

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

ΤΑ ΞΩΤΙΚΑ ΚΑΙ Ο ΡΑΦΤΗΣ ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM


Σε μια μικρή πόλη, ζούσε ένας ράφτης που ήταν τόσο φτωχός, που χωρίς να φταίει ο ίδιος, του είχε απομείνει δέρμα μόνο για ένα τελευταίο ζευγάρι παπούτσια. Το βράδυ, έκοψε το δέρμα με προσοχή, σκοπεύοντας να τα ράψει το επόμενο πρωί, και αφού προσευχήθηκε ήσυχα, κοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε και πήγε στον πάγκο του, βρήκε τα παπούτσια έτοιμα, τελειωμένα με τέτοια μαστοριά που δεν υπήρχε ούτε μια στραβή βελονιά. Ένας αγοραστής που τα είδε, εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ που πλήρωσε παραπάνω από το κανονικό, επιτρέποντας στον ράφτη να αγοράσει δέρμα για δύο νέα ζευγάρια. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε ξανά και ξανά. Ό,τι έκοβε ο ράφτης το βράδυ, το έβρισκε έτοιμο και τέλειο το πρωί. Σύντομα η φτώχεια έδωσε τη θέση της στην ευπορία. Μια νύχτα, κοντά στα Χριστούγεννα, ο ράφτης είπε στη γυναίκα του: «Τι θα έλεγες να μείνουμε ξύπνιοι απόψε για να δούμε ποιος μας βοηθάει τόσο γενναιόδωρα;». Κρύφτηκαν πίσω από τις κουρτίνες και, μόλις σήμανε μεσάνυχτα, είδαν δύο μικροσκοπικά, γυμνά ανθρωπάκια να μπαίνουν στο δωμάτιο. Τα ξωτικά κάθισαν στον πάγκο και άρχισαν να ράβουν με απίστευτη ταχύτητα, μέχρι που τελείωσαν τα παπούτσια και εξαφανίστηκαν. Η γυναίκα του ράφτη, συγκινημένη, πρότεινε: «Αυτά τα ανθρωπάκια μας έκαναν πλούσιους. Πρέπει να τους το ανταποδώσουμε. Θα τους ράψω μικρά ρούχα και εσύ φτιάξε τους από ένα ζευγάρι μικροσκοπικά παπούτσια». Την παραμονή των Χριστουγέννων, αντί για δέρμα, άφησαν στον πάγκο τα δώρα τους. Τα ξωτικά, όταν είδαν τα ρούχα, τρελάθηκαν από χαρά. Φόρεσαν τα πουκάμισα, τα παντελόνια και τα παλτά τους και άρχισαν να χορεύουν πάνω στα έπιπλα, τραγουδώντας πως τώρα ήταν πια "κομψοί κύριοι" και δεν χρειαζόταν να εργάζονται άλλο ως υποδηματοποιοί. Έφυγαν χορεύοντας και δεν ξαναφάνηκαν ποτέ, αλλά ο ράφτης παρέμεινε τυχερός και ευτυχισμένος σε όλη του τη ζωή. ΤΑ ΞΩΤΙΚΑ ΚΑΙ Ο ΡΑΦΤΗΣ (ΠΟΙΗΜΑ) Στον πάγκο τον παλιό, τον ορφανό, το δέρμα έχει μείνει, μα η ελπίδα στην καρδιά ποτέ της δεν σβήνει. Μεσάνυχτα προτού φανούν, το θαύμα ξεκινάει, και η βελόνα η γρήγορη τον πόνο τον νικάει. Δυο ανθρωπάκια γελαστά, δίχως ρούχα στο κορμί, ράβουν την τύχη του φτωχού σε μια μόνο στιγμή. Μα η ευγνωμοσύνη η ζεστή, δώρα θα τους προσφέρει, ρούχα μικρά και παπουτσιά, που η αγάπη φέρει.



ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΚΡΥΦΩΝ ΒΟΗΘΩΝ

Σε μια γωνιά της πολιτείας, στο φως του φεγγαριού, ένας ράφτης καρτερούσε το τέλος του καιρού. Με μια βελόνα ορφανή και δέρμα λιγοστό, άφηνε την ελπίδα του σε δείπνο νηστικό.

Μα σαν η πόλη σώπαινε και σβήναν τα κεριά, δυο πλάσματα ξεπρόβαλαν με χέρια μαγικά. Χωρίς χιτώνα στο κορμί, με γέλιο σιωπηλό, τελείωναν το έργο τους στον πάγκο τον παλιό.

Βελονιά τη βελονιά, το δέρμα παίρνει σχήμα, η φτώχεια απομακρύνεται, δεν είναι πια το θύμα. Κι όταν το δώρο φάνηκε, το ρούχο το μικρό, τα ξωτικά χορέψανε σε βήμα γιορτινό.

«Κομψοί κυρίοι γίναμε!» φωνάξαν με χαρά, και χάθηκαν στο άγνωστο, σε μέρη μακρινά. Μα η ευλογία έμεινε στο σπίτι το φτωχό, γιατί η αγάπη ρίζωσε σε δώρο ταπεινό.


ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Υπήρχε κάποτε ένας υποδηματοποιός (συχνά αναφέρεται και ως ράφτης σε παραλλαγές), ο οποίος ήταν άνθρωπος τίμιος και εργατικός, αλλά η τύχη τον είχε εγκαταλείψει. Είχε φτάσει σε τέτοια ένδεια, που του είχε απομείνει δέρμα για ένα μόνο ζευγάρι παπούτσια. Το βράδυ, έκοψε το δέρμα με σκοπό να το ράψει το επόμενο πρωί και έπεσε να κοιμηθεί με ήσυχη τη συνείδησή του.

Όταν ξύπνησε, βρήκε πάνω στον πάγκο του τα παπούτσια έτοιμα, τελειωμένα με μια δεξιοτεχνία που άγγιζε το τέλειο· ούτε μια βελονιά δεν ήταν λάθος. Τα παπούτσια πουλήθηκαν αμέσως σε υψηλή τιμή και ο τεχνίτης αγόρασε δέρμα για δύο ζευγάρια. Το ίδιο συνέβη ξανά και ξανά. Κάθε βράδυ άφηνε το κομμένο δέρμα και κάθε πρωί έβρισκε αριστουργήματα. Σύντομα, ο άνθρωπος έγινε πλούσιος.

Μια νύχτα, κοντά στα Χριστούγεννα, ο ίδιος και η γυναίκα του αποφάσισαν να μείνουν ξάγρυπνοι για να δουν ποιος τους βοηθούσε. Κρύφτηκαν πίσω από μια κουρτίνα και είδαν δύο μικροσκοπικά, ολόγυμνα ανθρωπάκια να μπαίνουν στο εργαστήριο. Δούλευαν με αστραπιαία ταχύτητα μέχρι την αυγή και μετά εξαφανίζονταν.

Η γυναίκα, θέλοντας να τα ευχαριστήσει, έραψε μικροσκοπικά ρούχα και παπούτσια για τα ξωτικά. Το επόμενο βράδυ, αντί για δέρμα, άφησαν τα δώρα πάνω στον πάγκο. Όταν τα ξωτικά είδαν τα ρούχα, τρελάθηκαν από χαρά. Τα φόρεσαν, χόρεψαν πάνω στα τραπέζια και βγήκαν από την πόρτα τραγουδώντας πως τώρα που έγιναν «κύριοι», δεν χρειαζόταν πια να δουλεύουν. Δεν επέστρεψαν ποτέ, αλλά ο υποδηματοποιός παρέμεινε ευτυχισμένος και τυχερός για το υπόλοιπο της ζωής του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου