Στην άκρη ενός φτωχικού χωριού, ζούσε ένας ξυλοκόπος που τον έλεγαν ΜΕΧΜΕΤ. Ο Μεχμέτ ήταν άνθρωπος με χρυσή καρδιά, αλλά η μοίρα τον είχε χτυπήσει σκληρά. Κάθε μέρα ανέβαινε στο βουνό για να μαζέψει ξερά ξύλα, ώστε να βγάλει ένα κομμάτι ψωμί για την οικογένειά του.
Μια μέρα, βαθιά μέσα στο δάσος, εκεί που δεν είχε πατήσει ποτέ ξανά, είδε ένα δέντρο που δεν έμοιαζε
με κανένα άλλο. Τα φύλλα του έλαμπαν σαν ασήμι και ο κορμός του ήταν λείος σαν μάρμαρο. Καθώς ο Μεχμέτ σήκωσε το τσεκούρι του, μια φωνή, γλυκιά σαν κελάηδισμα πουλιού, τον σταμάτησε:— "Μη με κόψεις, Μεχμέτ! Μη με πληγώσεις!"
Ο Μεχμέτ πάγωσε. Κοίταξε γύρω του, αλλά δεν είδε κανέναν. — "Ποιος μιλάει;" ρώτησε τρέμοντας. — "Εγώ είμαι, το δέντρο που έχεις μπροστά σου," απάντησε η φωνή. "Αν με αφήσεις να ζήσω, θα σου χαρίσω ό,τι ζητήσει η καρδιά σου. Αρκεί να θυμάσαι ένα πράγμα: η ευτυχία δεν βρίσκεται σε αυτά που κατέχεις, αλλά σε αυτά που μοιράζεσαι."
Οι Πρώτες Επιθυμίες
Ο Μεχμέτ, συνεπαρμένος, ζήτησε μόνο λίγο φαγητό για τα παιδιά του. Όταν επέστρεψε σπίτι, βρήκε το τραπέζι γεμάτο με τα πιο νόστιμα φαγητά που είχε δει ποτέ. — "Γυναίκα, το δέντρο μιλάει! Το δέντρο μας έσωσε!" φώναζε από χαρά.
Όμως, η γυναίκα του, η ΦΑΤΜΑ, που είχε την καρδιά της στεγνή από τα χρόνια της φτώχειας, δεν αρκέστηκε σε αυτό. — "Τι μας λες για φαΐ, Μεχμέτ;" του είπε. "Ζήτα του ένα σπίτι πέτρινο, με κήπους και υπηρέτες. Γιατί να ζούμε μες στις λάσπες;"
Ο Μεχμέτ πήγε στο δέντρο ντροπιασμένος. — "Δέντρο μου, η γυναίκα μου θέλει ένα παλάτι..." — "Θα το έχεις, Μεχμέτ," είπε το δέντρο με μια θλίψη στο θρόισμα των φύλλων του. "Αλλά πρόσεχε..."
Η Άνοδος και η Αλαζονεία
Σύντομα ο Μεχμέτ και η Φατμά έγιναν οι πλουσιότεροι της περιοχής. Φορούσαν μεταξωτά ρούχα και έτρωγαν σε χρυσά πιάτα. Όμως, όσο περισσότερα είχαν, τόσο λιγότερο γελούσαν. Η Φατμά άρχισε να φέρεται σκληρά στους γείτονές τους, που κάποτε ήταν φίλοι τους. — "Μην τους αφήνεις να πλησιάζουν!" ούρλιαζε στους υπηρέτες. "Λερώνουν τα χαλιά μου!"
Μια μέρα, η Φατμά είπε στον Μεχμέτ: — "Πήγαινε στο δέντρο. Πες του ότι θέλω να γίνω Βασίλισσα όλου του κόσμου και το δέντρο να είναι ο θρόνος μου! Θέλω να με υπακούει ακόμα και ο ήλιος!"
Η Τελευταία Συνάντηση
Ο Μεχμέτ, με βαριά καρδιά, ανέβηκε ξανά στο βουνό. Το δάσος ήταν σκοτεινό και ο ουρανός βαρύς. — "Δέντρο μου..." ψιθύρισε. — "Το ξέρω τι θα ζητήσεις, Μεχμέτ," είπε το δέντρο, και η φωνή του ακουγόταν τώρα σαν τον άνεμο που κλαίει. "Ζήτησες δύναμη πάνω στη ζωή, πάνω στη φύση. Ζήτησες να γίνεις θεός στη θέση του ανθρώπου. Όμως, το δέντρο που μιλάει δεν μπορεί να γίνει θρόνος της αλαζονείας."
Εκείνη τη στιγμή, μια αστραπή έσκισε τον ουρανό. Ένας δυνατός κρότος ακούστηκε και η γη σείστηκε.
Η Επιστροφή στην Αλήθεια
Όταν ο Μεχμέτ άνοιξε τα μάτια του, το ασημένιο δέντρο είχε εξαφανιστεί. Στη θέση του υπήρχε ένας απλός, γέρος πλάτανος. Έτρεξε πίσω στο χωριό. Το παλάτι είχε χαθεί. Στη θέση του βρισκόταν πάλι η μικρή, φτωχική τους καλύβα.
Η Φατμά καθόταν στο κατώφλι και έκλαιγε. — "Μεχμέτ, χάσαμε τα πάντα!" Ο Μεχμέτ την πλησίασε, της έπιασε το χέρι και της είπε: — "Όχι, Φατμά. Τώρα ξαναβρήκαμε τον εαυτό μας. Το δέντρο μου μίλησε για τελευταία φορά μέσα στην καρδιά μου. Μου είπε πως όποιος θέλει να έχει τα πάντα δικά του, καταλήγει να μην έχει τίποτα."
Από εκείνη τη μέρα, ο Μεχμέτ δεν ξαναπήγε να ζητήσει χάρες. Δούλευε τη γη, μοιραζόταν το ψωμί του με τους πεινασμένους και κάθε φορά που περνούσε από τον γέρο πλάτανο, του άγγιζε τον κορμό με σεβασμό, ξέροντας πως η φύση έχει φωνή, αρκεί να ξέρεις να την ακούς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου