Σελίδες

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΝΟΥ ΠΑΛΑΤΙΟΥ του ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ



Κάποτε, σε μια χώρα μακρινή, ζούσε ένας πανίσχυρος και πλούσιος ΣΟΥΛΤΑΝΟΣ. Ο άνθρωπος αυτός είχε τα πάντα, αλλά ένιωθε μια βαθιά ανασφάλεια. Φοβόταν τη φθορά, φοβόταν τη σκόνη, φοβόταν τον θάνατο. Έτσι, διέταξε τους καλύτερους τεχνίτες του κόσμου να του χτίσουν ένα παλάτι που δεν θα έμοιαζε με κανένα άλλο.

"Θέλω ένα παλάτι από κρύσταλλο!" φώναξε. "Διάφανο σαν το νερό, σκληρό σαν το διαμάντι. Θέλω να βλέπω τα πάντα γύρω μου, αλλά τίποτα να μην μπορεί να με αγγίξει."

Η Κατασκευή του Παλατιού

Οι εργάτες δούλεψαν μέρα και νύχτα. Έλιωσαν άμμο, καθάρισαν το γυαλί από κάθε ατέλεια και έχτισαν το ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΝΟ ΠΑΛΑΤΙ. Ήταν ένα θαύμα αρχιτεκτονικής. Οι τοίχοι ήταν διάφανοι, τα πατώματα έλαμπαν και η οροφή άφηνε το φως του ήλιου να περνά, αλλά κρατούσε έξω τον άνεμο, τη βροχή και τις μυρωδιές της γης.

Όταν ο ΣΟΥΛΤΑΝΟΣ μπήκε μέσα, ένιωσε απρόσβλητος. — "Εδώ," είπε στον Βεζίρη του, "ο χρόνος θα σταματήσει. Τίποτα δεν θα παλιώσει, τίποτα δεν θα λερωθεί. Είμαι ο κύριος του φωτός!"

Η Ζωή μέσα στη Γυάλα

Μέσα στο παλάτι, όλα ήταν τέλεια. Αλλά ήταν μια τελειότητα νεκρή. Ο Σουλτάνος περπατούσε στις κρυστάλλινες αίθουσες και έβλεπε έξω τον λαό του να μοχθεί, να ιδρώνει και να γελάει. — "Γιατί γελούν;" ρωτούσε τον Βεζίρη. "Εκεί έξω έχει σκόνη και λάσπη. Εδώ μέσα είναι όλα καθαρά." — "Γελούν, Μεγαλειότατε, γιατί νιώθουν τον ήλιο στο δέρμα τους και τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος," απαντούσε ο Βεζίρη (που κατά βάθος ήθελε κι αυτός να βγει έξω).

Σιγά σιγά, ο Σουλτάνος άρχισε να νιώθει μια παράξενη παγωνιά. Το κρύσταλλο δεν κρατούσε τη ζέστη της ζωής. Οι φωνές των ανθρώπων έφταναν στα αυτιά του πνιχτές, σαν να έρχονταν από τον κάτω κόσμο. Το φαγητό του, σερβιρισμένο σε κρυστάλλινα πιάτα, του φαινόταν άοσμο.

Η Εμφάνιση του Ποιητή

Μια μέρα, ένας φτωχός ΠΟΙΗΤΗΣ στάθηκε έξω από τους διάφανους τοίχους. Κρατούσε ένα απλό τριαντάφυλλο. Ο Σουλτάνος τον είδε και διέταξε να τον πλησιάσουν (μέσα από το κρύσταλλο, φυσικά). — "Τι θέλεις εδώ, ζητιάνε;" ρώτησε ο Σουλτάνος. "Δεν βλέπεις ότι η φτώχεια σου λερώνει τη θέα μου;" Ο Ποιητής χαμογέλασε και ακούμπησε το χέρι του στον παγωμένο τοίχο. — "Μεγαλειότατε," είπε, "έχεις χτίσει μια φυλακή από φως. Είσαι ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που βλέπει τον ήλιο αλλά δεν τον νιώθει. Το κρύσταλλο είναι όμορφο, αλλά δεν ανασαίνει."

— "Φύγε!" ούρλιαξε ο Σουλτάνος. "Το παλάτι μου είναι αιώνιο!"

Η Κατάρρευση

Όμως, τα λόγια του Ποιητή έπεσαν σαν πέτρες πάνω στο κρύσταλλο. Ο Σουλτάνος άρχισε να παρατηρεί κάτι που δεν είχε δει ποτέ: μια μικρή, ανεπαίσθητη ρωγμή στη βάση ενός κίονα. Δεν την είχε προκαλέσει εχθρός, αλλά η ίδια η ζωή. Μια μικρή ρίζα ενός δέντρου, αναζητώντας νερό, είχε πιέσει το κρύσταλλο.

Ο Σουλτάνος πανικοβλήθηκε. — "Φέρτε τους τεχνίτες! Κλείστε τη ρωγμή!" Αλλά ήταν αργά. Η ρίζα μεγάλωνε, η φύση διεκδικούσε τον χώρο της. Μια νύχτα με δυνατό άνεμο, το ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΝΟ ΠΑΛΑΤΙ άρχισε να τρίζει. Ο ήχος ήταν σαν χιλιάδες καμπάνες που ραγίζουν ταυτόχρονα. Με ένα εκκωφαντικό θόρυβο, το παλάτι έγινε χίλια κομμάτια.

Ο Σουλτάνος βρέθηκε ξαφνικά στο χώμα. Ένιωσε το κρύο αγέρι να τον χτυπά, τη βροχή να του βρέχει το πρόσωπο και τη μυρωδιά του πεύκου να του τρυπάει τα ρουθούνια. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου