Σελίδες

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Ο ΤΥΦΛΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ του ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ

Σε ένα μικρό και φτωχικό χωριό, κάτω από την σκιά ενός μεγάλου, αρχαίου πλατάνου, ζούσε ένας γέρος, τυφλός πατέρας με τον μοναχογιό του. Ο πατέρας είχε χάσει το φως του από μικρός, αλλά η καρδιά του έβλεπε πιο καθαρά από τα μάτια των άλλων. Ήταν σοφός, δίκαιος και πάντα έβρισκε μια καλή κουβέντα για τον καθένα. Ο γιος του, ένας δυνατός και εργατικός νέος, φρόντιζε τον πατέρα του με αφοσίωση. Δούλευε στα χωράφια από το πρωί μέχρι το βράδυ, για να φέρει φαγητό στο τραπέζι τους. Η Μεγάλη Θύελλα και ο Φόβος Μια μέρα, ξέσπασε μια τρομερή θύελλα. Ο άνεμος ούρλιαζε σαν πεινασμένο λύκο, η βροχή έπεφτε με μανία και οι κεραυνοί σκίζανε τον ουρανό. Το χωριό βυθίστηκε στο σκοτάδι και οι άνθρωποι κλείστηκαν στα σπίτια τους, τρομοκρατημένοι. Ο γιος του τυφλού πατέρα έλειπε. Είχε πάει στο διπλανό χωριό για να πουλήσει τη σοδειά τους. Ο πατέρας, αν και τυφλός, ένιωθε την ανησυχία να του σφίγγει το στήθος. — «Πού να ’ναι το παιδί μου;» ψιθύριζε. «Είθε ο Θεός να το φυλάει από την οργή του ουρανού.» Η Εμφάνιση του Ξένου Ενώ η θύελλα μαινόταν, χτύπησε την πόρτα τους ένας ξένος. Ήταν ένας ψηλός, μυστηριώδης άντρας, τυλιγμένος σε έναν σκοτεινό μανδύα. — «Συγχώρεσέ με, γέροντα», είπε ο ξένος με μια φωνή βαθιά σαν βροντή. «Είμαι χαμένος στην καταιγίδα. Μπορώ να περάσω τη νύχτα εδώ;» Ο τυφλός πατέρας, παρά τον φόβο του για τον γιο του, δεν μπορούσε να αρνηθεί φιλοξενία. — «Καλώς ήρθες, ξένε», είπε. «Το σπίτι μας είναι φτωχικό, αλλά η καρδιά μας είναι ανοιχτή. Κάθισε δίπλα στη φωτιά.» Ο ξένος κάθισε. Ξαφνικά, άρχισε να μιλά για έναν θησαυρό. — «Γέροντα», είπε, «γνωρίζω ένα μέρος όπου είναι θαμμένος ένας αμύθητος θησαυρός. Αν μου δείξεις τον δρόμο για να βρω τον γιο σου, θα σου αποκαλύψω την τοποθεσία. Μόνο εκείνος μπορεί να τον φέρει εδώ.» Ο τυφλός πατέρας σιώπησε για λίγο. Η καρδιά του πονούσε για τον γιο του, αλλά η σοφία του ήταν μεγαλύτερη από κάθε πλούτο. — «Ξένε», είπε, «εσύ μπορεί να βλέπεις τον δρόμο με τα μάτια σου, αλλά δεν βλέπεις την αλήθεια. Ο μεγαλύτερος θησαυρός για μένα είναι ο γιος μου, η αγάπη του και η επιστροφή του. Δεν ανταλλάσσω την ψυχή του με κανένα χρυσάφι του κόσμου.» Η Αποκάλυψη και η Αληθινή Όραση Καθώς ο τυφλός πατέρας τελείωνε τα λόγια του, η θύελλα άρχισε να κοπάζει. Ένας κεραυνός έπεσε λίγο πιο μακριά, φωτίζοντας το πρόσωπο του ξένου. Τότε, ο πατέρας, χωρίς να βλέπει, αναγνώρισε τη φωνή και την ανάσα του. — «Γιε μου!» αναφώνησε ο τυφλός πατέρας, απλώνοντας τα χέρια του. Ο ξένος έβγαλε τον μανδύα του. Ήταν ο γιος του, που είχε φτάσει στο χωριό και, βλέποντας τον πατέρα του μόνο, αποφάσισε να δοκιμάσει την αφοσίωσή του προσποιούμενος τον ξένο, για να καταλάβει αν η αγάπη του ήταν αληθινή ή αν θα προτιμούσε τον πλούτο. — «Συγχώρεσέ με, πατέρα», είπε ο γιος. «Ήθελα να δω αν η καρδιά σου έβλεπε την αλήθεια.» — «Η καρδιά μου, παιδί μου, βλέπει πάντα την αλήθεια. Γιατί ο μεγαλύτερος πλούτος δεν είναι αυτός που λάμπει, αλλά αυτός που αγαπάει και προσφέρει.» Τη στιγμή που αγκαλιάστηκαν, ο ήλιος ξεπρόβαλε από τα σύννεφα, φωτίζοντας το μικρό τους σπίτι και τον αρχαίο πλάτανο. Ο τυφλός πατέρας δεν απέκτησε ποτέ το φως του, αλλά η σοφία του έφερε φως σε όλους τους ανθρώπους του χωριού, που έμαθαν από αυτόν τι είναι αληθινή αξία. Συμβολισμοί του Παραμυθιού Η Εσωτερική Όραση: Το παραμύθι αναδεικνύει ότι η αληθινή σοφία και η κατανόηση δεν χρειάζονται τα φυσικά μάτια. Η Αγνότητα της Αγάπης: Ο πατέρας αρνείται τον υλικό πλούτο για την αγάπη του γιου του, υπογραμμίζοντας την ανιδιοτελή πατρική αγάπη. Η Δοκιμασία: Ο γιος δοκιμάζει τον πατέρα του, όχι από κακία, αλλά για να επιβεβαιώσει την αλήθεια των αξιών που του δίδαξε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου