Σελίδες

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΑΥΡΕΣ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΕΣ ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM



Η Ανατολική Ινδία πολιορκούνταν από τον εχθρό, ο οποίος δεν υποχωρούσε αν δεν λάμβανε εξακόσια τάλιρα. Τότε ανακοινώθηκε με το τύμπανο πως όποιος μπορούσε να τα συγκεντρώσει, θα γινόταν

δήμαρχος. Υπήρχε ένας φτωχός ψαράς που ψάρευε στη θάλασσα με τον γιο του, όταν ήρθε ο εχθρός και πήρε τον γιο αιχμάλωτο, δίνοντας στον πατέρα τα εξακόσια τάλιρα γι' αυτόν. Ο πατέρας πήγε και τα έδωσε στους άρχοντες της πόλης· ο εχθρός έφυγε και ο ψαράς έγινε δήμαρχος. Τότε διατάχθηκε πως όποιος δεν τον προσφωνούσε «Κύριο Δήμαρχο», θα οδηγούνταν στην αγχόνη.

Ο γιος δραπέτευσε από τον εχθρό και έφτασε σε ένα ψηλό βουνό, όπου βρισκόταν ένα μεγάλο, μαγεμένο κάστρο. Μπήκε μέσα· όλα ήταν μαύρα. Στην αίθουσα ήρθαν τρεις πριγκίπισσες, ντυμένες εξ ολοκλήρου στα μαύρα, με ελάχιστο λευκό στα πρόσωπά τους. Του είπαν να μη φοβάται, γιατί δεν θα του έκαναν κακό και πως μπορούσε να τις ελευθερώσει. Εκείνος απάντησε πως θα το έκανε ευχαρίστως, αν ήξερε τον τρόπο. Του είπαν ότι για έναν ολόκληρο χρόνο δεν έπρεπε να τους μιλήσει ούτε να τις κοιτάξει· ό,τι κι αν ήθελε να τους πει, αρκούσε να το ζητήσει και, αν μπορούσαν, θα του απαντούσαν.

Αφού έμεινε εκεί για καιρό, είπε πως ήθελε να πάει στον πατέρα του. Του επέτρεψαν να φύγει, δίνοντάς του ένα πουγκί με χρυσάφι και τα ρούχα που φορούσε. Τον προειδοποίησαν όμως: όταν έφτανε, δεν έπρεπε να αποκαλέσει τον πατέρα του «Κύριο Δήμαρχο».

Όταν έφτασε και ο πατέρας τον είδε, τον ρώτησε: «Πώς βρέθηκες εδώ, εσύ, ο γιος ενός φτωχού ψαρά;». Ο γιος απάντησε: «Πατέρα, δεν είμαι πια αυτός που ήμουν». Τότε ο πατέρας εξοργίστηκε γιατί δεν τον αποκάλεσε «Κύριο Δήμαρχο» και τον οδήγησε στην αγχόνη. Στον δρόμο, ο γιος ζήτησε να ψαρέψει για τελευταία φορά. Ρίχνοντας τα δίχτυα, έπιασε ένα μεγάλο ψάρι. Όταν το άνοιξε, βρήκε μέσα ένα κλειδί.

Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ένας άγνωστος και του είπε: «Πάρε το κλειδί και γύρνα στο κάστρο. Οι πριγκίπισσες σε περιμένουν». Ο νεαρός επέστρεψε, άνοιξε την πύλη και βρήκε τις τρεις πριγκίπισσες. Τώρα ήταν ντυμένες στα λευκά και η μαγεία είχε λυθεί. Έζησαν από τότε με ευτυχία και πλούτη.


ΠΟΙΗΜΑ


Στην Ανατολική Ινδία, εχθρός βαρύς ορίζει, εξακόσια τάλιρα ζητά, τον τόπο φοβερίζει. Με τύμπανο αναγγέλλουν: «Όποιος το χρυσό μαζέψει, τον θώκο του δημάρχου με τιμή θα τον γυρέψει». Ένας ψαράς φτωχός εκεί, με τον υγιό στο πλάι, τον γιο του δίνει στον εχθρό, το χρήμα του κρατάει. Την πόλη ελευθέρωσε, δήμαρχος πια λογιέται, μα όποιος δεν τον προσκυνά, στην αγχόνη οδηγιέται.

Ο γιος τη σκλαβιά έσπασε, σε βουνό ψηλό ανεβαίνει, σε κάστρο μαύρο, μαγεμένο, η τύχη τον πηγαίνει. Εκεί τρεις κόρες μαύρες, με πρόσωπα χλωμά, τον παρακάλιασαν θερμά, με λόγια ταπεινά: «Μη μας φοβάσαι, ξένε, τη λύτρωση αν ζητάς, έναν χρόνο μη μας βλέπεις και καθόλου μη μιλάς». Εκείνος δέχτηκε σιωπή, μα ο νόστος τον ορίζει, και πίσω στον πατέρα του, με πλούτη πια γυρίζει.

«Μη σε πουν Δήμαρχο!» οι κόρες τον ορκίζουν, μα οι δικοί του άνθρωποι, το δίκιο δεν γνωρίζουν. Ο πατέρας τον εχλεύασε: «Ψαρά γιο σε λογιάζω», κι ο γιος σιωπά στον τίτλο του: «Τον πατέρα μου κοιτάζω». Στην αγχόνη τον πηγαίνουν, μα ζητά μια χάρη ακόμα, τα δίχτυα του να ρίξει, πριν τον σκεπάσει το χώμα. Ένα κλειδί μες στο ψάρι, η μοίρα το έχει ορίσει, κι ένας άγνωστος τον προστάζει, στο κάστρο να βαδίσει.

Πίσω γυρνά ο νεαρός, την πύλη την ανοίγει, η μαύρη η κατάρα πια, από τις κόρες φύγει. Στα λευκά ντυμένες τώρα, το φως τις πλημμυρίζει, κι η ευτυχία στο παλάτι, παντοτινά ανθίζει.






ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σε ένα πολιορκημένο κάστρο, ένας νεαρός ψαράς κατέληξε να αναζητά καταφύγιο. Εκεί συνάντησε τρεις πριγκίπισσες ντυμένες στα μαύρα από την κορυφή ως τα νύχια, οι οποίες του εξήγησαν πως ήταν θύματα μιας σκοτεινής κατάρας. Το κάστρο και οι ίδιες θα ελευθερώνονταν μόνο αν εκείνος παρέμενε σιωπηλός και ακίνητος για τρεις συνεχόμενες νύχτες μέσα στη μεγάλη αίθουσα, ανεξάρτητα από το τι θα έβλεπε ή θα ένιωθε.

Την πρώτη νύχτα, σκοτεινές μορφές και φαντάσματα τον βασάνισαν, αλλά εκείνος δεν έβγαλε άχνα. Το πρωί, οι πριγκίπισσες εμφανίστηκαν και τα πόδια τους είχαν γίνει λευκά. Τη δεύτερη νύχτα, τα μαρτύρια έγιναν πιο έντονα, όμως η σιωπή του παρέμεινε αλώβητη. Το επόμενο πρωί, οι πριγκίπισσες ήταν λευκές μέχρι τη μέση.

Την τρίτη νύχτα όμως, ο φόβος και η οδύνη ξεπέρασαν τις ανθρώπινες αντοχές. Μια φωνή που έμοιαζε με της μητέρας του τον κάλεσε σε βοήθεια, και ο νεαρός ψαράς ψιθύρισε μια λέξη. Αμέσως, ένας τρομακτικός θόρυβος συγκλόνισε το κάστρο. Οι τρεις πριγκίπισσες εμφανίστηκαν πάλι στα μαύρα, θρηνώντας: «Τώρα πρέπει να περιμένουμε άλλους εκατό αιώνες!». Ο νεαρός εκδιώχθηκε από το κάστρο, κουβαλώντας για πάντα το βάρος της αποτυχίας του, υπενθυμίζοντας πως η σωτηρία απαιτεί μια πειθαρχία που συχνά υπερβαίνει τη θνητή φύση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου