Σελίδες

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Της Κοκκώνας το σπίτι


Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1893
➖➖➖
Τη μετατροπή του κειμένου στην
καθομιλουμένη δημοτική
έκανε ο
Ιωάννης Δ. Γιαννούκος
⭐⭐⭐

Δεν ήταν δρόμος περισσότερο περαστικός σε όλο το χωριό.
Αδύνατον να μην περνούσε κανείς από κει, ο οποίος θα ανέβαινε στην πάνω ενορία ή όποιος θα κατέβαινε στην κάτω.
Λιθόστρωτο ανηφορικό, από κάτω απ' της Σταματρίζαινας το σπίτι, μέχρι επάνω στο ναό της Παναγίας της Σαλονικιάς. 
Χίλια βήματα, κάθε βήμα και άσθμα. 
Φούσκωνε, κοντανάσαινε κανείς για ν’ ανεβεί, γλιστρούσε για να κατεβεί.
Άμα πατούσε κάποιος στο λιθόστρωτο, αφού άφηνε πίσω του το μαγαζί του Καψοσπύρου, το σπίτι του Καφτάνη και το παλιόσπιτο του γέρο-Παγούρη με την τοιχογυρισμένη αυλή,
βρισκόταν απέναντι από το σπίτι του Χατζή Παντελή, με τον αυλόγυρο σύρριζα στο βράχο. Κάτω έχασκε μεγάλος γκρεμός, μονότονος, προκαλώντας σκοτοδίνη, στον οποίο υπήρχαν λίγοι θάμνοι  έρποντες εδώ κι εκεί, οι οποίοι θα φαίνονταν στο σκοτάδι της νύκτας εκείνης, σαν να ήταν κακοποιοί που ψηλαφούσαν και αναρριχούνταν ή και καλικάντζαροι που κρύβονταν και παραμόνευαν μέχρι να έλθει η ώρα να εισβάλουν στα σπίτια από τους καπνοδόχους.
Το κύμα, υπόκωφα φλοίσβιζε στα κράσπεδα του γκρεμού και ακούραστος βοριάς, που φυσούσε από προχθές και που μαλάκωσε το βράδυ αυτό, εξάπλωνε τις αποθαλασσιές του έως το νότιο τούτο μικρό λιμάνι.
Από το άλλο μέρος του δρόμου, αριστερά όπως ανεβαίνουμε, δίπλα στο σπίτι του γέρο-Παγούρη και αντίκρυ με το του Χατζή Παντελή, υψωνόταν ατελείωτη οικοδομή, με τέσσερις τοίχους όρθιους μέχρι του πατώματος, με τις ξυλώσεις να χάσκουν ως την οροφή, με τη στέγη  ετοιμόρροπη, με σκουρόχρωμους και φθειρόμενους τους τοίχους, την οποία η εγκατάλειψη, ο άνεμος και η βροχή είχαν καταστήσει ερείπιο και χάλασμα.
Τα παιδιά, όσα κατέβαιναν το μεσημέρι από το ένα σχολείο και όσα ανέβαιναν το απόγευμα από το άλλο, για να αφήσουν τα βιβλία στο σπίτι τους, να κλέψουν ένα κομμάτι ψωμί από το ερμάρι και να τρέξουν ακράτητα για να παίξουν στο γιαλό, της έριχναν πέτρες, για να την εκδικηθούν την ημέρα για όσο τρόμο τους προξενούσε τη νύκτα, όταν τύχαινε να περάσουν από κει.
Οι παπάδες, όταν επέστρεφαν την παραμονή των Φώτων εν σώματι από το σπίτι του δημάρχου, με τους σταυρούς, τους βασιλικούς και τους αγιασμούς, αγιάζοντας σπίτια, δρόμους και μαγαζιά και διώχνοντας τους καλικάντζαρους, λησμονούσαν να ρίξουν μικρή σταγόνα αγιασμού και στην άτυχη εγκαταλειμμένη οικία, την οποία δεν είχε χαρεί ο νοικοκύρης που την έκτισε και η οποία δεν είχε αξιωθεί να απολαύσει τη νοικοκυρά της.
Τέτοιο σπίτι, επόμενο ήταν να γίνει κατοικητήριο των φαντασμάτων, άσυλο των βρικολάκων και ίσως ορμητήριο και τόπος συγκέντρωσης των τυράννων της ώρας αυτής, των καλικάντζαρων.
***
Το σπίτι αυτό, δεν είχε αξιωθεί να απολαύσει τη νοικοκυρά του.
Ο καπετάν Γιαννάκος ο Συρμαής, άνδρας αισθηματικός και γενναίος, «μερακλής» όσο κανείς άλλος απ’ τους συνομηλίκους του, είχε ερωτευθεί την Κοκκώνα-Αννίκα, ωραία, ψηλή, με χρυσόξανθα μαλλιά, λευκή και με χαρακτήρες λεπτότατους, με βλέμμα το οποίο κάτι έλεγε στην καρδιά.
Ο πλοίαρχος αρραβωνιάστηκε στη Βασιλεύουσα και ήρθε με το καράβι στην πατρίδα, όπου παρήγγειλε να του κτίσουν, με σχέδιο κομψό και ασυνήθιστο έως τότε στην πολίχνη, το μικρό ωραίο σπίτι, σκοπεύοντας με το πρώτο ταξίδι να φέρει έπιπλα από τη Βενετία, για να ευπρεπίσει, να στολίσει τη νεόκτιστη οικία και να την κάμει άξια της αβρής Κοκκώνας, την οποία θα έφερνε από την Πόλη.
Αλλά η οικία δεν έμελλε να τελειώσει και η Κοκκώνα δεν έμελλε να έλθει.
Η Κοκκώνα, οκτώ μήνες μετά τη μνηστεία, πέθανε φθισική και η οικία έμεινε ατελείωτη, έρημη και άχαρη, στο λιθόστρωτο ανηφορικό δρόμο, κοντά στον κρημνώδη βράχο.
Σαν αόρατη δε επιγραφή επί του μετώπου της καταρρέουσας οικίας, σαν αόριστη τραγική ειρωνεία της τύχης της, έμεινε το όνομα «της Κοκκώνας το Σπίτι».
«Μνημούρια του Φερίκ-κι οΐ κι ολόρθα κυπαρίσσα...
Έχασα την αγάπη μου και λαχταρώ περίσσα.»
***
Το βράδυ εκείνο, παραμονή των Χριστουγέννων του έτους 1859, δύο παιδιά κατέβαιναν με ζωηρά βήματα το λιθόστρωτο και τα πόδια τους ασυνήθιστα στα πέδιλα τα οποία είχαν φορέσει εκτάκτως το βράδυ εκείνο, έκαναν μεγάλο κρότο πάνω στις πλάκες του δρόμου.
Και οι δύο κρατούσαν ελαφρούς ράβδους.
Ο ένας κρατούσε φανάρι με το άλλο χέρι.
Ήταν επτά η ώρα. Νύχτα αστροφεγγής και ψυχρή.
Σφοδρός άνεμος ερχόταν παγωμένος από τα χιονισμένα βουνά.
Ο άνεμος έκανε τα σφικτοκλεισμένα παράθυρα και τις κλειδομανταλωμένες πόρτες να στενάζουν από την ψυχρή πνοή του.
Τα παιδιά μάλωναν σαν δύο γνήσιοι φίλοι.
- Εγώ είδα π΄σόδωκε ένα εικοσιπενταράκι, βρε Αγγελή, έλεγε το ένα.
- Όχι, μα το θεριό, έλεγε το άλλο, μια πεντάρα μό΄δωκε. 
Νά τηνε.
Και έδειχνε μεταξύ των δακτύλων του μία πεντάρα.
- Όχι, επέμενε το άλλο, το οποίο κρατούσε το φανάρι.
Το είδα εγώ που ήταν εικοσιπενταράκι, δε με γελάς.
- Όχι, μα την παναγίδα, βρε Νάσο. Μιά πεντάρα, σου λέω.
- Μ’ αφήνεις να σε ψάξω;
- Θα σ’ πέσει το φανάρι.
Αμέσως ο Νάσος άφησε το φανάρι καταγής και ετοιμαζόταν να ψάξει τον Αγγελή. Είχαν πάρει το μέτρο αυτό, επειδή δεν εμπιστεύονταν ο ένας τον άλλον (ήταν δέκα ετών στην ηλικία), αμέσως άμα κατέβαιναν από κάθε σπίτι, που ανέβαιναν και τραγουδούσαν τα Χριστούγεννα, να κάνουν αμέσως μοιρασιά πεντάρα και πεντάρα και κανείς από τους δύο να μην είναι «κάσσα» μέχρι τέλους της επιχείρησης.
Αλλά την τελευταία φορά, ο Νάσος είχε υποπτευθεί τον Αγγελή.
Πάνω στη λογομαχία τους, είχαν ξεχάσει ότι έφθασαν ήδη στο στενό του λιθόστρωτου, που οδηγούσε στην επάνω συνοικία και βρίσκονταν κάτω από το σπίτι της Κοκκώνας, όπου έβγαιναν φαντάσματα.
Εκεί είχαν σταματήσει και ο Νάσος άρχισε να ψάχνει τον Αγγελή.
Ο Αγγελής, ενόσω ο άλλος ερευνούσε τις τσέπες του παντελονιού του, στεκόταν αδιάφορος, αλλά άμα το χέρι ανέβηκε και άρχισε να ψάχνει τον κόρφο του, έπιασε ο ίδιος το γιλέκο του αριστερά προς τη μέση και το έσφιγγε με όλη τη δύναμή του, εμποδίζοντας το χέρι του φίλου του να φθάσει έως εκεί.
- Δεν μ’ αφήνεις να σε ψάξω!
- Άφησέ με! Δεν έχω τίποτε.
- Είσαι ψεύτης!
 Ο Αγγελής ύψωσε απειλητικά το χέρι.
 - Είσαι ψεύτης και κλέφτης!
***
Ελαφρός θόρυβος ακούσθηκε και συγχρόνως φωνή παράδοξου όντος μαύρου στην όψη, με μαλλιά ανατσουτσουρωμένα, με αλλόκοτα παλιόρουχα ως ενδυμασία, αντήχησε.
- Τι μαλώνετε, βρε;
Τα δύο παιδιά άφησαν συγχρόνως διπλή πνιγμένη κραυγή και δοκίμασαν να τραπούν σε φυγή, αφήνοντας το φανάρι καταγής.
Αλλά το παράδοξο αυτό ον, με το πόδι του ανέτρεψε το φανάρι, το οποίο έσβησε αμέσως και με τα δύο χέρια έπιασε από τους βραχίονες τα δύο παιδιά, που  έτρεμαν από το φόβο τους.    
- Ποιος είναι κάσσα, βρε;
Τα δύο παιδιά αντιστέκονταν και προσπαθούσαν να φύγουν.
- Μη φοβάστε, δεν σας τρώω. Δώστε μου τους παράδες σας, για να μη μαλώσετε και σκοτωθείτε. 
Καλά που βρέθηκα εδώ και σας γλύτωσα.
Έψαξε τις τσέπες των δύο παιδιών και συγχρόνως τα έσυρε προς την πόρτα του ισογείου του κατερειπωμένου σπιτιού, απ’ όπου είχε βγει ως φαίνεται, το παράδοξο αυτό ον. 
Εκεί έβαλε το Νάσο υπό κράτηση πίσω από την πόρτα, οχύρωσε το άνοιγμα με το  σώμα του και έψαξε με άνεση τον Αγγελή. Βρήκε δεκαπέντε ή είκοσι πεντάρες και δεκάρες στις τσέπες. Έπειτα έψαξε το Νάσο και βρήκε άλλα τόσα και σ΄ αυτού την τσέπη.
Έπειτα άφησε τα δυο παιδιά να φύγουν.
-Πηγαίνετε τώρα και μη φοβάστε. 
Άλλη φορά να μη μαλώνετε.
***
Ο Γιάννης ο Παλούκας, δεν είχε πως να μεθύσει και πως να γιορτάσει τα Χριστούγεννα, εκείνη τη χρονιά. 
Ήταν συνήθως άεργος και οι τεμπέλικες μικροδουλειές, τις οποίες εκτελούσε κάπου-κάπου, πότε κουβαλώντας νερό με τη στάμνα στα σπίτια, πότε υπηρετώντας τους κηπουρούς, τους αλωνιστές και τους εργάτες των ελαιοτριβείων, πότε βοηθώντας τους ψαράδες στην ανέλκυση των μακριών ατελείωτων διχτυών στη μεγάλη άμμο στο γιαλό, δεν τον είχαν «σηκώσει» κατά το έτος εκείνο.
Τι να κάμει; Πώς να περάσει τέτοια χρονιάρα μέρα; 
Τι σοφίσθηκε;
Της Κοκκώνας το σπίτι, το οποίο φοβούνταν τα παιδιά της πολίχνης και το οποίο δεν αγίαζαν οι παπάδες όταν κατέβαιναν από την πάνω συνοικία με τους σταυρούς, ήταν κατάλληλος σταθμός για να κρυφτεί κανείς και να περάσει ως καλικάντζαρος, επειδή το καλούσαν οι μέρες, αφού μάλιστα χάριν των ημερών αυτών θα το έκαμνε και ο Παλούκας. 
Από εκεί θα περνούσαν όλα τα παιδιά της κάτω ενορίας, δηλαδή τα δύο τρίτα των παιδιών του χωριού, στο γύρισμα τους από την επάνω ενορία και θα είχαν αρκετά κέρματα στις τσέπες τους.
Ο Παλούκας δε σκέφθηκε περισσότερο. Πήρε ένα παλιό σιδερένιο τηγάνι, μουντζουρώθηκε σε όλο του το πρόσωπο και μεταθέτοντας, δύο μήνες πρωιμώτερα την Αποκριά, φόρεσε παλιά κουρέλια, τα οποία προμηθεύθηκε από κάπου και άμα νύχτωσε, πήγε στο ερημόσπιτο, ξεκάρφωσε αθόρυβα τις παλιές σανίδες, που σχημάτιζαν χιαστί πρόχειρο φράχτη στο ισόγειο της έρημης κατοικίας της Κοκκώνας και χώθηκε μέσα.
Μία ώρα αργότερα, κατέβηκε από το λιθόστρωτο το πρώτο ζευγάρι των παιδιών που έλεγαν τα κάλαντα, ο Νάσος και ο Αγγελής.
Είδαμε πως ήλθαν βολικά τα πράγματα και πως ο Παλούκας, κατόρθωσε μάλιστα να περάσει ως ειρηνευτής μεταξύ των παιδιών που μάλωναν.
***
Αφού ο Νάσος και ο Αγγελής τράπηκαν σε φυγή, αισθανόμενοι να φεύγει το έδαφος κάτω από τα πόδια τους, κατέβηκαν άλλα παιδιά και μετά άλλα.
Ο Παλούκας άκουγε από μακριά τον κρότο των βημάτων τους, τις εύθυμες φωνές τους και ψιθύριζε:
- Μας έρχεται άλλη ζυγιά.
Η τελευταία ζυγιά η οποία κατέβαινε, αποτελείταν από το Στάμο και από τον Αργύρη, δύο φρόνιμα παιδιά. Αυτοί δε μάλωναν, αλλά σχεδίαζαν μεγαλοφώνως τι να τα κάμουν τα λεπτά εκείνα που θα εμάζωναν εκείνη τη βραδιά.
- Να φτιάσομε κι ένα σκεπαρνάκι, βρε.
- Να κόψουμε μια λεύκα.
- Να πάρουμε φλαμούρι, να κάμουμε καράβι.
- Να βγάλουμε από τον πεύκο τ' Αλμπάνη την καρίνα και τα στραβόξυλα.
- Εσύ θα είσαι μαραγκός κι εγώ πρωτομάστορας.
- Βρε! καλώς τους μαστόρους, ακούσθηκε έξαφνα μια φωνή.
Ο Παλούκας είχε εξορμήσει, τρίτη ή τέταρτη φορά από την κρύπτη του.
Ο Στάμος και ο Αργύρης, άφησαν πνιγμένη κραυγή και θέλησαν να φύγουν.
Αλλά ο Παλούκας εφάρμοσε τη μέθοδό του και τους λήστεψε.
- Είναι άλλη ζυγιά; ρώτησε έπειτα.
Τα παιδιά τον κοίταζαν με απλανή βλέμματα, απολιθωμένα από το φόβο. Αλλά ο Στάμος, ο οποίος ήταν δώδεκα ετών και έξυπνος, κατάλαβε εντωμεταξύ, ότι δεν ήταν φάντασμα. 
Ο φόβος του μετριάσθηκε και μετέδωσε θάρρος και στον Αργύρη.
- Είναι κι άλλη ζυγιά; επανέλαβε ακατάληπτα ο παράδοξος άνθρωπος.
- Τι ζυγιά; μπόρεσε ν' αρθρώσει ο Στάμος.
- Είναι άλλα παιδιά να κατεβούν, απ’ τον απάνω μαχαλά;
- Δεν ξέρω, είπε ο Στάμος.
Τη φορά αυτή, ο Παλούκας είχε αμελήσει να σβήσει το φανάρι, γιατί απ’ τη μέχρι τώρα πείρα του, πείσθηκε ότι δε θα τον αναγνώριζαν τα παιδιά.
Αλλά ο Στάμος τον κοίταξε τόσο καλά, ώστε «εγύριζε μες στο νου του» ότι κάποιος ήταν και δεν απείχε πολύ απ’ το να τον αναγνωρίσει.
- Πέστε μου βρε, αν είναι κι άλλη ζυγιά, επέμεινε ο Παλούκας.
- Δεν ξέρουμε, επανέλαβε ο Στάμος.
Τέλος ο Παλούκας άφησε τα παιδιά ελεύθερα.
- Πέρασαν δέκα λεπτά της ώρας και γενναίο πετροβόλημα άρχισε να δέρνει τη στέγη, τις ξυλώσεις και τις δοκούς του ασκεπούς πατώματος της έρημης κατοικίας. 
Πολλές πέτρες, με υπόκωφο γδούπο, διερχόμενες ανάμεσα από τα δοκάρια και άλλες από την πόρτα έπεφταν στο έδαφος του ισογείου.
Στράτευμα παιδιών, είχε εξορμήσει από το προαύλιο του ναού των Τριών Ιεραρχών, που απείχε τριακόσια ή τετρακόσια βήματα και εκτελούσε φοβερή έφοδο κατά του ασύλου του Καλικάντζαρου.
***
Τα πρώτα παιδιά που ληστεύτηκαν, ο Νάσος και ο Αγγελής, αφού έφθασαν ασθμαίνοντα στη μικρή πλατεία μπροστά απ’ το ναό, μη έχοντας πλέον για τι πράγμα να μαλώσουν, έκαμαν αγάπη.
Μετά φιλικότατη δε συζήτηση, ομόφωνα αποφάνθηκαν, ότι το παράδοξο ον, το οποίο τους πήρε τα λεπτά, αφού δεν τους πήρε ούτε τη φωνή ούτε το νου τους, θα πει ότι δεν ήταν φάντασμα, ούτε βρικόλακας και αφού δεν δοκίμασε να τους φάγει, θα πει ότι δεν ήταν ούτε καλικάντζαρος.
Τι άλλο θα ήταν λοιπόν;
Θα ήταν άνθρωπος, χωρίς άλλο.
Η δεύτερη ζυγιά των παιδιών έφθασε μετά από λίγο, έπειτα η τρίτη και η τέταρτη. 
Τέλος ο Στάμος, που ήλθε τελευταίος μαζί με τον Αργύρη, πρότεινε και όλοι ψήφισαν να εκτελέσουν τακτική νυκτερινή έφοδο κατά της οικίας.
Ο Παλούκας, τη στιγμή εκείνη, δίσταζε και είχε αποφασίσει πλέον να αποσυρθεί, αφού είχε κάμει αρκετή λεία, όση θα αρκούσε για να μεθύσει την ημέρα των Χριστουγέννων, ως και τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων και την του αγίου Στεφάνου ακόμη.
***
Ενώ δε ήταν έτοιμος να φύγει και πάλι έμενε, επήλθε η πρώτη πυκνή χάλαζα των λίθων.
- Να μια ζυγιά! φώναξε εκδικητικά ο Στάμος.
- Να μια ζυγιά! επανέλαβαν όλα μαζί τα παιδιά.
Πέντε δευτερόλεπτα νωρίτερα αν αποφάσιζε ο Παλούκας να φύγει, θα ήταν ήδη εκτός βολής. Δυστυχώς ήταν αργά τώρα.
Αποφάσισε ν’ αρπάξει μία σανίδα και μεταχειριζόμενος αυτήν σαν σπαθί αλλά και σαν ασπίδα, να εκτελέσει έξοδο διασχίζοντας τις τάξεις του εχθρού. Αλλά δεύτερη ραγδαιότερη χάλαζα λίθων τον έκαμε να οπισθοδρομήσει με δύο πληγές στην κνήμη και στον βραχίονα.
- Να κι άλλη ζυγιά! φώναξε αδιάλλακτος ο Στάμος.
- Να κι άλλη ζυγιά! αλάλαξαν τα παιδιά.
Ο Παλούκας κόλλησε στην εσωτερική γωνία του ισογείου, στήριξε τα νώτα στον τοίχο, ζαρωμένος κάτω από ένα δοκάρι του πατώματος, σύρριζα στον τοίχο βαλμένο. Αλλά κι εκεί, μεγάλη πέτρα, αφού χτύπησε στον τοίχο, λόξεψε και τον κτύπησε στον ώμο.
- Βρε! α π ό  σ π ό ν τα, μουρμούρισε γελώντας ο Παλούκας.
Ευτυχώς γι’ αυτόν, οι εχθροί δεν αποφάσισαν να έλθουν ως την πόρτα του ισογείου.
Λείψανο φόβου υπήρχε ακόμη, φαίνεται, στο βάθος του παιδικού θράσους.
Τέλος, επειδή η μάχη παρετείνετο, ο Παλούκας, μετά από φρόνιμη σκέψη, αποφάσισε να σκαρφαλώσει στον τοίχο (γνώριζε που υπήρχαν τρύπες από τις σκαλωσιές και τις ξυλωσιές της οικοδομής) πατώντας από τρύπα σε τρύπα. 
Το έκαμε γρήγορα και με επιτυχία και αφού έφτασε στο πάτωμα, αόρατος στον εχθρό πίσω από ένα μισοπεσμένο ξυλότοιχο, αποφασιστικά πήδησε από το άλλο μέρος, μέσα στην αυλή του γέρο-Παγούρη.
Ήταν ως δύο μπόγια ψηλά, όχι περισσότερο. Διότι το έδαφος ήταν ψηλότερο κατά τρεις ή τέσσερις σπιθαμές μέσα στον αυλόγυρο.
Ο Παλούκας έπεσε βαρύς, κτύπησε στο γόνατο, έπεσε, σηκώθηκε, έψαξε τα μέλη του και αφού βεβαιώθηκε ότι δεν του είχε σπάσει κανένα κόκκαλο, τράπηκε σε φυγή, τρέχοντας από το άλλο μέρος του αυλόγυρου, όπου ήξερε ότι ο περίβολος κλεινόταν από απλό φράχτη και συγκοινωνούσε προς την αυλή συγγενικού σπιτιού.
Ο γδούπος της πτώσης του, ακούσθηκε πέρα από τον τοίχο της αυλής.
Ο Στάμος εφώναξε «εμπρός!» και δοκιμάζοντας το μάνταλο της θύρας του αυλόγυρου, είδε ότι η θύρα ήταν ανοικτή.
Εισόρμησε πρώτος και τα άλλα παιδιά τον ακολούθησαν.
Η φωνή του Παλούκα συνοδεύτηκε, εκτός από το γδούπο της πτώσεως του και από άλλο κρότο, κρότο μεταλλικό.
Λεπτά του είχαν πέσει από την τσέπη.
Ο Παλούκας δεν γύρισε πίσω να τα μαζέψει.
Ο Αγγελής, ένα απ’ τα παιδιά, άκουσε ζωηρότατα το μεταλλικό κρότο, εντόπισε πολύ καλά το μέρος στο οποίο είχαν πέσει τα κέρματα και σκύβοντας και ψηλαφώντας, άρχισε να τα μαζεύει με τη χούφτα, ενώ τα άλλα παιδιά έτρεχαν πίσω από τον Παλούκα, ρίχνοντας πέτρες και φωνάζοντας:
- Να, κι άλλη ζυγιά! Να, κι άλλη ζυγιά!
Κρότος παραθύρου που άνοιξε ακούστηκε στο σπίτι του γέρο-Παγούρη, ο οποίος ακούγοντας την ακατανόητη έφοδο, που έγινε τη νύχτα εκείνη στον αυλόγυρό του, άνοιξε το παράθυρο και ρωτούσε έκπληκτος:
- Τι είναι; τι τρέχει;… ποιος είναι;... ποιοι είστε;... ε! δεν ακούτε!
Ενώ ο Αγγελής είχε μαζέψει ήδη όλα τα λεπτά, όσα βρήκε και έφευγε από τη νότια πόρτα, τα άλλα παιδιά πέρα από το βορεινό φράχτη, καταδίωκαν στο βρόντο τον Παλούκα, 
ο οποίος είχε γίνει άφαντος ήδη,
Επαναλαμβάνοντας.
- Να, κι άλλη ζυγιά! Να, κι άλλη ζυγιά!
 
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

 

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ

Δὲν ἦτον δρόμος πλέον περαστικὸς εἰς ὅλον τὸ χωρίον. Ἀδύνατον νὰ μὴν ἐπερνοῦσε κανεὶς ἀπ’ ἐκεῖ ὅστις θὰ ἀνέβαινεν εἰς τὴν ἐπάνω ἐνορίαν ἢ ὅστις θὰ κατέβαινεν εἰς τὴν κάτω. Λιθόστρωτον ἀνηφορικόν, ἀπὸ κάτω ἀπ’ τῆς Σταματρίζαινας τὸ σπίτι ἕως ἐπάνω εἰς τὸν ναὸν τῆς Παναγίας τῆς Σαλονικιᾶς. Χίλια βήματα, κάθε βῆμα καὶ ἆσθμα. Ἐφούσκωνεν, ἐκοντανάσαινε κανεὶς διὰ ν’ ἀναβῇ, ἐγλιστροῦσε διὰ νὰ καταβῇ.

Ἅμα ἐπάτει τις εἰς τὸ λιθόστρωτον, ἀφοῦ ἄφηνεν ὀπίσω του τὸ μαγαζὶ τοῦ Καψοσπύρου, τὸ σπίτι τοῦ Καφτάνη καὶ τὸ παλιόσπιτον τοῦ γερο-Παγούρη μὲ τὴν τοιχογυρισμένην αὐλήν, εὑρίσκετο ἀπέναντι εἰς τὸ σπίτι τοῦ Χατζῆ Παντελῆ, μὲ τὸν αὐλόγυρον σύρριζα εἰς τὸν βράχον. Κάτω ἔχασκε μέγας κρημνός, μονότονος, προκαλῶν σκοτοδίνην, σημειούμενος ἀπὸ ὀλίγους ἕρποντας θάμνους ἐδῶ κ’ ἐκεῖ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐφαίνοντο εἰς τὸ σκότος τῆς νυκτὸς ἐκείνης ὡς νὰ ἦσαν κακοποιοὶ ψηλαφῶντες καὶ ἀναρριχώμενοι ἢ καὶ σκαλικάντζαροι ἐλλοχεύοντες καὶ καραδοκοῦντες ὣς νὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ εἰσβάλουν εἰς τὰς οἰκίας διὰ τῶν καπνοδόχων. Τὸ κῦμα ὑποκώφως ἐφλοίσβιζεν εἰς τὰ κράσπεδα τοῦ κρημνοῦ, καὶ ἀκούραστος βορρᾶς φυσῶν ἀπὸ προχθές, μαλακώσας τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐξήπλωνε τὲς ἀποθαλασσιές του ἕως τὸν μεσημβρινὸν τοῦτον μικρὸν λιμένα, ὁ παγκρατὴς χιονόμαλλος βασιλεὺς τοῦ χειμῶνος.

Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τοῦ δρόμου, ἀριστερὰ εἰς τὸν ἀνερχόμενον, δίπλα εἰς τὸ σπίτι τοῦ γερο-Παγούρη, καὶ ἀντικρύζουσα μὲ τὸ τοῦ Χατζῆ Παντελῆ, ὑψοῦτο ἀτελείωτος οἰκοδομή, μὲ τέσσαρας τοίχους ὀρθοὺς μέχρι τοῦ πατώματος, μὲ τὰς ξυλώσεις χασκούσας ἕως τῆς ὀροφῆς, μὲ τὴν στέγην καταρρέουσαν, μὲ φαιοὺς καὶ φθειρομένους τοὺς τοίχους, τὴν ὁποίαν ἡ ἐγκατάλειψις, ὁ ἄνεμος καὶ ἡ βροχὴ εἶχον καταστήσει ἐρείπιον καὶ χάλασμα. Τὰ παιδία, ὅσα κατήρχοντο τὴν μεσημβρίαν ἀπὸ τὸ ἓν σχολεῖον καὶ ὅσα ἀνήρχοντο τὴν ἑσπέραν ἀπὸ τὸ ἄλλο, διὰ νὰ ἀφήσωσι τὰ βιβλία εἰς τὴν οἰκίαν, κλέψωσι τεμάχιον ἄρτου ἀπὸ τὸ ἑρμάριον καὶ τρέξωσιν ἀκράτητα διὰ νὰ παίξωσιν εἰς τὸν αἰγιαλόν, τῆς ἔρριπτον ἀφθόνους πέτρας, διὰ νὰ τὴν ἐκδικηθῶσι τὴν ἡμέραν δι’ ὅσον τρόμον τοὺς ἐπροξένει τὴν νύκτα, ὅταν ἐτύχαινε νὰ περάσωσιν. Οἱ παπάδες, ὅταν ἐπέστρεφαν τὴν παραμονὴν τῶν Φώτων ἐν σώματι ἀπὸ τὴν οἰκίαν τοῦ δημάρχου, μὲ τοὺς σταυροὺς καὶ τὰς φωτιστήρας των, ἁγιάζοντες οἰκίας, δρόμους καὶ μαγαζειά, καὶ διώκοντες τοὺς σκαλικαντζάρους, ἐλησμόνουν νὰ ρίψωσι μικρὰν σταγόνα ἁγιασμοῦ καὶ εἰς τὴν ἄτυχην ἐγκαταλελειμμένην οἰκίαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε χαρῆ ὁ οἰκοκύρης ὅστις τὴν ἔκτισε, καὶ ἥτις δὲν εἶχεν ἀξιωθῆ ν’ ἀπολαύσῃ τὴν οἰκοκυράν της. Τοιαύτη οἰκία ἑπόμενον ἦτο νὰ γίνῃ κατοικητήριον τῶν φαντασμάτων, ἄσυλον ἴσως τῶν βρυκολάκων, καὶ ἴσως ὁρμητήριον καὶ τόπος συγκεντρώσεως τῶν τυράννων τῆς ὥρας ταύτης, τῶν σκαλικαντζάρων.


Δὲν εἶχεν ἀξιωθῆ ν’ ἀπολαύσῃ τὴν οἰκοκυράν της. Ὁ καπετὰν Γιαννάκος ὁ Συρμαής, ἀνὴρ αἰσθηματικὸς καὶ γενναῖος, «μερακλὴς» ὅσον κανεὶς ἄλλος ἐκ τῶν συγχρόνων του, εἶχεν ἐρωτευθῆ ποτε εἰς τὸ Σταυροδρόμι τὴν Κοκκώνα-Ἀννίκαν, ὡραίαν, ὑψηλήν, μὲ χρυσόξανθα μαλλιά, λευκὴν καὶ μὲ χαρακτῆρας λεπτοτάτους, μὲ βλέμμα τὸ ὁποῖον κάτι ἔλεγε στὴν καρδιά. Ὁ πλοίαρχος ἠρραβωνίσθη ἐν τῇ Βασιλευούσῃ, καὶ κατῆλθε μὲ τὸ καράβι εἰς τὴν πατρίδα, ὅπου παρήγγειλε νὰ τοῦ κτίσουν, μὲ σχέδιον κομψὸν καὶ ἀσύνηθες ἕως τότε εἰς τὴν πολίχνην, τὴν μικρὰν ὡραίαν οἰκίαν, σκοπεύων μὲ τὸ πρῶτον ταξίδιον νὰ φέρῃ ἔπιπλα ἀπὸ τὴν Βενετίαν, διὰ νὰ εὐτρεπίσῃ, νὰ στολίσῃ τὴν νεόκτιστον οἰκίαν καὶ τὴν κάμῃ ἀξίαν τῆς ἁβρᾶς Κοκκώνας, τὴν ὁποίαν ἐμελέτα νὰ φέρῃ ἀπὸ τὴν Πόλιν. Ἀλλ’ ἡ οἰκία δὲν ἔμελλε νὰ τελειώσῃ καὶ ἡ Κοκκώνα δὲν ἔμελλε νὰ κατέλθῃ. Ἡ Κοκκώνα, ὀκτὼ μῆνας μετὰ τὴν μνηστείαν, ἀπέθνησκε φθισικὴ εἰς τὸ Σταυροδρόμι, καὶ ἡ οἰκία ἔμεινεν ἀτελείωτη, ἔρημη καὶ ἄχαρη, ἀνὰ τὸν λιθόστρωτον ἀνηφορικὸν δρόμον, σιμὰ εἰς τὸν κρημνώδη βράχον. Ὡς ἀόρατος δὲ ἐπιγραφὴ ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς καταρρεούσης οἰκίας, ὡς ἀόριστος τραγικὴ εἰρωνεία ἐπὶ τῆς τύχης της, ἔμενε τὸ ὄνομα «τῆς Κοκκώνας τὸ Σπίτι».

Μνημούρια τοῦ Φερίκ-κιοϊ κι ὁλόρθα κυπαρίσσα…
Ἔχασα τὴν ἀγάπη μου καὶ λαχταρῶ περίσσα.


Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 185… δύο παιδία κατήρχοντο μὲ ζωηρὰ βήματα τὸ λιθόστρωτον καὶ οἱ πόδες των, ἀσυνήθιστοι εἰς τὰ πέδιλα τὰ ὁποῖα εἶχον φορέσει ἴσως ἐκτάκτως τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, ἔκαμνον μέγαν κρότον ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ ἐδάφους. Ἀμφότεροι ἐκράτουν ἐλαφρὰς ράβδους. Ὁ εἷς ἐκράτει φανὸν μὲ τὴν ἄλλην χεῖρα. Ἦτο ἑβδόμη ὥρα. Νὺξ ἀστροφεγγὴς καὶ ψυχρά. Σφοδρὸς ἄνεμος κατήρχετο παγετώδης ἀπὸ τὰ χιονισμένα βουνά. Ὁ ἄνεμος ἔκαμνε τὰ σφικτοκλεισμένα παράθυρα καὶ τὰς κλειδομανδαλωμένας θύρας νὰ στενάζωσιν ὑπὸ τὴν ψυχρὰν πνοήν του. Τὰ παιδία ἐμάλωναν ὡς δύο γνήσιοι φίλοι.

― Ἐγὼ εἶδα π’ σὄδωκε ἕνα εἰκοσιπενταράκι, βρὲ Ἀγγελή, ἔλεγε τὸ ἕν.

― Ὄχι, μὰ τὸ θεριό, ἔλεγε τὸ ἄλλο· μιὰ πεντάρα μὄδωκε. Νά τηνε.

Καὶ ἐδείκνυε μεταξὺ τῶν δακτύλων του μίαν πεντάραν.

― Ὄχι, ἐπέμενε τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἐκράτει τὸ φανάριον. Τὸ εἶδα ἐγὼ ποὺ ἦταν εἰκοσιπενταράκι· δὲ μὲ γελᾷς.

― Ὄχι, μὰ τὴν παναγίδα, βρὲ Νάσο. Μιὰ πεντάρα, σοῦ λέω.

― Μ’ ἀφήνεις νὰ σὲ ψάξω;

― Θὰ σ’ πέσῃ τὸ φανάρι.

Διὰ μιᾶς ὁ Νάσος ἄφησε τὸ φανάρι καταγῆς καὶ ἡτοιμάζετο νὰ ψάξῃ τὸν Ἀγγελήν. Εἶχον λάβει τὸ μέτρον, ἐπειδὴ δὲν ἐνεπιστεύοντο ἀλλήλους (ἦσαν δεκαετεῖς τὴν ἡλικίαν), εὐθὺς ἅμα κατήρχοντο ἀπὸ ἑκάστην τῶν οἰκιῶν, ὅπου ἀνέβαινον κ’ ἐτραγουδοῦσαν τὰ Χριστούγεννα, νὰ κάμνωσιν εὐθὺς μερίδιον πεντάρα καὶ πεντάρα καὶ κανεὶς ἐκ τῶν δύο νὰ μὴν εἶναι κάσσα μέχρι τέλους τῆς ἐπιχειρήσεως. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν φορὰν ὁ Νάσος εἶχεν ὑποπτευθῆ τὸν Ἀγγελήν.

Ἐν τῇ θέρμῃ τῆς λογομαχίας των, εἶχον λησμονήσει ὅτι ἔφθασαν ἤδη εἰς τὸ στενὸν τοῦ λιθοστρώτου, τοῦ ἄγοντος εἰς τὴν ἐπάνω συνοικίαν, καὶ εὑρίσκοντο ὑποκάτω εἰς τὸ σπίτι τῆς Κοκκώνας, ὅπου ἔβγαιναν φαντάσματα. Ἐκεῖ εἶχον σταματήσει καὶ ὁ Νάσος ἤρχισε νὰ ψάχνῃ τὸν Ἀγγελήν.

Ὁ Ἀγγελής, ἐνόσῳ ὁ ἄλλος ἠρεύνα τὰ θυλάκια τῆς περισκελίδος του, ἵστατο ἀδιάφορος, ἀλλ’ ἅμα ἡ χεὶρ ἀνῆλθε καὶ ἤρχισε νὰ ψαύῃ τὸν κόλπον, ἔπιασεν ὁ ἴδιος τὸ γελέκον του ἀριστερὰ πρὸς τὴν μέσην, καὶ τὸ ἔσφιγγε μὲ ὅλην τὴν δύναμίν του, ἐμποδίζων τὴν χεῖρα τοῦ φίλου του νὰ φθάσῃ ἕως ἐκεῖ.

― Δὲν μ’ ἀφήνεις νὰ σὲ ψάξω!

― Ἄφησέ με! δὲν ἔχω τίποτε.

― Εἶσαι ψεύτης!

Ὁ Ἀγγελὴς ὕψωσε ἀπειλητικὴν χεῖρα.

― Εἶσαι ψεύτης καὶ κλέφτης!

Ἐλαφρὸς κόλαφος ἠκούσθη, καὶ συγχρόνως φωνὴ παραδόξου ὄντος μελανοῦ τὴν ὄψιν, μὲ μαλλιὰ ἀνατσουτσουρωμένα, μὲ ἀλλόκοτα ράκη ὡς ἐνδυμασίαν, ἀντήχησε:

― Τί μαλώνετε, βρέ;


Τὰ δύο παιδία ἀφῆκαν συγχρόνως διπλῆν πεπνιγμένην κραυγὴν καὶ ἐδοκίμασαν νὰ τραπῶσιν εἰς φυγήν, ἀφήνοντα τὸ φανάριον καταγῆς. Ἀλλὰ τὸ παράδοξον ὂν μὲ τὸν πόδα ἀνέτρεψε τὸ φανάριον, τὸ ὁποῖον ἔσβησεν εὐθύς, καὶ μὲ τὰς δύο χεῖρας συνέλαβεν ἀπὸ τοὺς βραχίονας τὰ δύο τρέμοντα παιδία.

― Ποιὸς εἶναι κάσσα, βρέ;

Τὰ δύο παιδία ἤσπαιρον κ’ ἐδοκίμαζαν νὰ φύγουν.

― Μὴ φοβᾶστε, δὲ σᾶς τρώω. Δῶστε μου τοὺς παράδες σας, γιὰ νὰ μὴ μαλώσετε καὶ σκοτωθῆτε. Καλὰ ποὺ βρέθηκα ἐδῶ καὶ σᾶς γλύτωσα.

Ἔψαξε τὲς τσέπες τῶν δύο παιδίων, καὶ συγχρόνως τὰ ἔσυρε πρὸς τὴν θύραν τοῦ ἰσογείου τῆς κατηρειπωμένης οἰκίας ὁπόθεν εἶχεν ἐξέλθει, ὡς φαίνεται, τὸ παράδοξον ὄν. Ἐκεῖ ἔβαλε τὸν Νάσον ὑπὸ κράτησιν ὄπισθεν τῆς θύρας, ὠχύρωσε τὸ ἄνοιγμα μὲ τὸ ἴδιον σῶμά του καὶ ἔψαξεν ἐν ἀνέσει τὸν Ἀγγελήν. Εὗρε δεκαπέντε ἢ εἴκοσι πεντάρες καὶ δεκάρες εἰς τὰ θυλάκια. Εἶτα ἔψαξε τὸν Νάσον, εὗρεν ἄλλα τόσα καὶ εἰς αὐτοῦ τὸ θυλάκιον. Ἀκολούθως ἀπέπεμψε τὰ δύο παιδία.

― Πηγαίνετε τώρα, καὶ μὴ φοβᾶσθε. Ἄλλη φορὰ νὰ μὴ μαλώνετε.


Ὁ Γιάννης ὁ Παλούκας δὲν εἶχε πῶς νὰ μεθύσῃ καὶ πῶς νὰ ἑορτάσῃ τὰ Χριστούγεννα, ἐκείνην τὴν χρονιά. Ἦτο συνήθως ἄεργος, καὶ οἱ τεμπέλικες μικροδουλειές, τὰς ὁποίας ἐξετέλει κάποτε, πότε κουβαλῶν νερὸ μὲ τὴν στάμναν εἰς τὰς οἰκίας, πότε ὑπηρετῶν τοὺς κηπουρούς, τοὺς ἁλωνιστὰς καὶ τοὺς ἐργάτας τῶν ἐλαιοτριβείων, πότε βοηθῶν τοὺς γριπάρηδες εἰς τὴν ἀνέλκυσιν τοῦ μακροῦ ἀτελειώτου γρίπου ἐπὶ τῆς μεγάλης ἄμμου εἰς τὸν αἰγιαλόν, δὲν τὸν εἶχαν «σηκώσει» κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο. Τί νὰ κάμῃ; Πῶς νὰ περάσῃ, τέτοια χρονιάρα μέρα; Τί ἐσοφίσθη;

Τῆς Κοκκώνας τὸ σπίτι, τὸ ὁποῖον ἐφοβοῦντο τὰ παιδία τῆς πολίχνης, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἁγίαζαν οἱ παπάδες ὅταν κατήρχοντο ἀπὸ τὴν ἄνω συνοικίαν μὲ τοὺς σταυρούς, ἦτο κατάλληλος σταθμὸς διὰ νὰ κρυβῇ κανεὶς καὶ νὰ περάσῃ ὡς σκαλικάντζαρος, ἐπειδὴ τὸ ἐκαλοῦσαν οἱ μέρες, ἀφοῦ μάλιστα χάριν τῶν ἡμερῶν αὐτῶν θὰ τὸ ἔκαμνε καὶ ὁ Παλούκας. Ἀπ’ ἐκεῖ θὰ ἐπερνοῦσαν ὅλα τὰ παιδία τῆς κάτω ἐνορίας, δηλαδὴ τὰ δύο τρίτα τῶν παιδιῶν τοῦ χωριοῦ, εἰς τὸ γύρισμά των ἀπὸ τὴν ἐπάνω ἐνορίαν, ὅτε θὰ εἶχαν ἱκανὰ κέρματα εἰς τὰ θυλάκιά των. Ὁ Παλούκας δὲν ἐσκέφθη περισσότερον.

Ἔλαβε παλαιὸν σιδηροῦν τηγάνιον, ἐμουντζουρώθη ὅλος εἰς τὸ πρόσωπον ― μετέθεσε, τὸ ἐπ’ αὐτῷ, δύο μῆνας πρωιμώτερα τὴν Ἀποκριάν ― ἐφόρεσε παλαιὰ ράκη τὰ ὁποῖα ἐπρομηθεύθη κάπου, καὶ ἀπελθών, ἅμα ἐνύκτωσεν, ἐξεκάρφωσεν ἀθορύβως τὰς παλαιὰς σανίδας, τὰς σχηματιζούσας χιαστὶ πρόχειρον φραγμὸν εἰς τὸ ἰσόγειον τῆς ἐρήμου οἰκίας τῆς Κοκκώνας, καὶ ἐχώθη μέσα. Μίαν ὥραν ὕστερον κατῆλθε διὰ τοῦ λιθοστρώτου, ἡ πρώτη συνωρὶς τῶν ᾀδόντων παιδίων, ὁ Νάσος καὶ ὁ Ἀγγελής. Εἴδομεν πῶς ἦλθαν βολικὰ τὰ πράγματα, καὶ πῶς ὁ Παλούκας κατώρθωσε μάλιστα νὰ περάσῃ ὡς εἰρηνευτὴς μεταξὺ τῶν παιδίων ποὺ ἐμάλωναν.

Ἀφοῦ ὁ Νάσος καὶ ὁ Ἀγγελὴς ἐτράπησαν εἰς φυγήν, αἰσθανόμενοι φεῦγον τὸ ἔδαφος ὑπὸ τοὺς πόδας των, κατῆλθον ἄλλα παιδία, εἶτα ἄλλα. Ὁ Παλούκας ἤκουε μακρόθεν τὸν κρότον τῶν βημάτων των, τὰς εὐθύμους φωνάς των, καὶ ἐψιθύριζε:

― Μᾶς ἔρχεται ἄλλη ζυγιά.

Ἡ τελευταία ζυγιὰ ἥτις κατῆλθε, συνίστατο ἀπὸ τὸν Στάμον καὶ ἀπὸ τὸν Ἀργύρην, δύο φρονίμους παῖδας. Οὗτοι δὲν ἐμάλωναν, ἀλλ’ ἐσχεδίαζαν μεγαλοφώνως τί νὰ τὰ κάμουν τὰ λεπτὰ ἐκεῖνα ποὺ θὰ ἐμάζωναν ἐκείνην τὴν βραδιάν.

― Νὰ φτιάσωμε κ’ ἕνα σκεπαρνάκι, βρέ.

― Νὰ κόψουμε μιὰ λεύκα.

― Νὰ πάρουμε φλαμούρι, νὰ κάμουμε καράβι.

― Νὰ βγάλουμε ἀπὸ τὸν πεῦκο τ’ Ἀλμπάνη τὴν καρίνα καὶ τὰ στραβόξυλα.

― Ἐσὺ θὰ εἶσαι μαραγκός, κ’ ἐγὼ πρωτομάστορας.

― Βρέ! καλῶς τοὺς μαστόρους, ἠκούσθη ἔξαφνα μία φωνή.

Ὁ Παλούκας εἶχεν ἐξορμήσει, τρίτην ἢ τετάρτην φοράν, ἀπὸ τὴν κρύπτην του.

Ὁ Στάμος καὶ ὁ Ἀργύρης ἀφῆκαν πεπνιγμένην κραυγὴν καὶ ἠθέλησαν νὰ φύγουν. Ἀλλ’ ὁ Παλούκας ἐφήρμοσε τὴν μέθοδόν του, καὶ τοὺς ἐλήστευσε.

― Εἶναι ἄλλη ζυγιά; ἠρώτησεν εἶτα.

Τὰ παιδία τὸν ἐκοίταζαν μὲ ἀπλανῆ ὄμματα, ἀπολιθωμένα ἀπὸ τὸν φόβον. Ἀλλ’ ὁ Στάμος, ὅστις ἦτο δωδεκαετὴς καὶ ξυπνητός, ἐνόησεν ἐν τῷ μεταξὺ ὅτι δὲν ἦτο φάντασμα. Ὁ φόβος του ἐμετριάσθη, καὶ μετέδωκε θάρρος καὶ εἰς τὸν Ἀργύρην.

― Εἶναι κι ἄλλη ζυγιά; ἐπανέλαβεν ἀκαταλήπτως ὁ παράδοξος ἄνθρωπος.

― Τί ζυγιά; ἠδυνήθη ν’ ἀρθρώσῃ ὁ Στάμος.

― Εἶναι ἄλλα παιδιὰ νὰ κατεβοῦν, ἀπ’ τὸν ἀπάνω μαχαλά;

― Δὲ ξέρω, εἶπεν ὁ Στάμος.

Τὴν φορὰν ταύτην, ὁ Παλούκας εἶχεν ὀλιγωρήσει νὰ σβήσῃ τὸν φανόν, διότι ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πείρας του ἐπείσθη ὅτι δὲν θὰ τὸν ἀνεγνώριζαν τὰ παιδία. Ἀλλ’ ὁ Στάμος τὸν ἐκοίταξε τόσον καλά, ὥστε «ἐγύριζε μὲς στὸ νοῦ του» ὅτι κάποιος ἦτον καὶ δὲν ἀπεῖχε πολὺ τοῦ νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ.

― Πέστε μου, βρέ, ἂν εἶναι κι ἄλλη ζυγιά, ἐπέμεινεν ὁ Παλούκας.

― Δὲ ξέρουμε, ἐπανέλαβεν ὁ Στάμος.

Τέλος ὁ Παλούκας ἀφῆκε τὰ παιδία ἐλεύθερα.


Παρῆλθον δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας, καὶ γενναῖον πετροβόλημα ἤρχισε νὰ δέρνῃ τὴν στέγην, τὰς ξυλώσεις, καὶ τὰς δοκοὺς τοῦ ἀφατνώτου πατώματος τῆς ἐρήμου οἰκίας. Πολλοὶ λίθοι, μὲ ὑπόκωφον δοῦπον, διερχόμενοι διὰ τῶν δοκῶν, καὶ ἄλλοι διὰ τῆς θύρας ἔπιπτον εἰς τὸ ἔδαφος τοῦ ἰσογείου.

Στράτευμα παιδίων εἶχεν ἐξορμήσει ἀπὸ τὸ προαύλιον τοῦ ναοῦ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τριακόσια ἢ τετρακόσια βήματα ἀπέχοντος, καὶ ἐξετέλει φοβερὰν ἔφοδον κατὰ τοῦ ἀσύλου τοῦ Σκαλικαντζάρου.

Τὰ πρῶτα ληστευθέντα παιδία, ὁ Νάσος καὶ ὁ Ἀγγελής, ἀφοῦ ἔφθασαν ἀσθμαίνοντα εἰς τὴν μικρὰν πλατεῖαν τὴν ἔμπροσθεν τοῦ ναοῦ, μὴ ἔχοντα πλέον διὰ τί πρᾶγμα νὰ μαλώσωσιν, ἔκαμαν ἀγάπην. Μετὰ φιλικωτάτην δὲ συζήτησιν ἐκ συμφώνου, ἀπεφάνθησαν ὅτι τὸ παράδοξον ὄν, τὸ ὁποῖον τοὺς ἐπῆρε τὰ λεπτά, ἀφοῦ δὲν τοὺς ἐπῆρε οὔτε τὴν φωνὴν οὔτε τὸν νοῦν των, θὰ εἰπῇ ὅτι δὲν ἦτον φάντασμα, οὔτε βρυκόλακας, καὶ ἀφοῦ δὲν ἐδοκίμασε νὰ τοὺς φάγῃ, θὰ εἰπῇ ὅτι δὲν ἦτον οὔτε σκαλικάντζαρος. Τί ἄλλο θὰ ἦτον λοιπόν; Θὰ ἦτον ἄνθρωπος, χωρὶς ἄλλο.

Ἡ δευτέρα ζυγιὰ τῶν παιδίων ἔφθασε μετ’ οὐ πολύ, εἶτα ἡ τρίτη καὶ ἡ τετάρτη. Ὅλα τὰ ὁμοιοπαθῆ παιδία δὲν ἤργησαν νὰ συνεννοηθῶσιν ὁμοῦ. Τέλος ὁ Στάμος, ὅστις ἦλθε τελευταῖος μετὰ τοῦ Ἀργύρη, ἐπρότεινε καὶ ὅλοι ἐψήφισαν νὰ ἐκτελέσωσι τακτικὴν νυκτερινὴν ἔφοδον κατὰ τῆς οἰκίας.

Ὁ Παλούκας, τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἐδίσταζε, καὶ εἶχεν ἀποφασίσει πλέον ν’ ἀποσυρθῇ ἀφοῦ εἶχε κάμει ἀρκετὴν λείαν, ὅση θὰ ἤρκει διὰ νὰ μεθύσῃ τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων, ὡς καὶ τὴν ἡμέραν τῶν Ἐπιλοχίων, καὶ τὴν τοῦ ἁγίου Στεφάνου ἀκόμη. Ἐνῷ δὲ ἦτο ἕτοιμος νὰ φύγῃ καὶ πάλιν ἔμενεν, ἐπῆλθεν ἡ πρώτη πυκνὴ χάλαζα τῶν λίθων.

― Νά μιὰ ζυγιά! ἐφώναξε φιλέκδικος ὁ Στάμος.

― Νά μιὰ ζυγιά! ἐπανέλαβον ἐν χορῷ τὰ παιδία.

Πέντε δευτερόλεπτα πρότερον ἂν ἀπεφάσιζεν ὁ Παλούκας νὰ φύγῃ, θὰ ἦτο ἤδη ἐκτὸς βολῆς. Δυστυχῶς ἦτο ἀργὰ τώρα.

Ἀπεφάσισε ν’ ἁρπάξῃ μίαν σανίδα καὶ μεταχειριζόμενος αὐτὴν ὡς σπάθην ἅμα καὶ ὡς ἀσπίδα νὰ ἐκτελέσῃ ἔξοδον διασχίζων τὰς τάξεις τοῦ ἐχθροῦ. Ἀλλὰ δευτέρα ραγδαιοτέρα χάλαζα λίθων τὸν ἔκαμε νὰ ὀπισθοδρομήσῃ μὲ δύο πληγὰς εἰς τὴν κνήμην καὶ εἰς τὸν βραχίονα.

― Νά κι ἄλλη ζυγιά! ἐφώναξεν ἀδιάλλακτος ὁ Στάμος.

― Νά κι ἄλλη ζυγιά! ἠλάλαξαν τὰ παιδία.

Ὁ Παλούκας ἐκόλλησεν εἰς τὴν ἐσωτέραν γωνίαν τοῦ ἰσογείου, στηρίξας τὰ νῶτα εἰς τὸν τοῖχον, ζαρωμένος ὑπό τινα δοκὸν τοῦ πατώματος, σύρριζα εἰς τὸν τοῖχον βαλμένην. Ἀλλὰ κ’ ἐκεῖ, μέγας λίθος, κτυπήσας ἐπὶ τοῦ τοίχου, ἐλόξευσε καὶ τὸν ἔπληξε μετὰ μετρίας βίας εἰς τὸν ὦμον.

― Βρέ! ἀπὸ σπόντα, ἐμορμύρισε γελῶν ἀκουσίως ὁ Παλούκας.

Εὐτυχῶς δι’ αὐτόν, οἱ ἐχθροὶ δὲν ἀπεφάσισαν νὰ ἔλθωσιν ἕως τὴν θύραν τοῦ ἰσογείου. Λείψανον φόβου ὑπῆρχεν ἀκόμη, φαίνεται, εἰς τὸ βάθος τοῦ παιδικοῦ θράσους.

Τέλος, ἐπειδὴ ἡ μάχη παρετείνετο, ὁ Παλούκας, μετὰ φρόνιμον σκέψιν, ἀπεφάσισε ν’ ἀναρριχηθῇ εἰς τὸν τοῖχον (ἐγνώριζε ποῦ ὑπῆρχαν ὀπαὶ ἀπὸ τὰ ἰκρία καὶ τὲς ξυλωσιὲς τῆς οἰκοδομῆς) πατῶν ἀπὸ ὀπὴν εἰς ὀπήν. Τὸ ἔκαμε ταχέως καὶ ἐπιτυχῶς, καὶ ἀφοῦ ἔφθασεν εἰς τὸ πάτωμα, ἀόρατος εἰς τὸν ἐχθρὸν ὄπισθεν λειψάνου ξυλοτοίχου, ἀποφασιστικῶς ἐπήδησεν ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, ἐντὸς τοῦ ἐδάφους τῆς αὐλῆς τοῦ γερο-Παγούρη.

Ἦτον ὣς δύο μπόγια ὑψηλά, ὄχι περισσότερον. Διότι τὸ ἔδαφος ἦτο ὑψηλότερον κατὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας σπιθαμὰς ἔσωθεν τοῦ αὐλογύρου.

Ὁ Παλούκας ἔπεσε βαρύς, ἐκτύπησεν εἰς τὸ γόνυ, ἀνετράπη, ἀνωρθώθη, ἔψαυσε τὰ μέλη του, καὶ βεβαιωθεὶς ὅτι δὲν τοῦ εἶχε σπάσει κανὲν κόκκαλον, ἐτράπη εἰς φυγήν, τρέχων πρὸς τὸ ἄλλο μέρος τοῦ αὐλογύρου, ὅπου ἤξευρεν ὅτι ὁ περίβολος ἐκλείετο ἀπὸ ἁπλοῦν φράκτην, συγκοινωνῶν πρὸς τὴν αὐλὴν συγγενικῆς οἰκίας.

Ὁ δοῦπος τῆς πτώσεώς του ἠκούσθη ἐκεῖθεν τοῦ τοίχου τῆς αὐλῆς.

Ὁ Στάμος ἐφώναξε «ἐμπρός!» καὶ δοκιμάσας τὸ μάνδαλον τῆς θύρας τοῦ αὐλογύρου, εἶδεν ὅτι ἡ θύρα ἦτο ἀνοικτή. Εἰσώρμησε πρῶτος καὶ τὰ ἄλλα παιδία τὸν ἠκολούθησαν.

Ἡ φυγὴ τοῦ Παλούκα συνωδεύθη, ἐκτὸς τοῦ δούπου τῆς πτώσεώς του, καὶ ἀπὸ ἄλλον κρότον, κρότον μεταλλικόν. Λεπτὰ τοῦ εἶχαν πέσει ἀπὸ τὴν τσέπην.

Ὁ Παλούκας δὲν ἐγύρισεν ὀπίσω νὰ τὰ μαζέψῃ.

Ὁ Ἀγγελής, ἓν τῶν παιδίων, ἤκουσε ζωηρότατα τὸν μεταλλικὸν κρότον, ἀγροίκησε πολὺ καλὰ τὸ μέρος εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον πέσει τὰ κέρματα, καὶ κύψας καὶ ψηλαφῶν ἤρχισε νὰ τὰ μαζώνῃ μὲ τὴν φούχταν, ἐνῷ τὰ ἄλλα παιδία ἔτρεχαν κατόπιν τοῦ φεύγοντος Παλούκα, ρίπτοντα λίθους καὶ κράζοντα:

― Νά, κι ἄλλη ζυγιά! Νά, κι ἄλλη ζυγιά!


Κρότος παραθύρου ἀνοιγομένου ἠκούσθη ἤδη εἰς τὸν οἰκίσκον τοῦ γερο-Παγούρη, ὅστις ἀκούσας τὴν ἀκατανόητον ἔφοδον, τὴν γενομένην τὴν νύκτα ἐκείνην εἰς τὸν αὐλόγυρόν του, ἤνοιγε τὸ παράθυρον καὶ ἠρώτα ἔκπληκτος:

― Τί εἶναι; Τί τρέχει;… Ποιὸς εἶναι;… Ποιοὶ εἶστε;… Ἔ! δὲν ἀκοῦτε!

Ἐνῷ ὁ Ἀγγελὴς εἶχε μαζέψει ἤδη ὅλα τὰ λεπτὰ ὅσα ηὗρε, καὶ ἔφευγεν ὀπίσω διὰ τῆς μεσημβρινῆς θύρας, καὶ τὰ ἄλλα παιδία πέραν τοῦ βορεινοῦ φράκτου, κατεδίωκον εἰς τὸν βρόντο τὸν Παλούκαν, ὅστις εἶχε γίνει ἄφαντος ἤδη, ἐπαναλαμβάνοντα:

― Νά, κι ἄλλη ζυγιά! Νά, κι ἄλλη ζυγιά!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου