Σε μια εποχή παλιά, τότε που οι ευχές είχαν ακόμα τη δύναμη να πραγματοποιούνται, ζούσε ένας Βασιλιάς που οι κόρες του ήταν όλες πανέμορφες. Η νεότερη όμως ήταν τόσο όμορφη, που ακόμα και ο
ήλιος έμενε έκθαμπτος κάθε φορά που φώτιζε το πρόσωπό της. Κοντά στο παλάτι του Βασιλιά υπήρχε ένα μεγάλο, σκοτεινό δάσος, και μέσα στο δάσος, κάτω από μια παλιά φλαμουριά, βρισκόταν ένα πηγάδι.Μια μέρα που η ζέστη ήταν ανυπόφορη, η νεότερη πριγκίπισσα βγήκε στο δάσος και κάθισε στην άκρη του πηγαδιού. Κρατούσε στα χέρια της μια χρυσή σφαίρα, το αγαπημένο της παιχνίδι. Την πετούσε ψηλά και την έπιανε, μέχρι που σε μια στιγμή, η σφαίρα γλίστρησε από τα δάχτυλά της, χτύπησε στο έδαφος και κατέληξε μέσα στο νερό. Το πηγάδι ήταν τόσο βαθύ που ο πάτος του δεν φαινόταν. Η πριγκίπισσα άρχισε να κλαίει απαρηγόρητα.
«Αλίμονο!» φώναξε. «Θα έδινα τα μεταξωτά μου ρούχα, τα κοσμήματά μου, ακόμα και το χρυσό μου στέμμα για να πάρω πίσω τη σφαίρα μου!»
Τότε, μια φωνή ακούστηκε από το νερό: «Γιατί θρηνείς έτσι, βασιλοπούλα; Τα κλάματά σου θα συγκινούσαν ακόμα και μια πέτρα». Η πριγκίπισσα κοίταξε γύρω της και είδε έναν βάτραχο να βγάζει το χοντρό, άσχημο κεφάλι του από το νερό. «Α, εσύ είσαι, παλιόβατραχε;» είπε εκείνη. «Κλαίω για τη χρυσή μου σφαίρα που έπεσε στο πηγάδι».
«Μην κλαις», απάντησε ο βάτραχος. «Μπορώ να σε βοηθήσω. Αλλά τι θα μου δώσεις αν σου φέρω το παιχνίδι σου;» «Ό,τι επιθυμείς, καλέ μου βάτραχε!» είπε η πριγκίπισσα βιαστικά. «Δεν θέλω τα πλούτη σου», είπε ο βάτραχος. «Θέλω να με αγαπήσεις, να γίνω ο σύντροφός σου στο παιχνίδι, να κάθομαι δίπλα σου στο τραπέζι, να τρώω από το χρυσό σου πιάτο, να πίνω από το ποτήρι σου και να κοιμάμαι στο κρεβάτι σου. Αν μου το υποσχεθείς, θα βουτήξω αμέσως».
«Στο υπόσχομαι!» φώναξε η πριγκίπισσα, σκεπτόμενη όμως μέσα της: «Τι ανοησίες λέει αυτός ο βάτραχος; Ας μείνει στο νερό με τους όμοιούς του, δεν θα γίνει ποτέ σύντροφος ανθρώπου».
Ο βάτραχος βούτηξε, έφτασε στον πάτο και μετά από λίγο βγήκε στην επιφάνεια κρατώντας τη σφαίρα. Μόλις την άφησε στο χορτάρι, η πριγκίπισσα την άρπαξε και άρχισε να τρέχει προς το παλάτι χωρίς να κοιτάξει πίσω. «Περίμενε, πριγκίπισσα!» φώναζε ο βάτραχος. «Πάρε με μαζί σου, δεν μπορώ να τρέξω τόσο γρήγορα!» Εκείνη όμως δεν τον άκουγε.
Την επόμενη μέρα, ενώ η πριγκίπισσα έτρωγε στο τραπέζι με τον Βασιλιά, ακούστηκε ένας θόρυβος στις σκάλες: πλατς, πλουτς, πλατς, πλουτς. Κάτι ανέβαινε τα μαρμάρινα σκαλιά και χτύπησε την πόρτα. «Βασιλοπούλα, η μικρότερη, άνοιξέ μου!»
Η πριγκίπισσα άνοιξε και μόλις είδε τον βάτραχο, έκλεισε την πόρτα με δύναμη, χλωμή από τον φόβο. Ο Βασιλιάς παρατήρησε την ταραχή της. «Παιδί μου, τι σε τρόμαξε; Μήπως ένας γίγαντας είναι στην πόρτα;» «Όχι, πατέρα», απάντησε εκείνη. «Είναι ένας σιχαμερός βάτραχος. Χθες μου έβγαλε τη σφαίρα από το πηγάδι και του υποσχέθηκα πως θα γίνει σύντροφός μου, αλλά δεν πίστευα ποτέ πως θα μπορούσε να βγει από το νερό».
Εκείνη τη στιγμή ο βάτραχος ξαναχτύπησε: «Βασιλοπούλα, η μικρότερη, άνοιξε την πόρτα, θυμήσου τι μου υποσχέθηκες, κοντά στο κρύο το πηγάδι!»
Τότε ο Βασιλιάς είπε σοβαρά: «Αυτό που υποσχέθηκες, πρέπει να το τηρήσεις. Πήγαινε και άνοιξε».
Η πριγκίπισσα άνοιξε την πόρτα και ο βάτραχος πήδηξε μέσα, ακολουθώντας την μέχρι την καρέκλα της. «Σήκωσέ με κοντά σου στο τραπέζι», ζήτησε ο βάτραχος. Εκείνη δίσταζε, μέχρι που ο Βασιλιάς την πρόσταξε να το κάνει. Ο βάτραχος έφαγε με όρεξη από το χρυσό πιάτο, αλλά η πριγκίπισσα ένιωθε κάθε μπουκιά να της κάθεται στο λαιμό. «Χόρτασα τώρα», είπε ο βάτραχος. «Είμαι κουρασμένος. Πήγαινέ με στο δωμάτιό σου, στρώσε το μεταξωτό σου κρεβάτι για να κοιμηθούμε».
Η πριγκίπισσα άρχισε να κλαίει. Φοβόταν το κρύο σώμα του βάτραχου. Όμως ο Βασιλιάς θύμωσε: «Δεν επιτρέπεται να περιφρονείς εκείνον που σε βοήθησε όταν είχες ανάγκη». Τον πήρε λοιπόν με δύο δάχτυλα και τον ανέβασε στο δωμάτιο. Τον άφησε σε μια γωνία, αλλά ο βάτραχος σύρθηκε κοντά της. «Είμαι κουρασμένος όσο κι εσύ», είπε. «Σήκωσέ με στο κρεβάτι ή θα το πω στον πατέρα σου».
Τότε η πριγκίπισσα εξοργίστηκε. Τον άρπαξε και τον πέταξε με όλη της τη δύναμη στον τοίχο. «Τώρα θα ησυχάσεις, σιχαμερέ βάτραχε!»
Όμως, καθώς έπεφτε στο πάτωμα, δεν ήταν πια βάτραχος. Στη θέση του στεκόταν ένας Πρίγκιπας με πανέμορφα, ευγενικά μάτια. Της εξήγησε πως μια κακιά μάγισσα τον είχε μεταμορφώσει και πως εκείνη ήταν η μόνη που μπορούσε να λύσει τα μάγια.
Το επόμενο πρωί, μια πολυτελής άμαξα έφτασε στο παλάτι. Την έσερναν οκτώ λευκά άλογα με χρυσές αλυσίδες. Πίσω από την άμαξα στεκόταν ο υπηρέτης του Πρίγκιπα, ο πιστός Χάινριχ.
Ο Χάινριχ είχε πονέσει τόσο πολύ όταν ο κύριός του έγινε βάτραχος, που είχε δέσει την καρδιά του με τρεις σιδερένιες λωρίδες για να μην σπάσει από τη λύπη. Καθώς ο Πρίγκιπας και η Πριγκίπισσα ανέβηκαν στην άμαξα για να πάνε στο δικό τους βασίλειο, ακούστηκε ένας δυνατός κρότος από πίσω. «Χάινριχ, σπάει η άμαξα;» ρώτησε ο Πρίγκιπας. «Όχι, Κύριε», απάντησε ο πιστός υπηρέτης. «Είναι η σιδερένια λωρίδα της καρδιάς μου που σπάει, γιατί η θλίψη έφυγε και η χαρά επέστρεψε».
Άλλος ένας κρότος ακούστηκε, και μετά ένας τρίτος, καθώς οι σιδερένιες λωρίδες έσπαγαν μία-μία, αφήνοντας την καρδιά του Χάινριχ ελεύθερη να νιώσει την ευτυχία του κυρίου του. Έζησαν όλοι μαζί με δόξα και τιμή για πολλά, πολλά χρόνια
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΒΑΤΡΑΧΟΣ Ή Ο ΠΙΣΤΟΣ ΧΑΙΝΡΙΧ
ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM
Σε περασμένους χρόνους, όταν οι ευχές είχαν ακόμη τη δύναμη να αλλάζουν τη μοίρα, ζούσε ένας βασιλιάς που οι κόρες του ήταν όλες πανέμορφες. Η μικρότερη, όμως, ήταν τόσο εκθαμβωτική, που ακόμη και ο ήλιος, που έχει δει τα πάντα, έμενε έκπληκτος κάθε φορά που το φως του έπεφτε πάνω στο πρόσωπό της. Κοντά στο παλάτι του βασιλιά εκτεινόταν ένα δάσος σκοτεινό και βαθύ, και κάτω από μια γέρικη φλαμουριά υπήρχε ένα πηγάδι με κρύο, διαυγές νερό.
Τις ώρες που ο καύσωνας βάραινε την ατμόσφαιρα, η βασιλοπούλα κατέφευγε στο δάσος και καθόταν στην άκρη του πηγαδιού. Το αγαπημένο της παιχνίδι ήταν μια χρυσή σφαίρα, την οποία πετούσε ψηλά και την έπιανε ξανά. Όμως, μια φορά, η σφαίρα δεν επέστρεψε στα χέρια της, αλλά χτύπησε στο έδαφος, κύλησε και χάθηκε μέσα στα μαύρα βάθη του νερού. Η πριγκίπισσα άρχισε να κλαίει με λυγμούς, νιώθοντας πως έχασε τον πολυτιμότερο θησαυρό της.
Τότε, μια φωνή ακούστηκε μέσα από το πηγάδι: «Γιατί θρηνείς έτσι, βασιλοπούλα;». Κοίταξε γύρω της και είδε έναν βάτραχο να βγάζει το άσχημο κεφάλι του από το νερό. Εκείνη του εξήγησε τη συμφορά της. «Μην κλαις», αποκρίθηκε ο βάτραχος. «Μπορώ να σου φέρω τη σφαίρα σου, αλλά τι θα μου δώσεις ως αντάλλαγμα;».
«Ό,τι επιθυμείς, καλέ μου βάτραχε», είπε εκείνη βιαστικά. «Τα ρούχα μου, τα μαργαριτάρια μου, ακόμα και το χρυσό μου στέμμα».
Όμως ο βάτραχος δεν ζητούσε πλούτη. «Δεν θέλω τα κοσμήματά σου. Θέλω να με αγαπήσεις, να γίνω ο σύντροφός σου στο παιχνίδι, να κάθομαι δίπλα σου στο τραπέζι, να τρώω από το χρυσό σου πιάτο, να πίνω από το ποτήρι σου και να κοιμάμαι στο κρεβάτι σου. Αν μου το υποσχεθείς αυτό, θα καταδυθώ και θα σου φέρω τη χρυσή σφαίρα».
Η πριγκίπισσα υποσχέθηκε τα πάντα, σκεπτόμενη κρυφά πως ένας βάτραχος ανήκει στο νερό και δεν θα μπορούσε ποτέ να σταθεί πλάι σε έναν άνθρωπο. Ο βάτραχος έφερε τη σφαίρα, και εκείνη, μόλις την πήρε, έτρεξε πίσω στο παλάτι χωρίς να του ρίξει ούτε μια ματιά.
Την επομένη, ενώ η βασιλική οικογένεια δειπνούσε, ακούστηκε ένας παράξενος ήχος στα μαρμάρινα σκαλιά: πλατς, πλατς, πλατς. Μια φωνή φώναξε: «Βασιλοπούλα, μικρότερη κόρη, άνοιξέ μου την πόρτα!». Όταν εκείνη είδε τον βάτραχο, έκλεισε την πόρτα έντρομη. Ο βασιλιάς, παρατηρώντας την αναστάτωσή της, την ανάγκασε να του διηγηθεί την αλήθεια.
«Αυτό που υποσχέθηκες, πρέπει να το τηρήσεις», είπε ο βασιλιάς με φωνή αυστηρή και δίκαιη.
Ο βάτραχος κάθισε στο τραπέζι, έφαγε από το πιάτο της και ήπιε από το ποτήρι της. Όταν ήρθε η ώρα του ύπνου, τη διέταξε να τον πάει στην κάμαρή της. Η πριγκίπισσα σιχαινόταν να αγγίξει το ψυχρό, γλοιώδες δέρμα του, αλλά ο πατέρας της ήταν ανένδοτος. Μέσα στο δωμάτιό της, όταν ο βάτραχος ζήτησε να ανέβει στο μεταξωτό της κρεβάτι, η οργή της ξεχείλισε. Τον άρπαξε και τον πέταξε με δύναμη στον τοίχο, φωνάζοντας: «Τώρα θα ησυχάσεις, σιχαμένο πλάσμα!».
Όμως, τη στιγμή που ο βάτραχος χτύπησε στο έδαφος, δεν πέθανε. Μεταμορφώθηκε σε έναν πρίγκιπα με μάτια πανέμορφα και γλυκά. Της εξήγησε πως μια κακιά μάγισσα τον είχε καταραστεί και πως μόνο εκείνη μπορούσε να λύσει τα μάγια.
Το επόμενο πρωί, μια άμαξα με οκτώ λευκά άλογα έφτασε στο παλάτι. Την οδηγούσε ο ΠΙΣΤΟΣ ΧΑΙΝΡΙΧ, ο ακόλουθος του πρίγκιπα. Ο Χάινριχ ήταν τόσο θλιμμένος όταν ο κύριός του μεταμορφώθηκε σε βάτραχο, που είχε δέσει τρία σιδερένια στεφάνια γύρω από την καρδιά του για να μην σπάσει από τον πόνο. Καθώς η άμαξα ξεκινούσε για το βασίλειο του πρίγκιπα, ακούστηκε ένας δυνατός ήχος, σαν κάτι να έσπασε.
«Χάινριχ, σπάει η άμαξα;» ρώτησε ο πρίγκιπας. «Όχι, κύριέ μου», απάντησε εκείνος. «Είναι το σιδερένιο στεφάνι της καρδιάς μου που σπάει, γιατί η χαρά μου είναι πια τόσο μεγάλη που δεν χωράει μέσα μου».
Δύο φορές ακόμα ακούστηκε αυτός ο ήχος, καθώς τα στεφάνια έσπαγαν το ένα μετά το άλλο, αφήνοντας την καρδιά του πιστού υπηρέτη ελεύθερη να χαρεί για τη σωτηρία του πρίγκιπα. Έζησαν όλοι μαζί με ευτυχία και δικαιοσύνη, θυμίζοντας σε όλους πως ένας λόγος που δίνεται, πρέπει πάντα να τιμάται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου