Λέγεται —αλλά ο Θεός είναι ο μόνος που γνωρίζει την απόλυτη αλήθεια— πως στους παλιούς καιρούς υπήρχε ένας βασιλιάς των Σασσανιδών στις νήσους της Ινδίας και της Κίνας. Αυτός ο ηγεμόνας είχε δύο γιους, και οι δύο γενναίοι ιππότες, αλλά ο μεγαλύτερος, ο Σαχριάρ, ήταν ο πιο κραταιός. Κυβέρνησε τη χώρα του με δικαιοσύνη όταν ο πατέρας τους αναχώρησε από τον κόσμο.Όταν ο Σαχριάρ ανέβηκε στον θρόνο, χάρισε στον μικρότερο αδελφό του, τον Σαχζαμάν, το βασίλειο της Μεγάλης Σαμαρκάνδης.
Μετά από δέκα χρόνια, ο Σαχριάρ, νικημένος από τη νοσταλγία, ξεκίνησε να επισκεφθεί τον αδελφό του. Την πρώτη νύχτα της διαδρομής, συνειδητοποίησε πως είχε ξεχάσει στο παλάτι το σμαραγδένιο κολιέ που προόριζε για δώρο. Έστειλε τον Βεζίρη πίσω να το φέρει, αλλά η δική του ανυπομονησία τον έκανε να επιστρέψει κρυφά και ο ίδιος στο ίδιο παλάτι για να δει τη γυναίκα του. Εκεί ανακάλυψε την προδοσία της και, αφού την τιμώρησε, έφυγε συντετριμμένος για να συναντήσει τον αδελφό του.
Όταν οι δύο αδελφοί βρέθηκαν μαζί, ο Σαχριάρ ανακάλυψε πως και ο Σαχζαμάν είχε υποστεί την ίδια ταπείνωση. Βγήκαν στην ακρογιαλιά για να πνίξουν τη θλίψη τους, όταν ξαφνικά η θάλασσα άρχισε να βράζει. Ένας μαύρος καπνός υψώθηκε ως τον ουρανό και μέσα από τα κύματα ξεπήδησε ένα πελώριο Τζίνι, τρομακτικό στην όψη, με μάτια που έβγαζαν σπίθες. Στο κεφάλι του κουβαλούσε ένα γυάλινο μπαούλο με επτά λουκέτα από ατσάλι. Το Τζίνι βγήκε στην ακτή, ξεκλείδωσε το μπαούλο με επτά κλειδιά και από μέσα βγήκε μια γυναίκα που έλαμπε σαν τον ήλιο.
Το Τζίνι, αφού ακούμπησε το κεφάλι του στα γόνατά της, αποκοιμήθηκε τόσο βαθιά που τα ροχαλητά του έκαναν τη γη να τρέμει. Τότε η γυναίκα ανάγκασε τους δύο βασιλιάδες να κατέβουν από το δέντρο όπου κρύβονταν και να της δώσουν τα δαχτυλίδια τους. Έπειτα, τους έδειξε άλλα ενενήντα οκτώ δαχτυλίδια, εξηγώντας τους πως είχε απατήσει το Τζίνι εκατό φορές, παρόλο που εκείνο την κρατούσε κλειδωμένη με επτά λουκέτα στον βυθό της θάλασσας.
— «Βλέπετε;» τους είπε περιφρονητικά. «Καμία δύναμη και κανένα κλείδωμα δεν μπορεί να φυλακίσει μια γυναίκα όταν εκείνη αποφασίσει να απατήσει.»
Μετά από αυτή τη συνάντηση, ο Βασιλιάς Σαχριάρ κυριεύτηκε από μια σκοτεινή παράνοια. Το μυαλό του θόλωσε και άρχισε να βλέπει την προδοσία παντού, πιστεύοντας πως κάθε γυναίκα στη γη κουβαλά το ίδιο δόλιο πνεύμα. Η παράνοια αυτή τον οδήγησε στην πιο τρομερή απόφαση της ζωής του: επέστρεψε στο βασίλειό του και ορκίστηκε πως κάθε νύχτα θα παντρεύεται μια νέα παρθένα και το επόμενο πρωί θα την παραδίδει στον δήμιο, ώστε να μην προλάβει ποτέ καμία να τον γελάσει ξανά. Ο Βεζίρης του βασιλιά, που είχε την ευθύνη να βρίσκει τις κοπέλες, ήταν σε απόγνωση. Αυτός ο Βεζίρης είχε δύο κόρες, τη Σεχραζάτ και τη Ντιναρζάτ. Ο βασιλιάς τον απειλούσε συνεχώς πως θα του πάρει το κεφάλι με την πρώτη αφορμή. Μια μέρα, η Σεχραζάτ στράφηκε στον πατέρα της και του είπε: «Πατέρα, έχω μια χάρη να σου ζητήσω». Εκείνος αποκρίθηκε: «Πες μου, κόρη μου, και θα γίνει». «Θέλω να με παντρέψεις με τον βασιλιά Σαχριάρ», είπε με φωνή σταθερή.
Ο Βεζίρης πάγωσε. «Μα τον Θεό! Έχεις τρελαθεί; Ξέρεις ποια μοίρα σε περιμένει το ξημέρωμα;» «Το γνωρίζω», απάντησε η Σεχραζάτ. «Είτε θα καταφέρω να σώσω τις κόρες του λαού μας, είτε θα πεθάνω μαζί τους».
Ο Βεζίρης, παρά τους φόβους του, υποχώρησε στην επιθυμία της κόρης του. Όταν έφτασε η νύχτα, η Σεχραζάτ είπε στην αδελφή της, την Ντιναρζάτ: «Αδελφή μου, όταν με καλέσει ο Βασιλιάς, θα ζητήσω να έρθεις μαζί μου. Όταν δεις ότι τελείωσε η συνεύρεση, πες μου: "Αδελφή μου, αν δεν κοιμάσαι, πες μας μια από τις όμορφες ιστορίες σου για να περάσει η ώρα της νύχτας". Τότε εγώ θα αρχίσω να διηγούμαι και, αν ο Θεός το θέλει, αυτό θα είναι η σωτηρία μου».
Όταν ο βασιλιάς Σαχριάρ δέχτηκε τη Σεχραζάτ, εκείνη άρχισε να κλαίει. «Τι έχεις;» τη ρώτησε ο Βασιλιάς. «Μεγαλειότατε», απάντησε εκείνη, «έχω μια μικρή αδελφή που θέλω να την αποχαιρετήσω πριν ξημερώσει». Ο Σαχριάρ επέτρεψε στην Ντιναρζάτ να έρθει. Λίγο πριν την αυγή, η Ντιναρζάτ μίλησε όπως είχαν συμφωνήσει. Η Σεχραζάτ στράφηκε στον Βασιλιά: «Μου επιτρέπετε να διηγηθώ μια ιστορία;» «Μίλα», αποκρίθηκε ο Σαχριάρ, που εκείνη τη νύχτα δεν μπορούσε να κλείσει μάτι.
Ο ΕΜΠΟΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΖΙΝΙ
Τότε η Σεχραζάτ ξεκίνησε: «Μαθαίνω, Μεγαλειότατε, πως υπήρχε κάποτε ένας έμπορος, άνθρωπος με μεγάλη περιουσία, που ταξίδευε συχνά για τις δουλειές του. Μια μέρα, καθώς καθόταν κάτω από τη σκιά ενός δέντρου για να φάει λίγους χουρμάδες, πέταξε τα κουκούτσια στο πλάι. Ξαφνικά, εμφανίστηκε μπροστά του ένα πελώριο Τζίνι, με ένα σπαθί στο χέρι, που ούρλιαξε: "Σήκω να σε σκοτώσω, όπως σκότωσες τον γιο μου!"»
Ο έμπορος κοίταξε το Τζίνι με τρόμο. Βρισκόταν σε μια ερημική πεδιάδα, όπου ο καυτός ήλιος έκανε την άμμο να τρέμει στον ορίζοντα. Το δέντρο κάτω από το οποίο είχε αναζητήσει καταφύγιο ήταν μια μοναχική καρυδιά, με τα φύλλα της σκονισμένα από τον άνεμο της ερήμου. Το πλάσμα που στεκόταν μπροστά του ήταν απόκοσμο: το κεφάλι του έφτανε στα σύννεφα, τα μάτια του άστραπαν σαν αναμμένα κάρβουνα και τα πόδια του βύθιζαν το χώμα σε κάθε βήμα.
«Με ποιον τρόπο σκότωσα τον γιο σου;» ρώτησε ο έμπορος με φωνή που έτρεμε. «Δεν σε είδα ποτέ, ούτε εσένα ούτε εκείνον». Το Τζίνι βρυχήθηκε, και ο ήχος ήταν σαν βροντή που έσκιζε τον αέρα: «Όταν έφαγες τους χουρμάδες σου και πέταξες τα κουκούτσια, ένα από αυτά χτύπησε τον γιο μου στο στήθος καθώς περνούσε αόρατος από δίπλα σου. Ξεψύχησε ακαριαία. Το αίμα ζητά αίμα!»
Ο έμπορος έπεσε στα γόνατα. Η κάπα του, λερωμένη από τη σκόνη του δρόμου, απλώθηκε στην άμμο. «Έλεος, ω ισχυρό Τζίνι! Ήταν ατύχημα, δεν υπήρχε δόλος στην πράξη μου. Έχω γυναίκα και παιδιά που με περιμένουν, έχω χρέη να τακτοποιήσω και περιουσία που πρέπει να μοιράσω. Δώσε μου προθεσμία ενός έτους. Σου ορκίζομαι στον Θεό, πως θα επιστρέψω εδώ την ίδια μέρα του επόμενου χρόνου, για να πάρεις τη ζωή μου».
Το Τζίνι τον κοίταξε καχύποπτα. Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά, καθώς ο άνεμος σφύριζε ανάμεσα στα κλαδιά της καρυδιάς. «Δέχομαι τον όρκο σου», είπε τελικά το Τζίνι. «Αν όμως δεν φανείς, δεν υπάρχει μέρος στη γη να κρυφτείς από την οργή μου».
Πέρασε ένας χρόνος. Ο έμπορος επέστρεψε κάτω από την ίδια καρυδιά. Καθώς περίμενε τον θάνατο, είδε έναν γέροντα να πλησιάζει οδηγώντας μια ελαφίνα. Ο έμπορος του διηγήθηκε την ιστορία του. Ο γέροντας έμεινε έκπληκτος. «Μα τον Θεό, αδελφέ μου, ο όρκος σου είναι ιερός! Θα μείνω εδώ μαζί σου». Εμφανίστηκε ένας δεύτερος γέροντας με δύο μαύρα σκυλιά και ένας τρίτος με μια φοράδα. Όλοι κάθισαν στη σκιά της καρυδιάς.
Ξαφνικά, το Τζίνι εμφανίστηκε ξανά, κραδαίνοντας το σπαθί του. Πλησίασε τον έμπορο και τον άρπαξε από τον ώμο. «Σήκω! Ήρθε η ώρα να σε σφάξω!» Ο έμπορος άρχισε να κλαίει, και μαζί του οι τρεις γέροντες. Τότε, ο πρώτος γέροντας προσκύνησε το Τζίνι: «Ω, άρχοντα των Τζίνι, αν σου διηγηθώ την ιστορία μου, και τη βρεις πιο θαυμαστή από τη συμφορά αυτού του εμπόρου, θα μου χαρίσεις το ένα τρίτο από το αίμα του;» Το Τζίνι αποκρίθηκε: «Αν η ιστορία σου είναι όντως πιο παράξενη, θα σου το χαρίσω».
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ
Ο πρώτος γέροντας άρχισε να μιλά: «Μάθε, ω ισχυρό πνεύμα, πως αυτή η ελαφίνα είναι η γυναίκα μου. Ζήσαμε μαζί τριάντα χρόνια, αλλά δεν κάναμε παιδιά. Πήρα μια παλλακίδα που μου χάρισε έναν γιο. Η γυναίκα μου όμως, από ζήλια, έμαθε τη μαύρη μαγεία. Μια μέρα που έλειπα, μεταμόρφωσε τον γιο μου σε μοσχάρι και την παλλακίδα σε αγελάδα.
Όταν επέστρεψα, μου είπε πως πέθαναν. Τη μέρα της γιορτής, ζήτησα από τον βοσκό μια αγελάδα για θυσία. Μου έφερε την παλλακίδα μου μεταμορφωμένη. Εκείνη έκλαιγε γοερά, αλλά η γυναίκα μου με πίεσε και τη σφάξαμε. Μετά μου έφεραν το μοσχάρι. Μόλις με είδε, έτριψε το κεφάλι του στα πόδια μου. Αρνήθηκα να το σφάξω.
Ο βοσκός μου αποκάλυψε πως η κόρη του ήξερε μαγεία και είδε πως το μοσχάρι ήταν ο γιος μου. Εκείνη τον επανέφερε στην ανθρώπινη μορφή του και μεταμόρφωσε τη γυναίκα μου σε αυτή την ελαφίνα». Το Τζίνι είπε: «Σου χαρίζω το ένα τρίτο από το αίμα του εμπόρου».
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ
Ο δεύτερος γέροντας ξεκίνησε: «Αυτά τα δύο μαύρα σκυλιά είναι οι αδελφοί μου. Ξόδεψαν την περιουσία τους και επέστρεψαν ζητιάνοι. Τους βοήθησα δύο φορές, μοιράζοντας τα κέρδη μου μαζί τους. Αποφασίσαμε να ταξιδέψουμε για εμπόριο. Στο ταξίδι παντρεύτηκα μια κοπέλα που αγάπησα πολύ.
Όμως η ζήλια τους φούντωσε. Μια νύχτα στο καράβι, μας πέταξαν στη θάλασσα. Η γυναίκα μου όμως ήταν μια νεράιδα που με έσωσε. Ήθελε να τους σκοτώσει, αλλά την παρακάλεσα να τους λυπηθεί. Τελικά, τους μεταμόρφωσε σε αυτά τα δύο μαύρα σκυλιά για δέκα χρόνια». Το Τζίνι είπε: «Σου χαρίζω το δεύτερο τρίτο».
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ
Ο τρίτος γέροντας χάιδεψε τη φοράδα του: «Μάθε, ω πανίσχυρο Τζίνι, πως αυτή η φοράδα ήταν η γυναίκα μου. Μια μέρα επέστρεψα και την βρήκα με έναν δούλο. Εκείνη με ράντισε με μαγεμένο νερό και φώναξε: "Γίνε σκύλος!" Με έδιωξε από το σπίτι. Περιπλανήθηκα μέχρι που με λυπήθηκε ένας χασάπης.
Η κόρη του χασάπη είδε πως ήμουν άνθρωπος μαγεμένος. Με επανέφερε στη μορφή μου και μου έδωσε μαγεμένο νερό για να την τιμωρήσω. Έτρεξα στο σπίτι, την βρήκα να κοιμάται και την ράντισα: "Γίνε μια φοράδα!" Από τότε την έχω μαζί μου, γυρνώντας στον κόσμο, έχοντας δει παλάτια κρυμμένα στην ομίχλη και δρόμους που το φεγγάρι τους κάνει χρυσούς».
Το Τζίνι αναφώνησε: «Ποτέ μου δεν άκουσα κάτι τόσο παράδοξο! Έμπορε, είσαι ελεύθερος!» Ο έμπορος ευχαρίστησε τους γέροντες και επέστρεψε στο σπίτι του ευτυχισμένος.
Η Δεύτερη Νύχτα Ξεκινά
Όταν το σκοτάδι έπεσε ξανά στο παλάτι και οι λάμπες λαδιού άναψαν, η Ντιναρζάτ πλησίασε το κρεβάτι του βασιλιά και της αδελφής της. — «Αδελφή μου», ψιθύρισε, «αν δεν κοιμάσαι, συνέχισε να μας μαγεύεις με τις ιστορίες σου.»
Ο Σαχριάρ, που περίμενε όλη μέρα αυτή τη στιγμή, έγνεψε καταφατικά. Η Σεχραζάτ πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε:
Η Ιστορία Του Ψαρά Και Του Τζίνι
«Μαθαίνω, Μεγαλειότατε, πως υπήρχε κάποτε ένας ψαράς, γέρος και φτωχός, που είχε τη συνήθεια να ρίχνει τα δίχτυα του στη θάλασσα μόνο τέσσερις φορές την ημέρα. Μια μέρα, τις τρεις πρώτες φορές, το δίχτυ του βγήκε γεμάτο με λάσπη, πέτρες και σκουπίδια. Απελπισμένος, έριξε το δίχτυ για τέταρτη φορά, παρακαλώντας τον Θεό για ένα σημάδι.
Όταν το τράβηξε, ένιωσε ένα μεγάλο βάρος. Δεν ήταν ψάρι, αλλά ένα χάλκινο δοχείο, σφραγισμένο με μολύβι που έφερε πάνω του τη σφραγίδα του Σολομώντα.
— "Τι τύχη!" σκέφτηκε ο ψαράς. "Θα το πουλήσω στην αγορά και θα πάρω δέκα χρυσά νομίσματα."
Πριν το πουλήσει όμως, η περιέργεια τον νίκησε. Πήρε το μαχαίρι του, έσπασε τη σφραγίδα και άνοιξε το δοχείο. Αμέσως, ένας πυκνός καπνός άρχισε να βγαίνει, υψώθηκε ως τα σύννεφα και πήρε τη μορφή ενός γιγάντιου και τρομακτικού Τζίνι.
— "Χαίρε, Σολομώντα!" ούρλιαξε το πνεύμα. "Μη με σκοτώσεις, θα σου υπακούσω!" — "Τι λες;" αποκρίθηκε ο ψαράς. "Ο Σολομών έχει πεθάνει εδώ και χιλιάδες χρόνια! Εγώ είμαι ένας φτωχός ψαράς που σε ελευθέρωσε."
Τότε το Τζίνι τον κοίταξε με μάτια που έβγαζαν φλόγες. — "Τότε ετοιμάσου να πεθάνεις, ψαρά! Διάλεξε μόνο τον τρόπο που θέλεις να σε σκοτώσω."»
Καθώς ο ΣΑΧΡΙΑΡ κοιτούσε τη ΣΕΧΡΑΖΑΤ, εκείνη συνέχισε την ιστορία του Ψαρά:
Το ΤΖΙΝΙ εξήγησε στον ψαρά γιατί ήθελε να τον σκοτώσει: — «Τους πρώτους εκατό χρόνια στον βυθό, ορκίστηκα πως όποιος με ελευθερώσει, θα τον κάνω πλούσιο. Πέρασαν οι αιώνες και κανείς δεν ήρθε. Τους επόμενους εκατό χρόνια, ορκίστηκα πως θα του δώσω όλους τους θησαυρούς της γης. Πάλι τίποτα. Στο τέλος, οργισμένος από τη φυλακή μου, ορκίστηκα πως όποιος με βγάλει τώρα, θα τον σκοτώσω χωρίς έλεος. Εσύ ήρθες τώρα, οπότε ετοιμάσου!»
Ο ψαράς, παρόλο που έτρεμε, σκέφτηκε γρήγορα: — «Δεν πιστεύω πως ένα τόσο πελώριο πλάσμα χωρούσε μέσα σε αυτό το μικρό δοχείο. Αποκλείεται! Με κοροϊδεύεις.» — «Τι; Δεν με πιστεύεις;» βρυχήθηκε το ΤΖΙΝΙ. — «Όχι», είπε ο ψαράς, «αν δεν σε δω με τα μάτια μου να μπαίνεις πάλι μέσα, δεν θα το πιστέψω ποτέ.»
Το ΤΖΙΝΙ, από εγωισμό, άρχισε να γίνεται πάλι καπνός και σιγά-σιγά μπήκε όλο μέσα στο χάλκινο δοχείο. Τότε ο ψαράς, αστραπιαία, άρπαξε το μολυβένιο σκέπασμα με τη σφραγίδα του ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ και έκλεισε το δοχείο ερμητικά!
Το Παγιδευμένο ΤΖΙΝΙ
«Μόλις ο ψαράς έκλεισε το δοχείο», συνέχισε η Σεχραζάτ, «το Τζίνι άρχισε να ουρλιάζει από οργή και απελπισία μέσα από τα τείχη του χαλκού.
— "Άνοιξέ με, ψαρά! Θα σου δώσω αμέτρητους θησαυρούς!" φώναζε το πνεύμα. "Σε παρακαλώ, μην το κάνεις αυτό!"
Αλλά ο ψαράς, που είχε πάρει το μάθημά του, απάντησε: — "Όχι! Εσύ ήθελες να με σκοτώσεις χωρίς λόγο! Τώρα θα σε πετάξω πίσω στα βάθη της θάλασσας, εκεί που σε βρήκα. Και αν κάποιος άλλος σε βρει, θα τον προειδοποιήσω για την κακία σου."
Το Τζίνι, νιώθοντας την παγίδευση, άλλαξε τακτική και άρχισε να ικετεύει: — "Σε ορκίζομαι, ψαρά, αν με ελευθερώσεις, θα σε κάνω τον πλουσιότερο άνθρωπο στον κόσμο! Θα σου δείξω μια λίμνη γεμάτη με πολύχρωμα ψάρια που κανείς άλλος δεν έχει δει ποτέ!"
Ο ψαράς, αν και διστακτικός, σκέφτηκε την υπόσχεση. Τελικά, αποφάσισε να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στο Τζίνι, αλλά με δικούς του όρους. Έλυσε το σκέπασμα και το Τζίνι βγήκε πάλι από το δοχείο, αυτή τη φορά όμως με τρομαγμένο και όχι απειλητικό ύφος.
— "Ποτέ ξανά δεν θα προσπαθήσω να βλάψω τον σωτήρα μου", είπε το Τζίνι. "Ακολούθησέ με!"»
«Μαθαίνω λοιπόν, Μεγαλειότατε», συνέχισε η ΣΕΧΡΑΖΑΤ, «πως το ΤΖΙΝΙ οδήγησε τον ψαρά έξω από την πόλη, πάνω από βουνά και πεδιάδες, μέχρι που έφτασαν σε μια απομονωμένη λίμνη ανάμεσα σε τέσσερις λόφους. Τα νερά της ήταν κρυστάλλινα και μέσα κολυμπούσαν ψάρια σε τέσσερα χρώματα: λευκά, κόκκινα, μπλε και κίτρινα.
— "Ρίξε τα δίχτυα σου μόνο μία φορά την ημέρα", τον πρόσταξε το ΤΖΙΝΙ.
Ο ψαράς έριξε τα δίχτυα και έπιασε τέσσερα πανέμορφα ψάρια, ένα από κάθε χρώμα. Με εντολή του πνεύματος, τα πήγε στο παλάτι του ΣΟΥΛΤΑΝΟΥ. Ο Σουλτάνος, μόλις είδε τα παράξενα ψάρια, έμεινε άναυδος και έδωσε στον ψαρά τετρακόσια χρυσά νομίσματα!
Όμως, όταν η μαγείρισσα έβαλε τα ψάρια στο τηγάνι, συνέβη κάτι εξωπραγματικό: ο τοίχος της κουζίνας σχίστηκε στα δύο και μια πανέμορφη γυναίκα βγήκε μέσα από την πέτρα, κρατώντας ένα ραβδί από μπαμπού. Πλησίασε το τηγάνι και είπε: — "Ψάρια, ψάρια, εκτελείτε το καθήκον σας;" Και τα ψάρια σήκωσαν τα κεφάλια τους και απάντησαν: — "Ναι, ναι! Αν εσύ επιστρέφεις, επιστρέφουμε κι εμείς. Αν εσύ πληρώνεις τα χρέη σου, τα πληρώνουμε κι εμείς!"
Μόλις η γυναίκα εξαφανίστηκε, τα ψάρια έγιναν κάρβουνο. Ο Σουλτάνος, όταν έμαθε το περιστατικό, κάλεσε τον ψαρά για να τον οδηγήσει στη μυστηριώδη λίμνη, θέλοντας να ανακαλύψει το μυστικό που κρυβόταν πίσω από αυτό το φαινόμενο. Εκεί, ο Σουλτάνος ανακάλυψε ένα πέτρινο παλάτι, όπου ζούσε ένας νεαρός πρίγκιπας, ο οποίος ήταν μαρμαρωμένος από τη μέση και κάτω!»
Η Ιστορία του Μαρμαρωμένου Βασιλιά
Η Σεχραζάτ συνέχισε τη διήγησή της: «Ο νεαρός βασιλιάς, με δάκρυα στα μάτια, αποκάλυψε στον Σουλτάνο την τραγωδία του. Η γυναίκα του, που ήταν μια πανίσχυρη μάγισσα, τον είχε προδώσει. Όταν εκείνος προσπάθησε να την εμποδίσει, εκείνη χρησιμοποίησε τη μαύρη μαγεία της: — "Γίνε μισός πέτρα και μισός άνθρωπος!" ούρλιαξε.
Και όχι μόνο αυτό, αλλά μεταμόρφωσε ολόκληρη την πόλη και τους κατοίκους της. Οι μουσουλμάνοι έγιναν τα λευκά ψάρια, οι λάτρεις της φωτιάς τα κόκκινα, οι χριστιανοί τα μπλε και οι εβραίοι τα κίτρινα. Κάθε μέρα, η μάγισσα ερχόταν στο παλάτι και τον βασάνιζε, γιορτάζοντας την εκδίκησή της.
Το Σχέδιο Του Σουλτάνου Και Η Πτώση Της Μάγισσας
Ο Σουλτάνος, αφού άκουσε τον θρήνο του Μαρμαρωμένου Βασιλιά, ένιωσε την καρδιά του να καίγεται από δίκαιη οργή. Ρώτησε πού βρισκόταν ο εραστής της μάγισσας, για τον οποίο εκείνη είχε κάνει όλα αυτά τα εγκλήματα. Ο πρίγκιπας του έδειξε ένα οικοδόμημα στο βάθος του κήπου, το «Παλάτι των Δακρύων», όπου ο εραστής κειτόταν τραυματισμένος και βουβός, ανίκανος να μιλήσει, αλλά κρατημένος στη ζωή από τα μάγια της γυναίκας του.
Τότε ο Σουλτάνος έθεσε το σχέδιό του σε εφαρμογή: Περίμενε να νυχτώσει. Μπήκε κρυφά στο Παλάτι των Δακρύων, σκότωσε τον δούλο εραστή και πέταξε το σώμα του σε ένα πηγάδι. Έπειτα, ο ίδιος ο Σουλτάνος ξάπλωσε στο κρεβάτι, καλύφθηκε με τα σεντόνια και περίμενε τη μάγισσα, μιμούμενος τη φωνή του τραυματισμένου άνδρα. Όταν η μάγισσα ήρθε να θρηνήσει πάνω από τον υποτιθέμενο εραστή της, ο Σουλτάνος, μιλώντας μέσα από τα σεντόνια με βαριά φωνή, της είπε: — «Ω, αγαπημένη μου, δεν μπορώ να βρω ησυχία και να θεραπευτώ, γιατί ακούω κάθε μέρα τους θρήνους του συζύγου σου που τον έχεις κάνει πέτρα. Οι κραυγές του μου τρυπούν τα αυτιά!» Η μάγισσα, τυφλωμένη από την αγάπη της, έτρεξε αμέσως στον μαρμαρωμένο πρίγκιπα. Ράντισε με μαγεμένο νερό τα πόδια του και φώναξε: — «Με τη δύναμη των όρκων μου, γίνε ξανά άνθρωπος!» Αμέσως, ο πρίγκιπας σηκώθηκε όρθιος, ελεύθερος από την πέτρα.Η μάγισσα επέστρεψε στον Σουλτάνο (νομίζοντας πως είναι ο εραστής της) για να του πει τα νέα. Εκείνος όμως της είπε: — «Ακόμα δεν μπορώ να ηρεμήσω. Τα ψάρια στη λίμνη φωνάζουν και ζητούν εκδίκηση. Πήγαινε να επαναφέρεις την πόλη και τους ανθρώπους της, και τότε θα είμαι δικός σου».
Η μάγισσα έτρεξε στη λίμνη, πρόφερε τα λόγια της και ξαφνικά τα ψάρια έγιναν ξανά άνθρωποι και η έρημη πόλη ζωντάνεψε με φωνές και κίνηση. Όταν επέστρεψε θριαμβευτικά στον Σουλτάνο, εκείνος σηκώθηκε από το κρεβάτι, τράβηξε το σπαθί του και με μια κίνηση την έκοψε στα δύο, βάζοντας τέλος στην τυραννία της. Μετά την εξόντωση της μάγισσας, η πόλη ανέπνευσε ξανά και τα δεσμά του μαρμαρωμένου πρίγκιπα λύθηκαν οριστικά. Ο Σουλτάνος και ο Πρίγκιπας, δεμένοι πια με μια βαθιά φιλία που σφυρηλατήθηκε μέσα στον κίνδυνο, ξεκίνησαν τη διαδρομή της επιστροφής.
Η Θριαμβευτική Επιστροφή
Ο Σουλτάνος δεν μπορούσε να αφήσει την πόλη του πρίγκιπα στην τύχη της, αλλά ούτε και ο πρίγκιπας ήθελε να μείνει σε ένα μέρος που του θύμιζε τόση οδύνη. Αποφάσισαν να ταξιδέψουν μαζί πίσω στο βασίλειο του Σουλτάνου. Όταν έφτασαν, η υποδοχή ήταν μεγαλοπρεπής. Οι δρόμοι στρώθηκαν με μεταξωτά υφάσματα και ο λαός πανηγύριζε για την επιστροφή του ηγεμόνα του.
Ο Σουλτάνος κάλεσε αμέσως τον Ψαρά, τον άνθρωπο που με το δίχτυ του έγινε η αφορμή να αποκαλυφθούν όλα αυτά τα θαυμαστά γεγονότα.
— «Γέροντα», του είπε ο Σουλτάνος μπροστά σε όλη την αυλή, «η υπομονή σου και η τύχη σου έσωσαν έναν βασιλιά και ελευθέρωσαν μια ολόκληρη πόλη. Από σήμερα, δεν θα ξαναρίξεις δίχτυα για την επιβίωσή σου, παρά μόνο για την ευχαρίστησή σου».
Ο Σουλτάνος έκανε τον Ψαρά έναν από τους πιο πλούσιους άρχοντες του βασιλείου, χαρίζοντάς του παλάτια και κτήματα. Μάλιστα, για να σφραγιστεί η ευτυχία, ο Σουλτάνος παντρεύτηκε τη μία κόρη του Ψαρά και ο Πρίγκιπας την άλλη. Έτσι, ο φτωχός γέροντας που κάποτε έβγαζε λάσπη από τη θάλασσα, είδε την οικογένειά του να ενώνεται με το βασιλικό αίμα. Καθώς η Σεχραζάτ τελείωσε και αυτή την ιστορία, το φως της ημέρας άρχισε να τρυπώνει πάλι στην κάμαρα. Η ΣΕΧΡΑΖΑΤ, βλέποντας το βλέμμα του ΒΑΣΙΛΙΑ ΣΑΧΡΙΑΡ να ηρεμεί, πήρε μια βαθιά ανάσα. Ήξερε πως το επόμενο βράδυ έπρεπε να πει κάτι ακόμα πιο δυνατό για να κρατήσει ζωντανή την περιέργειά του.
— «Μεγαλειότατε», ψιθύρισε, «αν μου επιτρέψετε να ζήσω και αύριο, θα σας διηγηθώ την ιστορία των ΤΡΙΩΝ ΚΑΛΕΝΤΕΡ, των τριών πριγκίπων που έγιναν ζητιάνοι και κατέληξαν σε ένα μυστικό δείπνο σε ένα σπίτι στη Βαγδάτη, όπου συνέβησαν πράγματα που κανένα ανθρώπινο μάτι δεν είχε ξαναδεί»
Η Ιστορία των Τριών Καλέντερ
«Μαθαίνω, Μεγαλειότατε», ξεκίνησε η ΣΕΧΡΑΖΑΤ, «πως σε μια πόλη σαν τη Βαγδάτη, τρεις ξένοι ζητιάνοι, και οι τρεις μονόφθαλμοι, συναντήθηκαν τυχαία μια νύχτα έξω από ένα σπίτι όπου ακούγονταν μουσικές και γέλια. Τους δέχτηκαν τρεις πανέμορφες αδελφές, με τον όρο να μην ρωτήσουν τίποτα για όσα παράξενα θα έβλεπαν.
Όμως, την ίδια νύχτα, μεταμφιεσμένος σε έμπορο, είχε μπει στο σπίτι και ο ίδιος ο Χαλίφης της Βαγδάτης, ο ΧΑΡΟΥΝ ΑΛ ΡΑΣΙΝΤ, μαζί με τον Βεζίρη του. Όταν οι τρεις αδελφές έφεραν μέσα δύο μαύρες σκύλες και άρχισαν να τις μαστιγώνουν και μετά να τις αγκαλιάζουν κλαίγοντας, κανείς δεν άντεξε τη σιωπή.
Οι τρεις ΚΑΛΕΝΤΕΡ άρχισαν τότε, ένας-ένας, να διηγούνται πώς από πρίγκιπες κατέληξαν μονόφθαλμοι ζητιάνοι...»






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου